Κορνήλιος Γραμμένος

In Εικαστικά, ΤΕΧΝΕΣby mandragoras


Εικαστικά

Κορνήλιος Γραμμένος 

ΧΕΙΡΟΦΤΙΑΧΤΑ / ΧΕΙΡΟΠΙΑΣΤΑ

EVERY_DAY_HE_READS_A_BOOK_yeah_he_does

 

 

Ο Κορνήλιος Γραμμένος έχει καταστρώσει με μεγάλη προσοχή και αυστηρότητα την πολύπλαγκτη εικαστική του πορεία –φαίνεται πως και τύχη υπάρχει όταν θέλεις και εσύ να είσαι τυχερός. Δεν το λες και μικρό πράγμα να έχεις πείσει κάποτε τους Αμερικανούς ότι οι πέντε «Ιππότες» σου μεγάλων διαστάσεων είναι επηρεασμένοι από τους Ιησουΐτες μοναχούς που ίδρυσαν την πόλη του Σαν Φρανσίσκο και να σου ζητούν να τους εκθέσουν. Όπως δεν είναι μικρό πράγμα να σου προτείνει χορηγία (παλιά αυτά) το Ινστιτούτο Γκαίτε για μόνιμη εγκατάσταση από “Aliens” στο κτήριό του εκεί, όπως εδώ, στην πλατεία Δεξαμενής της Αθήνας, ξέροντας ότι δεν αναφέρονται σε εξωγήινους αλλά σε πεταλούδες και άλλα εξάποδα έντομα. Χαρτόνι, λάστιχο, ξύλο και σύρμα τα υλικά του. Και όλα αυτά τα συνθέτει κάνοντάς τα προσωπικό του εικαστικό ιδίωμα, έχοντας έντονη θεωρητική –και μουσική- κατάρτιση, χωρίς κρατική υποστήριξη, χωρίς θεσμική ιδιότητα σε δημόσιους φορείς, όπως ακριβώς δηλαδή πρέπει να γίνεται. Αυτό χρειάζεται όμως περισσό θάρρος και αντοχή, ειδικά τώρα, στις μέρες που περνάμε.

 

Μετά τα Aliens της πλατείας Δεξαμενής στην Αθήνα αλλά και στον εξωτερικό χώρο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, τη «Μολυβένια θάλασσα» της Πάτρας, τους «Επτά Ιππότες», τις «Μάσκες», την εγκατάσταση στα οινοποιεία ‘Στροφυλιά’, τα Sarmata, τα Flowers, τα Totem, ο Κορνήλιος Γραμμένος μας προφέρει εμφατικά τα νέα δώρα του, κατασκευές με ανάλαφρη χειρονομία, σαν αόρατα σχέδια που διαγράφτηκαν στον αέρα και ακινητοποιήθηκαν αιφνίδια παίρνοντας τις θέσεις του πάνω στις μικρές τους βάσεις, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του συνθέτη, κυρίαρχου πνευματικά πάνω στο υλικό του. Μια μακρινή σχέση με το πνεύμα του Bauhaus είναι ορατή, ενώ μικρότερη (έως ληγμένη) η σχέση με την arte povera.

 

Ειρωνικά, ποιητικά, τα έχει ετοιμάσει από τα τιποτοειδή σαρώματα που του προσφέρει εν αφθονία, το palazzo Asclipianum, η πολυκατοικία του στην οδού Ασκληπιού, και μας στέλνει εγκάρδια, εμφατικά χαιρετίσματα, πολιτική θέση το λέει, δηλώνοντας ότι συνθέτοντας γλυπτική –πλαστική είναι η ορθότερη έννοια- είναι εφικτή η δημιουργία έργων και πραγμάτων με τα τιποτοειδή, αρκεί να υπάρχει το χέρι που ξέρει πώς να κρατάει τη μπαγκέτα. Για εκείνον που μπορεί να τα κάνει είναι μεγάλη και σπουδαία αίσθηση. Για όλους τους άλλους, εμάς που δεν μπορούμε; Που έχουμε οξύ πρόβλημα συγκέντρωσης σε  ένα και μοναδικό οπτικό κέντρο; Εμάς τους ασυγκρότητους; Εμάς τους πλαδαρά και όχι εμφατικά ομιλούντες; Εμάς που μιλούμε και χειρονομούμε παράγοντας και λέγοντας αρλούμπες; Ενώ ο Κορνήλιος Γραμμένος δοκιμάζει την εμπειρία μιας απαιτητικής όσο και καθαρής γραφής αλλά και τα όρια της κατανόησης.

 

Οι τίτλοι και των 44 έργων, όλοι δικοί του, δοσμένοι με ποιητικό οίστρο, αντέχουν στον έλεγχο της ειρωνείας, του κυνικού σχολιασμού της εικαστικής πραγματικότητας που άριστα γνωρίζει ο Κορνήλιος: «Το χαμόγελο της Τζοκόντας», «Κνωσσός», «Νεαροί εραστές», “The ship of fools, this time I am sailing with”, η μακέτα ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης (!), ενώ δένουν υλικό / κατασκευή / νόημα με έναν δικό του αδιάρρηκτο εικονοποιητικό νήμα.

 

Κατασκευάστηκαν όλα μέσα σε 15 μήνες του 2012 και του 2013, θα το έλεγες ημερολόγιο συλλογής και προσήλωσης στα μικρά και χθαμαλά, αβέβαια θησαυρίσματα μνήμης και αγάπης, όπως πολλά από τα υπολείμματα αδειασμένων κατοικιών που κάποτε μας φυλάκισαν. Μια αργή δράση περισυλλογής στα όρια της ακινησίας που όμως εκτοξεύει ιδέες και ευγενικούς συνειρμούς για τον νέο κόσμο που έχουμε ανάγκη. Το έργο τέχνης είναι μια καθηλωτική στιγμή μέσα στον χρόνο, μια παύση και όχι αυτή η υστερία της en direct απεικόνισης  που έχει καταλάβει τη σύγχρονη τέχνη.

 

Στο παιδικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα «Παραμύθι χωρίς Όνομα» (1910), ο βασιλιάς της «Χώρας των Μοιρολάτρων» (ο τονισμός σωστός!) Αστόχαστος και βασίλισσα η Παλάβω φροντίζουν μόνο για τη διασκέδαση και την καλοπέρασή τους, έχοντας αδειάσει το θησαυροφυλάκιο της χώρας, οδηγώντας τη χώρα του στην απόλυτη κατάρρευση, στην οικονομική χρεοκοπία και στην αδυναμία επιβίωσης, ενώ αρχίζει μαζική εγκατάλειψη των ανθρώπων από τον τόπο τους. Μέχρι που, ύστερα από πολλά, αναλαμβάνει ο Συνετός, το ακέραιο βασιλόπουλο, την αναδιοργάνωση του κράτους με την επιμέλεια της κυρα-Φρόνησης.

 

Αυτά διάβαζαν τα παιδιά το 1910, λίγο μετά το 1909, όταν η Ελλάδα βρισκόταν για μια ακόμη φορά σε φάση αναδιοργάνωσης. Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε στο μυαλό το δικό μου αυτό παιδικό ανάγνωσμα (ή μάλλον γνωρίζω). Μου αρέσει να σκέφτομαι τις πρώτες ύλες του Κορνήλιου που μάζεψε από τα σκουπίδια, σαν τα νέα αποκαθαρμένα υλικά που κάτω από το κατάλληλο φως και με τη βοήθεια της γνωστής μας κυρά-Φρόνησης θα διαγράψουν τη χειροπιαστή πορεία που τους αξίζουν.

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

   

 

 

Κορνήλιος Γραμμένος – Call him as you will

Ας πάψουμε να εγκωμιάζουμε τη σεμνότητα. Ποιες φράσεις δύνανται να αρχίζουν με το «Εγώ…»;

«Εγώ, Ο Πιερ Ριβιέρ που έσφαξα τη μητέρα μου, την αδερφή μου, και τον αδερφό μου…» Δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε το ίδιο ωραία (και χωρίς καμία εμπρόθετη αναφορά στον Φουκώ) μια μητροπολιτική και ταυτόχρονα επαρχιακή (αλλά όχι αγροτική) καλλιτεχνική συγκέντρωση στο πλαίσιο της οποίας εμπνευσμένος ο ρήτωρ αρχίζει με τη φράση: «Εγώ ο Κορνήλιος Γραμμένος, που περιπλανήθηκα στο φυσικό περιβάλλον των πόλεων και της βιοπλανητικής ψυχολογικής καθημερινότητας, που ξεκοιλιάστηκα από τις ενοράσεις των υπολειμμάτων του πολιτισμού, που τα ανέδειξα στη παταφυσική τους αδιαφορία για το καλό και το κακό, για το ωραίο και το άσχημο…»;

Να μια διαδικασία που μέσα από μένα (ιδίοις εξόδοις και εν βασάνοις) διαιωνίζει την αναπαραγωγή αυτών των αντικειμένων και των μυστηριακών εννοιών τους… Κι όταν λέω «μέσα από μένα» φαντασιώνω (στον εγωπαθή μου ρομαντισμό) κάτι αρκούντως φριχτό: θυμηθείτε την πριγκίπισσα Οινοθέα από το Σατυρικόν του Φελλίνι που τιμωρήθηκε για την ασέβεια με την οποία ανταποκρίθηκε στον έρωτα του άσχημου μάγου να δίνει τη φωτιά στους συγχωριανούς της μέσα απ’ τα μπούτια της. Ό,τι  περισσεύει από το ένα έργο (μερική άρνηση του έρωτα, που πάντα νομίζει ότι θα εξαντλήσει τα όριά του) χρησιμεύει στην κατασκευή του επομένου, κάτι που, όπως συμβαίνει και με την αναζήτηση του νοήματος, δεν σταματάει ποτέ και πουθενά, στο σωματικό, αλλά και στο πνευματικό επίπεδο. Η πραγματική ζωή του αιρετικού είναι τω όντι δύσκολη, μοναχική και νευρωτική, η ανταμοιβή του είναι όμως η ικανοποίηση να μην βλέπει ποτέ την υποτιθέμενη, αλλά ανύπαρκτη, τελική κατάσταση των πραγμάτων – κάτι που συνιστά μια μάλλον σοφή αποδοχή του θανάτου: δεν έχω τραβήξει ποτέ πινελιές, όπως δεν έχω ποτέ σύρει έπιπλα ή πράγματα, για να δω πού θα (με) πάνε και ποια θα είναι η τελική μορφή. Από την ανυπαρξία στο όλο, δύο τελείως λάθος μέσα στο μυαλό μας καταστάσεις των πραγμάτων, διαδραματίζεται μόνο ένα παιχνίδι μίμησης του τίποτα και του παντός, που αντιστοιχεί στο χρόνο που έχει σταματήσει καθώς η συνείδηση διευρύνεται.

Εδώ σταματάμε και προσέχουμε, καθώς ο εισπράχτορας σκύβει πάνω από την αυτοσχέδια μικροφωνική του και το low-tech σύστημα ξερνάει ονόματα τοπωνυμίων που συγχέονται με τον εξαεριστικό βόμβο του αρχαίου αυτού υπαρξιακού λεωφορείου των seventies: «κανένα νόημα να μην αποκόβεται από το σώμα!», καθώς ούτως ή άλλως, το σώμα (χέρι ή μυρωδιά) φιλτράρεται από το μυαλό. «Τέχνη είναι το ξάφνιασμα, η τέχνη του να βλέπεις το προφανές!» (π.χ. να δεις ότι οι είσοδοι αέρα στη στέγη του λεωφορείου πραγματικά μοιάζουν με ιπτάμενους δίσκους), κάτι που ούτως ή άλλως μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε οποιαδήποτε στιγμή, έστω κι αν είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα χρήσιμη στον αλλοτριωμένο κάτοικο του (αποκομμένου από κάθε έννοια σοφίας) σύγχρονου κόσμου». Προϋπόθεση της τέχνης είναι λοιπόν η στιγμή της διευρυμένης συνείδησης (που με σύνεση πρέπει να αυτό-ενσταλάζει στην καθημερινότητά του ο φιλότεχνος αν δεν θέλει να την εξαντλήσει αυτοκαταστροφικά). Και δεν υπάρχει τίποτα το περισσότερο προφανές (γι’ αυτό και πάντα κρυφό και μυστηριώδες) από τον εαυτό. Γι’ αυτό και προέχουν η εμπειρία, η άσκηση και το προσωπικό όραμα (απαλλαγμένο από τις σκωρίες της κοινωνικότητας και του ετεροπροσδιορισμού). Στην αιφνίδια ενόραση της (σωματικής καταρχήν) αυτοπραγματικότητας, σ’ αυτό το εσωτερικό ξεγύμνωμα, η αλήθεια ταυτίζεται με την απομυθοποίηση και την απομάγευση του εαυτού, που επιστρέφει μέσα από το αυστηρό, τρομακτικό και ειρωνικό βλέμμα των Aliens και των μασκών. Αφήνοντας κάθε επιθετικότητα κατά μέρος, παραιτούμενος από κάθε κατανοητική ή και ενσυναισθητική διεκδίκηση, κυριεύεσαι από το παράδοξο της ταύτισης με το τίποτα που ελλοχεύει πίσω από την ύπαρξη και την σαρκάζει.

Έχοντας κατορθώσει να διακόψει (όχι πάντα βιαίως, αλλά αυτά τα ανθρώπινα σκυλιά επιμένουν τόσο πολύ να ακολουθήσεις την αγέλη τους…) κάθε σχέση με την καλλιτεχνική πραγματικότητα της κοινωνίας των φυσιολογικών, το σώμα (πραγματωμένο εννοιολογικά) είναι πλέον δραστήριο (εκπέμπει κύματα σαν κεραία σε ασπρόμαυρο εξώφυλλο δίσκου των Kraftwerk) και μπορεί – με κάποια απόλαυση που η σεμνότητα περιορίζει – να εγκαταλειφθεί στη διαδικασία να κατασκευάζει αντικείμενα κατ’ εικόνα του. Όχι όμως και καθ’ ομοίωσιν: η νοητική μορφή, η αναπαράσταση, «έρχονται» μετά, αναπόφευκτο και συνήθως απευκταίο επιστέγασμα της υπαρξιακής αυτονομίας των αντικειμένων – πριν κάθε ανθρώπινη κονστρουξιονιστική μεταβατικότητα. Καθώς ο τραγουδιστής γυρίζει και λέει «δώσε!» στον μπουζουξή ή στον κιθαρίστα για να ρίξει το σόλο του, έτσι και το αντικείμενο προκαλεί την ερώτηση αναφορικά με το νόημα. Αλλά και όπως το σόλο συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, θερμαίνει κάποιες περιοχές του εγκεφάλου και εξαφανίζεται αφήνοντας πίσω του τουλάχιστον τόσες απορίες όσες και προσποιήθηκε ότι θέλει να απαντήσει, έτσι και το νόημα δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε καινούρια αντικείμενα – με την κατάλληλη άσκηση και πειθαρχία κυριαρχεί βέβαια κάθε φορά ένα και με την κατάλληλη τεχνική αυτό λαμβάνει μορφή σε κάποια χωροχρονική γωνιά. Η έκλαμψη της νοητικής μορφής δεν είναι λοιπόν παρά ένα ενδιάμεσο στάδιο όπου στεκόμαστε μόνο στιγμιαία (κάτι σαν το τρενάκι του λούνα παρκ πριν την απότομη κατηφόρα που περιμένουμε με τρόμο και ελπίδα), έτοιμοι να απολαύσουμε τους μαιάνδρους των συνειρμών, των συναισθημάτων, ίσως και να νιώσουμε ότι υπάρχει κάπου η ψυχή… ωσότου βυθιστούμε πάλι στην ανυπαρξία των γραφείων, των τραπεζών, του μποτιλιαρίσματος και του σούπερ-μάρκετ.

Κυριεύοντας τη γη, είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι έφεραν, με τη μορφή του ενεργού και αποτελεσματικού μυαλού τους, τον αφανισμό. Παρωδία του Χριστού που διώχνει τους εμπόρους από το ναό του Σολομώντος, αυτοί κατέστρεψαν κάθε τι που δεν τους θύμιζε την αυτοκαταστροφικότητά τους. Το μυαλό φιλτράρει το σώμα, το εξαντλεί και το εξαφανίζει. Το μυαλό κατασκευάζει την ανυπαρξία, την πλήξη του κύκλωπα και την τύφλωσή του από τον Κανένα, αλλά και τον πλοίαρχο Νέμο, τον Ναυτίλο και το mobilis in mobilae. Το μυαλό φιλτράρει δεινοσαύρους, τριλοβίτες, το Κρακατόα, τα σαρκοβόρα άνθη, τον James Brown, τον Moby Dick, τον Philip Dick… Όλα τούτα, που κάποιοι από μας έχουμε ενσωματώσει, που έχουν γίνει με τρόπο τελετουργικό σώμα εντός του σώματός μας, οδηγούν στην εμφάνιση νέων αντικειμένων, που αενάως αγωνίζονται να το υποκαταστήσουν και, θριαμβευτικά, αλαζονικά και δυστυχισμένα, το υποκαθιστούν. Αλλού και με άλλες σημασίες, με άλλες, μάταιες, ρητορικές. Κυνηγάς το σώμα σου και δεν το φτάνεις, πονάς και πεθαίνεις. Ανασταίνεσαι, αλλά τα ‘χεις χάσει όλα. Όπως ακριβώς σε μυθιστόρημα του Philip Dick, ξυπνάς στον ίδιο ακριβώς κόσμο στον οποίο κοιμήθηκες, αλλά με μια τρομερή διαφορά: δεν σε ξέρει κανείς, δεν είσαι πια αυτό που ήσουν! Μοναδική φαντασίωση απόλυτης κάθαρσης, στο πλαίσιο της οποίας ανακαλύπτεις (χωρίς ποτέ να το ομολογείς) ότι ίσως εν τέλει και ναι τα ‘χεις κερδίσει όλα… Σ’ αυτό το οικείο σύμπαν που δεν καθρεφτίζεσαι ως «γνωστός» στα μάτια κανενός, υπάρχει μόνο η ψυχολογική επιτύμβια αναπαράστασή σου, αόρατη και άφατη. Αρχίζεις να αμφιβάλλεις για το τι θυμάσαι και, βέβαια, όλα όσα είχες κερδισμένα – η αναγνώριση, κυριολεκτικά και μεταφορικά – σού είναι πλέον απαγορευμένα. Στοιχείο του ντεκόρ, ζεις μόνο συγκρίνοντας με τις αναμνήσεις και συναντάς παντού και πάντα το θάνατο: η ζωή εξερράγη στους κοινωνικούς θανάτους που την συνέθεσαν και αδειασμένος από κάθε περιττή ουσία επιστρέφεις στο θάλαμο τηλεμεταφοράς και λιποθυμάς (για να δεχτείς τις πρώτες βοήθειες από τον McCoy και την ανέκφραστη μινιφορούσα νοσοκόμα), ή, σε ακόμα καλύτερη εκδοχή, καθαγιάζεσαι ως Alien ή μάσκα. Και μπορείς πλέον απλώς να παρατηρείς. Αν τα πράγματα έρθουν στο όριό τους, μπορείς να σηκώνεις το σπαθί σου και να τεμαχίσεις ουράνια τόξα κι άλλες ακόμα συμπαντικές ουτοπίες.

Εν παρόδω: οι ουτοπίες είναι μόνο αντρικές (η γυναίκα είναι μία εξ αυτών) και οι σκέψεις θα έπρεπε να κατοικούν μόνο στη σκέψη, όπως η σεξουαλικότητα να μην υπάρχει πουθενά έξω από το σεξ. Ένα σετ από τα πολλαπλά μηνύματα της μοναχικής τέχνης και του αυστηρού βλέμματος. Βλέμμα μέσα απ’ το σεξ και σεξ μέσα απ’ το βλέμμα, με άφθονο ψέμα και χωρίς βιντεοταινία. Εκεί που πολύχρωμα βισταβίζιον και σινεμασκόπ πλανητικά συστήματα κινούνται σε απάνθρωπα αργούς ρυθμούς κάτω απ’ τον ήχο του προβολέα και μιλούν στο ασυνείδητο χωρίς υποβολέα, χωρίς κοσμικές δυνάμεις διότι χωρίς κανέναν άνθρωπο να τις υποστεί δια της αυτό-εφαρμογής και κανέναν επιστήμονα να τις μελετήσει, θεωρητικοποιήσει και δημοσιεύσει σε ειδικά περιοδικά. Κάπως έτσι εκτείνεται η σκέψη στους κόσμους που δεν έχουν φτιαχτεί για να είναι αντικείμενά της. Με απορία και απειρία, με το θράσος της επιβαλλόμενης θετικότητας, της υποχρεωτικής καλοσύνης. Που κανένας δεν την πιστεύει, έστω κι αν οι περισσότεροι φοβούνται τη ρήξη.

Κι αν λέγαμε πάντα το αντίθετο απ’ αυτό που πιστεύουμε; Κι αν σταματάγαμε να πιστεύουμε οτιδήποτε, να θεωρούμε ότι κάτι είναι ή δεν είναι σωστό, να ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά, να σκεφτόμαστε με επιχειρήματα και με συλλογισμούς; Κι αν για κάθε πράμα που λέμε η αλήθεια είναι αρκετά έξυπνη ώστε να πηγαίνει να φωλιάζει στην άλλη όψη, στην πίσω πλευρά του λόφου, στον κόρφο του εχθρού, στο βλέμμα της γυναίκας που μας έριξε χυλόπιτα; Κι αν για κάθε μας κίνηση σ’ αυτό το περίφημο σχέδιο ζωής, που μπορεί (αλλά όχι πάντα) να συμπεριλαμβάνει καριέρα, αυτοκίνητο, καλόγουστες επιλογές, ο εαυτός εξατμίζεται και μια πρέζα παραπάνω ωσότου στο τέλος, μαζί με την επιτυχία, την ευτυχία και τις σχετικές ατέρμονες γκρίνιες, δεν μείνει παρά ο δισδιάστατος Ντάφυ Ντακ μετά το πέρασμα του οδοστρωτήρα; (προτιμήστε την ασπρόμαυρη βερσιόν – το ίδιο το χρώμα εξάλλου είναι μια κοινωνική σύμβαση που το όφσετ κατέστησε προσβάσιμη σε όλους, αλλά όλοι δεν ξέρουν να τρώνε χωρίς να σκέφτονται την ηδονή, να διαβάζουν ένα κείμενο, να αντιμετωπίζουν και να σκέφτονται ασυνείδητα μια εικόνα, όλοι δεν ξέρουν να κοιτάν τα άστρα ακούγοντας τα κύματα, όλοι δεν περιμένουν υπομονετικά, έστω κι αν δεν το ξέρουν ούτε οι ίδιοι, να βγει στην παραλία, κρώζοντας και γεμάτος φύκια, ψάρια και πουλιά, ο Γκοτζίλα των συναισθημάτων τους…)

Το χρήμα είναι απάτη, τα μηχανήματα επίσης: ποιος δεν είναι σήμερα εφοδιασμένος με μια μηχανή που σκέφτεται και αισθάνεται γι’ αυτόν; Ποιος δεν σκέφτεται το μυαλό του, την ψυχή του, τη σεξουαλικότητά του, ακόμα και τα συμπλέγματά του,  σαν αυτά μιας μηχανής; Ποιος νομίζει πλέον ότι δεν υπάρχει πραγματικά τίποτα γύρω του και μέσα του; Ποιος έχει μείνει που να αντιλαμβάνεται ότι ζωή και θάνατος δεν είναι πράξεις, εξισώσεις, υπολογισμοί και συμπεριφορές; Ποιος θεωρεί ότι ούτε νευρωνικά δίκτυα υπάρχουν, ούτε ψηφιακά ισοδύναμα των αποφάσεων, ούτε ηλεκτρομαγνητικές φρυγανιέρες, ούτε μορφές ενέργειας και κβάντα; Τα νεκρά δέντρα ζουν και τα περιστέρια κάνουν ήχους μηχανικούς, σα να θέλουν το αιώνιο λάδωμα, την άτυπη υπαρξιακή συντήρηση. Για να γίνετε πλούσιοι, κάντε μια τούμπα – τι κρίμα που η φιλοζωική ορθότητα έφαγε τους γύφτους αρκουδιάρηδες που γύριζαν τους δρόμους με το ντέφι. Για να γίνετε σοφοί, μάθετε απ’ έξω τους τηλεφωνικούς καταλόγους των πρωταγωνιστών (και των δευτεραγωνιστών) των φαντασιώσεών σας. Αλλάξτε ζωή, αλλάξτε χώρα (τώρα που μας έχει «χτυπήσει» η κρίση), αλλάξτε πάροχο, μπιέλες και εκκεντροφόρους, σηκώστε και πληρώστε δίκαιους και άδικους φόρους. Αλλάξτε επίσης θρησκεία, οικογενειακό γιατρό και μάγο, επισκεφτείτε μέντιουμ, φτιάξτε τα νύχια σας αλά γαλλικά, κάντε τα τατουάζ του εικονογραφημένου ανθρώπου που διηγούνται όλες τις ιστορίες του κόσμου, εγκατασταθείτε για πάντα στο καφενείο της γειτονιάς πίνοντας φτηνή μπύρα και τρώγοντας ταγγισμένα φιστίκια, παραθέστε τις ιδέες σας, την κουλτούρα σας, το οικογενειακό σας δέντρο, το επάγγελμα του πατέρα και την οικιακή μανιοκατάθλιψη της μητέρας πασών των αδελφών. Φορέστε κρύα λιγδωμένα γάντια, βάλτε ταλαιπωρημένες μπότες, τραγουδήστε τη μουσική της αρεσκείας σας από κακής ποιότητος ραδιοφωνάκι, ανοίξτε το γκάζι, κάποια στροφή σάς περιμένει, κάποιος γκρεμός σας σκέφτεται στα όνειρά του, κάποια σμέρνα ενοχλήθηκε στο βράχο της, κάποια σκόρπαινα βουρτσίζει το αγκάθι της. Το κείμενο αυτό, αδυνατώντας να αιχμαλωτίσει για πάντα το νόημα, ανοίγει το γκάζι. Κάπου κάτι περιμένει, αλλά αυτό πρέπει να μετατραπεί σε θρησκευτικής τάξεως παρηγοριά. Και να γίνει κίνηση του ματιού και του χεριού. Να διαπεράσει σάρκες και υλικά. Να αρνηθεί το ταξίδι, την ανάπαυση, τον πυρετό. Να αρνηθεί την όραση, να αρνηθεί τη σκέψη. Μόνο μια γυναίκα, ακόμα και εκ γενετής τυφλή, μπορεί να μακιγιαριστεί τέλεια μπροστά στον καθρέφτη. Η βεβαιότητα του να βλέπεις, η βεβαιότητα του να ξέρεις. Η βεβαιότητα του ότι δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ, τίποτα να δεις και τίποτα να μάθεις.

Νικόλας Χρηστάκης, Απρίλιος 2013

 

 

 

 Με πλάγια γράμματα: τα λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη από συνέντευξη στον υπογράφοντα.

 

Share this Post