3 βιβλία του Τόλη Νικηφόρου

In Κριτική by mandragoras

 

Ποιήματα για τη Σοφία (επιλογή 1966-2024), Μανδραγόρας, Αθήνα 2024, 43 σ. ISBN : 978-960-592-191-0

Μαζί σου και στο πουθενά (ποιήματα για τη Σοφία 2), Μανδραγόρας, Αθήνα 2026, 41 σ. ISBN : και 978-960-592-224-5

Εφτά ερωτήσεις στη στάχτη (ποιήματα για τη Σοφία 3), Μανδραγόρας, Αθήνα, 2026, 41 σ., ISBN : 978-960-592-224-5

               Η ποιητική τριλογία Ποιήματα για τη Σοφία —η οποία εγκαινιάζεται με την έκδοση του 2024 και ολοκληρώνεται ως ποιητικό σχέδιο μέσα στην τριετία 2024–2026— δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη κύκλο ερωτικών ποιημάτων. Συνιστά, μάλλον, μια συνολική ποιητική κατάθεση για τον χρόνο, τη συντροφικότητα, τη μνήμη και το πένθος· μια κατάθεση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχεται από έναν ποιητή ο οποίος έχει ήδη διανύσει σχεδόν έξι δεκαετίες λογοτεχνικής παρουσίας. Ο ίδιος έχει συνδέσει δημόσια την πορεία του με τη Σοφία, παρουσιάζοντάς την όχι ως περιστασιακή μούσα αλλά ως τον θεμελιώδη συνομιλητή της ζωής και του έργου του. 

Η πρώτη ιδιαιτερότητα αυτής της τριλογίας είναι ότι δεν οικοδομείται πάνω στη δραματική ένταση του ερωτικού πάθους ούτε στην εξιδανίκευση ενός προσώπου. Αντίθετα, οργανώνεται γύρω από κάτι πιο δύσκολο ποιητικά: τη διάρκεια. Εδώ ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως έκρηξη αλλά ως βιογραφικός χρόνος· όχι ως εξαίρεση αλλά ως καθημερινότητα που αποκτά μεταφυσικό βάθος. Το πρώτο μέρος του εγχειρήματος, που παρουσιάστηκε ως επιλογή ποιημάτων από το 1966 έως το 2024, λειτουργεί σαν αναδρομική αυτοανθολογία ενός συγκεκριμένου νήματος μέσα στο έργο του Τ.Νικηφόρου: όλων εκείνων των στιγμών όπου η παρουσία της Σοφίας μετασχηματίζεται σε γλώσσα. Αυτό έχει σημασία: ο ποιητής δεν γράφει «για» τη Σοφία μόνο θεματικά· γράφει μέσα από τη σχέση μαζί της. Η συλλογή μοιάζει να λέει ότι η ποίηση δεν υπήρξε παρά ο τρόπος με τον οποίο διασώθηκε η κοινή ζωή.

Ο Τ.Νικηφόρου ανήκει σε εκείνη τη γραμμή της νεοελληνικής ποίησης που αποφεύγει τη λεκτική επιδεικτικότητα. Η γλώσσα του είναι διαυγής, χαμηλόφωνη, συχνά αφηγηματική. Αυτή όμως η φαινομενική απλότητα είναι αποτέλεσμα μεγάλης πειθαρχίας. Στην τριλογία αυτή η απλότητα αποκτά ιδιαίτερη λειτουργία: γίνεται ηθική στάση. Δεν συναντούμε εδώ σύνθετα συμβολικά συστήματα, ούτε πυκνές διακειμενικότητες. Συναντούμε εικόνες του σπιτιού, του βλέμματος, της αναμονής, της απουσίας, των μικρών χειρονομιών. Η καθημερινότητα δεν είναι το φόντο της ποίησης· είναι η ίδια η ποιητική ύλη. Έτσι, το ερωτικό βίωμα αποκτά έναν σπάνιο τόνο ωριμότητας. Ο ποιητής δεν διεκδικεί τη νεότητα του αισθήματος· υπερασπίζεται τη διάρκεια του δεσμού. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της τριλογίας: ο έρωτας παρουσιάζεται ως μορφή μνήμης.

Η ποιητική αρχιτεκτονική της τριλογίας κινείται από την ανάμνηση στη μεταφυσική της συνύπαρξης, στοιχείο που αξίζει να αναδειχθεί, αφού δεν πρόκειται για τρία βιβλία που απλώς συνδέονται θεματικά. Η σύνθεσή τους μοιάζει να ακολουθεί μια σχεδόν δραματουργική πορεία: παρουσία – απώλεια – μεταστοιχείωση. Το πρώτο μέρος οργανώνεται ως μια πράξη επιστροφής: μια επιλογή ποιημάτων δεκαετιών που ανασυνθέτει εκ των υστέρων τη μορφή της Σοφίας μέσα στο σύνολο της ποιητικής διαδρομής του δημιουργού. Ο ίδιος ο ποιητής εξηγεί ότι πρόκειται ουσιαστικά για έναν απολογισμό ζωής, αφιερωμένο στη σύντροφό του και στον γιο τους, σαν να επιχειρεί να ξαναδιαβάσει όλο το έργο του υπό το φως αυτής της σχέσης. 

Στο δεύτερο μέρος, Μαζί σου και στο πουθενά, ο ποιητής αλλάζει δραστικά τον τόνο. Η γλώσσα γίνεται λιγότερο αναστοχαστική και περισσότερο άμεση. Η ποιητική φωνή μοιάζει να έχει χάσει τη βεβαιότητα της καθημερινής παρουσίας και να αναζητά έναν νέο τρόπο ύπαρξης του άλλου. Αυτό φαίνεται καθαρά στο ομότιτλο ποίημα «μαζί σου και στο πουθενά». Ο Τ.Νικηφόρου γράφει: «κοιτάζω δίπλα μου τον καναπέ / αλλά εσύ δεν είσαι εκεί / (…) βρίσκω ένα ρούχο σου / (…) και κλαίω απελπισμένα» (σ. 33). Οι στίχοι αυτοί είναι αποκαλυπτικοί όχι μόνο ως περιεχόμενο αλλά και ως ποιητική τεχνική. Δεν υπάρχει αλληγορία ούτε θεατρική κορύφωση. Υπάρχει η λεπτομέρεια που ξαφνικά αποκτά οντολογικό βάρος: ο καναπές, το δωμάτιο, το ρούχο. Η απουσία δεν εκφράζεται αφηρημένα· αποκτά αντικείμενα. Το βλέμμα δεν κατευθύνεται προς μεγάλα σύμβολα· κατευθύνεται στον καναπέ, στο ρούχο, στον χώρο. Το σπίτι γίνεται τόπος πένθους. Στην ελληνική ποίηση υπάρχει μια μεγάλη παράδοση αντικειμένων που αποκτούν συναισθηματικό φορτίο – από τον Γ.Σεφέρη έως την Κική Δημουλά. Ο Τ.Νικηφόρου όμως διαφοροποιείται: τα αντικείμενα δεν λειτουργούν ως αλληγορίες· λειτουργούν ως αποδείξεις ότι κάποιος υπήρξε. Η συγκίνηση γεννιέται επειδή ο χώρος εξακολουθεί να είναι διαμορφωμένος για δύο ανθρώπους, ενώ έχει απομείνει μόνο ο ένας. Εδώ ο ποιητής αγγίζει μια παράδοση που εκτείνεται από την οικιακή ποίηση της μεταπολεμικής γενιάς έως την ύστερη ερωτική ποίηση της νεοελληνικής γραμματείας: η μεγάλη συγκίνηση γεννιέται όχι από το γεγονός της απώλειας αλλά από την αδυναμία του χώρου να συνηθίσει ότι ο άλλος λείπει.

Θα ήταν λάθος να διαβαστεί η Σοφία αποκλειστικά ως βιογραφικό πρόσωπο. Στην τριλογία μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι ευρύτερο: σε μορφή σταθερότητας μέσα στην ιστορική φθορά. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Τ.Νικηφόρου αποφεύγει τη μυθοποίηση. Δεν κατασκευάζει μια ιδανική γυναικεία φιγούρα. Αντίθετα, επιμένει στην πραγματικότητα της κοινής ζωής: εργασία, οικογένεια, χρόνος, αλληλεγγύη, κοινή πορεία. Έτσι, η Σοφία δεν γίνεται σύμβολο του ανέφικτου – γίνεται σύμβολο του κατοικημένου χρόνου. Η επιλογή αυτή διαφοροποιεί ουσιαστικά το έργο από μεγάλο μέρος της σύγχρονης ερωτικής ποίησης, όπου κυριαρχεί είτε η αποσπασματικότητα, είτε η αυτοβιογραφική εξομολόγηση χωρίς μετασχηματισμό. Εδώ η εξομολόγηση περνά μέσα από ποιητική επεξεργασία και μετατρέπεται σε συλλογικό βίωμα.

Υπάρχει κάτι ακόμη που κάνει την τριλογία ξεχωριστή: η πίστη ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να μιλήσει καθαρά για την αγάπη χωρίς υπεκφυγές. Στη σύγχρονη λογοτεχνία η ειλικρίνεια συχνά αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Ο Νικηφόρου ακολουθεί αντίθετη πορεία. Ρισκάρει την αμεσότητα. Σε άλλο ποίημα από τον δεύτερο κύκλο, γράφει: και με την τελευταία μου πνοή εγώ θα σ΄αγαπώ (σ. 21). Αυτή η φράση, αν αποσπαστεί από το σύνολο, θα μπορούσε να θεωρηθεί απλή ή ακόμη και υπερβολική. Η δύναμη αυτών των στίχων δεν βρίσκεται στην πρωτοτυπία της διακήρυξης – ο έρωτας που υπερβαίνει τον χρόνο είναι ένα από τα αρχαιότερα θέματα της λυρικής ποίησης. Η δύναμή τους βρίσκεται στο γεγονός ότι προφέρονται όχι ως υπόσχεση αλλά ως απολογισμός. Ο ποιητής δεν μιλά από τη θέση της επιθυμίας αλλά από τη θέση της διάρκειας. Μέσα όμως στο σώμα της τριλογίας λειτουργεί διαφορετικά: αποκτά το βάρος μιας ζωής που ήδη έχει διανυθεί. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος του έργου. Δεν διαβάζουμε έναν ποιητή που φαντάζεται την αιωνιότητα· διαβάζουμε έναν ποιητή που αναμετριέται με το τέλος και επιμένει στη συνέχεια της αγάπης ως μνήμης.

Η τριλογία Ποιήματα για τη Σοφία μπορεί να ιδωθεί ως ύστερη σύνθεση, σχεδόν ως προσωπικό ποιητικό testamentum. Δεν είναι η πιο πειραματική στιγμή του Νικηφόρου ούτε η πιο μορφολογικά τολμηρή. Είναι όμως μία από τις πιο εσωτερικά ολοκληρωμένες. Εκεί όπου προηγούμενες συλλογές συχνά κινούνταν ανάμεσα στην υπαρξιακή αγωνία και τη στοχαστική παρατήρηση, εδώ όλα συγκλίνουν σε έναν κεντρικό άξονα: τον άνθρωπο που υπήρξε δίπλα στον ποιητή και έγινε τελικά συνώνυμος του ίδιου του χρόνου. Από αυτή την άποψη, η τριλογία δεν είναι μόνο ερωτική. Είναι έργο για το τι απομένει, όταν ο χρόνος αφαιρεί σχεδόν τα πάντα. Η τριλογία Ποιήματα για τη Σοφία δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο: να αποδείξει ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να μιλήσει σοβαρά για την αγάπη, τη συντροφικότητα και το πένθος χωρίς ρητορεία.

Ο Τόλης Νικηφόρου παραδίδει ένα έργο χαμηλόφωνο αλλά βαθιά συγκινητικό, όπου η προσωπική εμπειρία μετασχηματίζεται σε καθολική εμπειρία. Η Σοφία δεν γίνεται απλώς παραλήπτρια ποιημάτων· γίνεται ο τόπος όπου η ποίηση συναντά τη ζωή. Και τελικά αυτό είναι που μένει μετά την ανάγνωση: όχι η αίσθηση ότι διαβάσαμε έναν κύκλο ερωτικών ποιημάτων, αλλά ότι παρακολουθήσαμε τη διαμόρφωση μιας ολόκληρης βιογραφίας μέσα από τον ρυθμό του στίχου.

Οι τρεις συλλογές του Τόλη Νικηφόρου, Ποιήματα για τη Σοφία, Μαζί σου και στο πουθενά και Εφτά ερωτήσεις στη στάχτη, μπορούν να διαβαστούν ως μια ενιαία ποιητική σύνθεση, ως μια ευρύτερη ενότητα ποιημάτων αφιερωμένων στη Σοφία Αναστασιάδου-Νικηφόρου, σύντροφο ζωής του ποιητή επί περίπου έξι δεκαετίες. Η ιδιαιτερότητα του βιβλίου δεν βρίσκεται απλώς στη θεματική της απώλειας· εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο η προσωπική εμπειρία μετασχηματίζεται σε ποιητικό γεγονός, χωρίς να αναζητά την εξιδανίκευση ούτε την αισθητική απόσταση. Ο Τ.Νικηφόρου δεν γράφει «για» τον θάνατο· γράφει μέσα από την κατάσταση της επιβίωσης μετά τον θάνατο. Το κεντρικό νήμα των τριών συλλογών είναι η διάρκεια του ερωτικού βλέμματος και η μεταμόρφωσή του σε μνήμη, χρόνο και γλώσσα. Θεωρητικά, η ανάγνωση εδώ στηρίζεται σε στοιχεία της φαινομενολογίας (Bachelard), της ποιητικής του έρωτα και της λυρικής υποκειμενικότητας.

Στα Ποιήματα για τη Σοφία η αγάπη λειτουργεί ως γνωστικό συμβάν. Το ποίημα «επίγνωση» (σ. 13) διατυπώνει: «με επίγνωση βαδίζω… κρατάω το χέρι σου σφιχτά… πάνω από το κενό». Η εικόνα μετατρέπει τον έρωτα σε μορφή ύπαρξης απέναντι στο μηδέν. Σε μεταγενέστερα ποιήματα της ίδιας συλλογής («να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο», σ. 23), η ανάγνωση και η φωνή γίνονται τόπος κατοίκησης. Η ποιητική γλώσσα δεν περιγράφει απλώς· εγκαθιστά έναν κοινό κόσμο, όπου θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το βαθύτερο θέμα των Ποιημάτων για τη Σοφία δεν είναι ο έρωτας αλλά η μνήμη. Η Σοφία γίνεται όμως σταδιακά η μορφή μέσα από την οποία ο ποιητής, «πενήντα χρόνια τώρα με τη φλόγα / με τις αδυναμιές και τα λάθη μας . και μιαν αγάπη ανίκητη» (σ. 27) αναμετριέται με το ερώτημα: τι σώζεται από μια ζωή; Σώζεται η φωνή, μια θέση στον καναπέ, ένα βλέμμα, η αίσθηση ότι κάποιος διάβαζε πρώτος κάθε βιβλίο και βρισκόταν εκεί πριν από κάθε δημοσίευση, κάθε αναγνώριση, κάθε δημόσια στιγμή.  Η ποίηση εδώ αναλαμβάνει έναν σχεδόν αρχειακό ρόλο. Δεν αποσκοπεί να εξιδανικεύσει το παρελθόν αλλά να το κρατήσει ενεργό. Και ίσως αυτό να αποτελεί το πιο συγκινητικό και ώριμο στοιχείο της τριλογίας: ότι δεν αντιμετωπίζει την αγάπη ως εξαίρεση της ζωής, αλλά ως τον τρόπο με τον οποίο η ζωή αποκτά συνοχή.

Στο Μαζί σου και στο πουθενά η ερωτική εμπειρία αποκτά αριθμητική και κοσμολογική διάσταση. Στο ποίημα «προβλήματα της αριθμητικής» (σ. 11), ο ποιητής γράφει ότι ξεχνά την αριθμητική καθώς βυθίζεται στα μάτια του άλλου· κι αυτό γιατί η μέτρηση υποχωρεί μπροστά στην εμπειρία. Η συλλογή προτείνει μια αντι-ωφελιμιστική αντίληψη του χρόνου: το «μαζί» του τίτλου δεν είναι τόπος αλλά τρόπος ύπαρξης. Εδώ μπορεί να διαβαστεί παραγωγικά η έννοια του Bachelard για τον οικείο χώρο, όπου το πουθενά γίνεται κατοικήσιμο.

Στις Εφτά ερωτήσεις στη στάχτη η ερωτική φωνή συνομιλεί με τη φθορά και τη συνέχεια. Οι εικόνες της στάχτης δεν δηλώνουν λήξη αλλά μετασχηματισμό. Στο ποίημα της σ. 21 εμφανίζεται η φράση «σύντομα θα ξανασυναντηθούμε / στην πρώτη νιότη μας και πάλι / (…) θα μετονομάσουμε τα πάντα σε αγάπη». Η ονοματοδοσία εδώ αποκτά καθαρά οντολογικό χαρακτήρα. Αν το πρώτο βιβλίο λειτουργεί ως ανθολόγηση μιας κοινής διαδρομής, και το δεύτερο ως καταγραφή της απουσίας, το τρίτο μέρος της σύνθεσης —Εφτά ερωτήσεις στη στάχτη— ήδη από τον τίτλο του προδιαγράφει μια τελευταία μετατόπιση, αυτήν της ανάμνησης προς τον στοχασμό πάνω στην απώλεια και τη συνέχεια. Ο τίτλος του βιβλίου μπορεί να οδηγήσει σε μια παρανόηση, ότι πρόκειται για ένα βιβλίο τελεσίδικης απώλειας. Ωστόσο, αν ακολουθήσουμε τη λογική που διαμορφώνεται στα προηγούμενα μέρη της τριλογίας, η στάχτη δεν είναι το τέλος της σχέσης αλλά η νέα της μορφή. Δεν έχουμε πλέον σώμα, κοινό χρόνο ή κοινό χώρο· έχουμε ίχνη, ανάμνηση, επανάληψη, εσωτερικό διάλογο. Η ποίηση, σε αυτή την προοπτική, παύει να είναι έκφραση και γίνεται τρόπος διατήρησης του δεσμού.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη σημασία του εγχειρήματος: η τριλογία για τη Σοφία δεν φαίνεται να γράφεται για να αποδεχθεί την απώλεια αλλά για να εξερευνήσει ο ποιητής τι απομένει από την αγάπη όταν ο χρόνος δεν μπορεί πια να τη φιλοξενήσει. Έτσι, η τριλογία δεν ολοκληρώνεται απλώς ως λογοτεχνικό έργο· ολοκληρώνεται ως βιογραφικό και ποιητικό γεγονός. Και γι’ αυτό, ανεξάρτητα από την τελική θέση που θα καταλάβει στον «κανόνα» της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, ήδη διαβάζεται ως ένα από τα πιο προσωπικά και ανθρώπινα έργα της ύστερης περιόδου του Τόλη Νικηφόρου.

Ο τίτλος Εφτά ερωτήσεις στη στάχτη είναι από μόνος του αποκαλυπτικός. Η «στάχτη» στην ποιητική παράδοση δεν δηλώνει απλώς το τέλος· δηλώνει ό,τι απομένει μετά την καύση της εμπειρίας. Είναι υλικό κατάλοιπο, αλλά και μνήμη χωρίς σώμα. Το γεγονός ότι ο ποιητής δεν απευθύνει «επτά απαντήσεις», αλλά «επτά ερωτήσεις», υποδηλώνει ότι η ποίηση δεν επιχειρεί πλέον να διασώσει ούτε να εξηγήσει· επιχειρεί να συνεχίσει να συνομιλεί. Και στο μεγαλύτερο μέρος της μακράς ποιητικής του πορείας -μιας διαδρομής που εκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως σήμερα- η γραφή του χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, υπαρξιακή διερώτηση, στοχασμό πάνω στον χρόνο και επίμονη σύνδεση της μεταφυσικής ανησυχίας με τις μικρές σκηνές του καθημερινού βίου. 

Η τριλογία συνεπώς δεν οργανώνεται ως εξομολόγηση αλλά ως επανεγγραφή του ίδιου προσώπου σε διαφορετικές χρονικότητες. Ο Τ.Νικηφόρου μετακινείται από την παρουσία στη μνήμη και από τη μνήμη σε μια σχεδόν μεταφυσική συνύπαρξη. Η γλώσσα παραμένει λιτή, με σύντομους στίχους, συχνά χωρίς ρητορική επίδειξη. Αυτή η λιτότητα παράγει ένταση και μετατρέπει τις καθημερινές λέξεις σε φορείς διάρκειας. Συμπερασματικά, οι τρεις συλλογές μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο ποιητικό σώμα για την επιμονή της αγάπης απέναντι στον χρόνο, με βασικούς άξονες την επίγνωση, τη μνήμη, τη γλώσσα και τη μεταμόρφωση του ιδιωτικού βιώματος σε κοινή εμπειρία.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της τριλογίας είναι ότι δεν παρουσιάζεται ως μνημειακή κατασκευή μνήμης αλλά ως διαδικασία. Ο Τ.Νικηφόρου δεν φαίνεται να μετατρέπει τη Σοφία σε σύμβολο ούτε σε αφηρημένη έννοια του έρωτα. Αντίθετα, η παρουσία της εξακολουθεί να είναι συγκεκριμένη, προσωπική και καθημερινή. Στο σημείωμα που προτάσσεται στο Ποιήματα για τη Σοφία, ο ποιητής διατυπώνει μια χαρακτηριστική θέση: η αγαπημένη του δεν εγκαταλείπει τον κόσμο αλλά μετακινείται μέσα στα βιβλία, στις χειρονομίες της μνήμης και στην ίδια τη γραφή. Μέσα σε αυτή τη λογική, το τρίτο βιβλίο δεν φαίνεται να λειτουργεί ως «κλείσιμο». Επιπλέον, η επιλογή του αριθμού επτά επιτρέπει και μια δεύτερη ανάγνωση. Στην πολιτισμική και λογοτεχνική παράδοση, το επτά είναι αριθμός ολοκλήρωσης αλλά και μετάβασης. Οι «επτά ερωτήσεις» δεν σημαίνουν αναγκαστικά επτά συγκεκριμένα ερωτήματα· μπορούν να διαβαστούν ως μια συμβολική δομή: επτά απόπειρες να αρθρωθεί κάτι που παραμένει τελικά ανείπωτο.

Γιώργος Φρέρης