Νίκος Παπάνας, Ποίηση * Κριτική

In Κριτική, Λογοτεχνία, Ποίηση by mandragoras

 

Νίκος Παπάνας
Σε ανακηρύσσω νικήτρια, ποιήματα,
Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα, 2022, (Α΄ έκδοση 2021), σελ. 48

Σπαράγματα του ανεκπλήρωτου

Πρόκειται για τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα, χωρισμένη σε τρεις ενότητες. Η πρώτη, «Το ρολόι μου», είναι η μεγαλύτερη. Εξελίσσεται σαν μία ιστορία ποιητικών συνεχειών που υμνεί τον έρωτα από και προς, ως έννοια και πράξη μαζί. Τα συγκριτικά στοιχεία πολλά, αίτιο το συναίσθημα, πολλά τα αιτιατά, ουσιαστικά έμψυχα αλλά και ιδεατά. Ο έρωτας ως φιλοσοφία, προσήλωση, αυταπάρνηση. Κάποιες φορές και πάθος προς πρόσωπα και ιδέες πνευματικές, και κάποιες άλλες, ίσως, εμμονές ακατάληπτες.

Από το πρώτο ποίημα, «Ανεξημέρωτο φιλί», συγκεκριμενοποιείται το ανεκπλήρωτο, το αίσθημα της ήττας. Η «πεσμένη γέφυρα» στον έβδομο στίχο, νομιμοποιεί την απόσταση, την αναζήτηση σε αδιέξοδα μονοπάτια του ανέφικτου, (σελ.9). Στο ποίημα «Το ρολόι μου», (σελ.10), ο συμβολισμός στον στίχο φανερός και εξαιρετικά διαχειρισμένος. Το ρολόι μετράει τις ώρες από αρχής της σχέσης του ζευγαριού, ξορκίζοντας τον φόβο τους να σταματήσει. Οι δείκτες του, χέρια χορευτή μπαλέτου σε θέση «εννέα και τέταρτο». Κουρντισμένο σφιχτά από μία φαντασία που ξεπερνάει την απόσταση για χάρη της ελπίδας. Ο χορός σμίξιμο και υπόσχεση, φόρτιση και αποφόρτιση μαζί. Τροχιές κλειστών ελλειπτικών καμπυλών γύρω από μετακινούμενο άξονα, άψογα κυκλικά σχήματα, λαξευμένα από θύελλες, φιλοτεχνημένα από αντιξοότητες, συντελούν στην τελείωση μιας ερωτικής πράξης.

Στο ποίημα «Ευτυχώς ήρθες», ο στίχος γίνεται ρυθμός υπαινισσόμενος ανακούφιση, λύτρωση, αφοσίωση, (σελ.11). Ο Νικόλαος Παπάνας καταφέρνει, μέσα σε πέντε στίχους, να αναπτύξει όλο το πάθος μιας συνάντησης που μόλις τελείται (μπορεί και της σχέσης, που αρχίζει μετά ή ταυτόχρονα). Η φράση φανερώνει την έντονα συναισθηματική ανυπομονησία, που έχει προηγηθεί, και συγχρόνως την ανακούφιση, τη λύτρωση και την ελπίδα για τη συνέχεια. Η γραφή –και εδώ– απευθύνεται στο αντικείμενο του πόθου, σε δεύτερο πρόσωπο, με το συναίσθημα, λόγω του μέχρι τώρα ανεκπλήρωτου, να υπερβαίνει το φυσιολογικό, (σελ.11).

Ο ρυθμός ως εκτόνωση, υποβολή και απελευθέρωση συναντάται και στο επόμενο ποίημα, «Σε ανακηρύσσω νικήτρια», (σελ.12) όπου βλέπουμε ν’ αναπτύσσεται ένας «διάλογος με βήματα για δύο». Η «αμήχανη ζάλη» του υποκειμένου καθορίζει τη σχέση αιτιότητας μεταξύ της αιτίας και του αποτελέσματός της. Η αυτοκυριαρχία, ως αντίσταση εκ μέρους του «αντικειμένου», ανακηρύσσει νικητή το αιτιατό.

Το λογοπαίγνιο παίζει σημαντικό ρόλο στη γραφή των ποιημάτων της συλλογής, ως σημείο αναφοράς, ακόμα και ως υπαινιγμός. Μέσα από αυτόν περνάει ο ποιητής ερωτήματα περί λογοτεχνίας, σημαντικά και ουσιαστικά για την εξέλιξή της. Τα ανεκπλήρωτα (συν)αισθήματα «γίνονται ηχηρά πυροτεχνήματα», που συσσωρεύονται και πονούν, (σελ.13).

Στον «μονόλογο του αρλεκίνου», (σελ.15), ο ήρωας απευθύνεται στον εαυτό του. Ευθύς υπαινιγμός με θετικό πρόσημο. Το πολύχρωμο καρό κουστούμι θετικός χαρακτηρισμός για την πραγμάτωση του ονείρου, όπως και οι μεταφορές των ματιών που ξενιτεύονται και οι ριπές του ανέμου που «κουρελιάζει τον οδικό χάρτη της συμπεριφοράς». Υποθέσεις συνέχειας για τη ακατανίκητη έλξη, καθώς ο πόθος, ως λέξη και ως συναίσθημα, υπονοείται αλλά πεισματικά δεν εκφέρεται. Κρατείται ευλαβικά, «λάφυρο προσμονής» σε σκαλιστό σεντούκι, πειρατική θέληση αρνητικής βούλησης, (σελ.15).

Ο χορός επιδρά και εδώ ως αντίδοτο της απουσίας, μπροστά σε ένα αβέβαιο άγνωστο, άγραφο όσο και κάποια «τρεμάμενα γράμματα» πάνω σε μία άδεια λευκή σελίδα, (σελ.16). Η «αυτοτιμωρία», (σελ.17), συμπεριφέρεται σαν συνέχεια της ενδοσκόπησης των προηγουμένων ποιημάτων καθώς το είδωλο στον καθρέφτη εντείνει την αγωνία του υποκειμένου. Ένα πένθος «αντιστρόφως ανάλογο της διάρκειας γνωριμίας «παρηγορεί ή παραλύει» μέσα από το ίδιο το λογοπαίγνιο, («Παραλύω με όρους μαθηματικούς», σσ.18-19). Η «Αχρηστία» είναι μία λυρική ερωτική συμφωνία υπαρξιακής αναζήτησης με θεολογικούς υπαινιγμούς, (σελ.20).

Η επίκληση της ρομαντικής εποχής επιδεινώνει το συναίσθημα της αποτυχίας, υπερτονίζοντας το ανεκπλήρωτο της συνέχειας στο ποίημα «Il n’y a pas d’ amour heureux», («Δεν υπάρχει ευτυχισμένη αγάπη», σελ.21). Είναι μία ποιητική συνομιλία με το ομότιτλο ποίημα του Loui Aragon, από το οποίο είναι εμπνευσμένο, και στον οποίο έχει αφιερωθεί. Ο υπαινιγμός περί ανύπαρκτου βασιλείου παραπέμπει στον Ερρίκο τον 4ο και τον πόλεμο των Ρόδων, ενώ η διαδοχή στον θρόνο μετατρέπεται σε αντοχή στον χρόνο.

Στο ποίημα «Negroni», (σελ.22), αφιερωμένο στο William Burroughs γίνεται υπαινιγμός στο ομώνυμο ποτό, ως «Ψήγμα ευτυχίας, αιρετική αναπόληση», στην ποίηση beat και στις σπουδές του δημιουργού στην Ιατρική, όπως και του Burroughs, αλλά και στον Κάφκα (3ος και 4ος στίχος). Στον «Ίλιγγο», μία αλληγορία των σχέσεων στη ζωή, μαθαίνει ο άνθρωπος να σηκώνεται μετά από κάθε πέσιμο κι αυτό διαρκεί όσο αντέχει να υποφέρει. Γιατί τη θάλασσα ο καθένας την κοιτάζει μόνος του.

Στη δεύτερη ενότητα, «Μία ιστορία με θραύσματα», αναπτύσσονται δεκαεπτά ποιητικές ψηφίδες που προσεγγίζουν τη γραφή των Χαϊκού ανιδιοτελώς (σσ.27-35). Οι στίχοι τους εστιάζονται στις ανησυχίες που προκαλούν τα αναπάντητα ερωτήματα του ανθρώπου. Κύριο θέμα και αναπάντητο ανά τους αιώνες ο ανεκπλήρωτος έρωτας, η απώλεια ως ένας ζωντανός θάνατος: «Τρυφερή μάχη:/ Θέλω να με νικήσεις/ ή να σε νικήσω;», (σελ.28).

            Θαυμάσιο το σύνολο των ερωτικών σπαραγμάτων. Η ακρίβεια στην απόδοση του συγκεκριμένου είδους ποίησης αποστομωτική (τα «μέτρησα» ένα-ένα). Εξαιρετικό δείγμα το Νο 15, όπου δίνεται μεταφορικά ένα μάθημα γραφής Χαϊκού, με δεκαεπτά συλλαβές, σε τρεις στίχους. Αχνίζει η αμφιβολία καθώς προβάλλει σαν αντίληψη και επεκτείνεται σαν πόνος, επιβίωση, συνήθεια, αλλά και ζωή. Διττά τα ερωτήματα ξεδιπλώνονται, από την εσωτερική πορεία αυτών των θραυσμάτων, και χτίζουν μία ιστορία ανεκπλήρωτης ευτυχίας, (σελ.28). Και πάνω απ’ όλα ο έρωτας. Παράδοση ολοκληρωτική και εμπειρία εθελούσιας παραπλάνησης, (σελ.29-5/6). Η απορία: Είναι καλύτερα ν’ αγαπηθείς ή ν’ αγαπήσεις αν δεν είναι αμοιβαίο, οδηγεί στο αμλετικό παραφρασμένο ερώτημα: Αν είναι να πληγωθείς, να το ζήσεις ή να μην; 

            Η αναφορά του 8ου σπαράγματος, (σελ.30), στον Matsuo Bashō[1] –στην πραγματικότητα Ματσούο Μουνεφούσα–, σημαντικό εκπρόσωπο της Ιαπωνικής μορφής Χαϊκού, είναι η απόδειξη της επιρροής του Ιάπωνα ποιητή στον δημιουργό της συλλογής.

            Στην τρίτη ενότητα της συλλογής, με τον τίτλο «Επίλογος», το ποίημα «Γαλάζιο Αδιέξοδο». Αναγνωρίζουμε την παρομοίωση και την μεταφορά να ενισχύουν το αποτέλεσμα της ενδελεχούς έρευνας σε ένα θέμα αιώνια άλυτο και αδιέξοδο, που επιβεβαιώνει τον αγώνα αλλά και την αδυναμία των συναισθημάτων μπροστά σε μία ανύπαρκτη συναίνεση, (σελ.39).

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

***

Νίκος Παπάνας, 
Σας αρέσουν τα σονέτα;
Εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα, 2023, σελ. 48

Μία πορεία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα

Είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα, μέσω της οποίας υμνείται ο έρωτας και ξορκίζεται την απώλεια. Ο δημιουργός ακολουθεί ευλαβικά τους όρους γραφής ενός σονέτου. Δεκατέσσερα δεκατράστιχα (σονέτα), επιλέγονται δεξιοτεχνικά ώστε να στηρίξουν το αισθητικό αποτέλεσμα. Στα δύο πρώτα ποιήματα, «Παράξενο λουλούδι», (σελ.11) και «Έρωτας», (σελ.12), η χαρά και ο πόνος, ως αντιθετικό δίπολο, περιστρέφονται και υποθάλπουν «απουσιοτροπικά» τα «δηλητηριώδη αγκάθια τους». Ακολουθούν την πορεία του παράφορα ευρηματικού κύκλου της ποίησης, ο οποίος παρότι «αιώνια προσωρινός», μέσα από την ίδια την «κυκλικότητά» του, επινοεί «την επίλυση της εξίσωσης φωτιά ίσον νερό», (σελ.13), και επιφέρει την εσωτερική αρμονία και στα υπόλοιπα ποιήματα, όπου το παρελθόν συναντά το παρόν, δημιουργώντας ένα άρτιο αισθητικό αποτέλεσμα.

Στον στίχο του Νίκου Παπάνα η επανάληψη μιας πρότασης εντείνει τη σημασία του νοήματός της, («Πιο κοντά», σελ. 15). Το ποίημα η «Γλώσσα μιας άλλης εποχής» εκτιμάται ως εξαιρετικό δείγμα a la manιere de Κωνσταντίνου Θεοτόκη, στον οποίο και αφιερώνεται, (σελ.17). Το ίδιο και στα ποιήματα: «Γέρικη ελιά σήμερα», (σελ. 19) και «Καλότυχοι οι παλιοί», (σελ.21), γραμμένα a la manιere de Λορέντζου Μαβίλη.

Κάποια από τα ποιήματα, παρεκκλίνουν από την τυπικά αυστηρή δομή του σονέτου, όπως το ποίημα «Υπάρχουν χιόνια αλλοτινά», (σελ.23), αφιερωμένο στον Francois Villon[2]. Θα μπορούσε κάποιος κατά παρέκκλιση να τα χαρακτηρίσει, λιγότερο ή περισσότερο, ελεύθερα περιγραφικά, σε καμία όμως περίπτωση δεν θα τα κατέτασσε σε άλλη κατηγορία.

            Στο ποίημα «Διδακτορική διατριβή στη Θεολογία», (σελ.25), αναγνωρίζουμε σε έναν στίχο την παραλλαγή της ρήσης «η πίστη μετακινεί βουνά», η οποία προέρχεται από την Καινή Διαθήκη[3]. Αποτελεί μια ισχυρή μεταφορά, που παρουσιάζει τη δύναμη της πεποίθησης να υπερνικά φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια: «Το θαύμα της φωνής σου και βουνά μετακινεί», (σελ.25). Στη σύγχρονη εποχή, η φράση έχει επεκταθεί πέρα από το αυστηρά θρησκευτικό της πλαίσιο και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ψυχική δύναμη, την αποφασιστικότητα και την πεποίθηση ότι τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, αρκεί κανείς να πιστεύει στον εαυτό του και στους στόχους του.

Στον συγκεκριμένο στίχο συγκρίνεται ο ανθρώπινος έρωτας με τον θεϊκό, μόνο που στην πρώτη περίπτωση σημαντικό ρόλο στην απόλαυση παίζει ο πόθος του σώματος και όχι τη ψυχική διέγερση της Πίστης, όπως στη δεύτερη. Η ομοιότητα στο αίτιο αποκλίνει σε δύο αιτιατά, που αποτείνονται το ένα στην ψυχή και το άλλο στο σώμα, το ένα στο άυλο και το άλλο στο υλικό, (σελ.25).

            Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις του Νίκου Παπάνα προβάλλονται σαν «ντροπαλές παρενθέσεις», φωτισμένες από την νέα σελήνη: «Μία παρένθεση, μικρή ακόμα, ντροπαλή, άβγαλτη, μελετά να μάθει γράμματα» και «(Ό,τι κι αν είχα να σου δώσω: μία μικρή παρένθεση.)», (σελ.27), όπως και «Η μορφή σου: περιουσία, φυλαχτό στην ψυχή μου περίτεχνα χαραγμένο, τατουάζ ανεξίτηλο, (σελ.29).

            Η πεπατημένη τροχιά της ζωής αποδεικνύει τη σημασία και τη δύναμή της, καθώς ο κύκλος της περιστρέφεται από κεκτημένη ταχύτητα αναπαράγοντας στιγμές παρελθούσες αναμνήσεων, πηγαίες και ουσιαστικές: «Της μνήμης η σπασμένη ομπρέλα», (σελ.31). Στο «I got the bullets», (σελ.33), αφιερωμένο στον James Dean, η έννοια της λέξης επανάσταση[4] αντικαθίσταται με τις λέξεις ομορφιά, θάνατος: «Τελικά, η ομορφιά είναι κι αυτή χωρίς αιτία», διαβάζουμε στον όγδοο στίχο. Υπαινικτική παρομοίωση της τέχνης με τη ζωή, αφήνει να αιωρείται το ερώτημα: Η ζωή ακολουθεί την τέχνη ή η τέχνη τη ζωή;

            Η «Θάλασσα των Γρεβενών» είναι ένα απόσταγμα βιωματικής ποίησης. Μία λυρικά αφηγηματική αποτύπωση συναισθήματος μέσα από την αναπόληση. Με εξαιρετικές μεταφορές εικόνων, από τη μνήμη στον στίχο. «Κρυφή αγκαλιά ενός άλλου θέρους,/ ιδιωτική γαλάζια αιωνιότητα», (σελ.35). Γιατί, μπορεί τα Γρεβενά να μην έχουν θαλάσσια παραλία, αλλά έχουν μία από τις ομορφότερες ποταμίσιες παραλίες της Πίνδου. Είναι η παραλία του ποταμού Βενέτικου, κάτω από το ιστορικό Οθωμανικό πέτρινο γεφύρι του Αζίζ Αγά, μέσα στην καταπληκτική φύση. Και όλο αυτό είναι μνήμη από το βίωμα του δημιουργού.

            Κατακλείδα το ομότιτλο ποίημα «Σας αρέσουν τα σονέτα;», (σελ.37). Ηχηρή καταβύθιση σε εικόνες βαθιά χαραγμένες. «Τερπνό μειδίαμα», θα πω, ζωής. καθώς η μνήμη είναι ζωή κι όσο κι αν τη φοβάσαι, γλυκιά είναι όπως της μάνας το φιλί. Ακόμα κι αν δείχνει να είναι σμιλεμένο, από χώμα πατρίδας. 

Μία ιδιαίτερα επιτυχημένη συλλογή, που αγκαλιάζεται από ένα λιτό αλλά συμβολικά καλαίσθητο εξώφυλλο και προοιωνίζει την εξέλιξη μιας πορείας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας.

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

[Ο ποιητής Νίκος Παπάνας (Νικόλαος Παπάνας) είναι Καθηγητής Παθολογίας-Σακχαρώδους Διαβήτη στο Τμήμα Ιατρικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και υπεύθυνος του Διαβητολογικού Κέντρου της Β΄ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής.]

[1] Matsuo Bashō –στην πραγματικότητα Ματσούο Μουνεφούσα–, γόνος σαμουράι, περιηγητής και μελετητής του δρόμου του Ζεν, ο οποίος στράφηκε στη μελέτη της κλασσικής κινέζικης ποίησης. Ο Μπασό και οι μαθητές του ανανέωσαν την έως τότε αστεία και περιπαικτική ποίηση χαϊκάι και την ανήγαγαν σε σοβαρή λογοτεχνία.

[2] Γάλλος ποιητής του Μεσαίωνα, ο κατά Ρεμπώ γενάρχης των «καταραμένων ποιητών».

[3] Η έκφραση αποδίδεται στον Ιησού, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (17:20).

[4] Λογοπαίγνιο με εμπνευσμένο από τον τίτλο της ταινίας «Επαναστάτης χωρίς αιτία» με ήρωα τον ίδιο.