Η Φυλακή των Αθώων είναι ένα στοχαστικό μυθιστόρημα, με συναρπαστική πλοκή και με νεύρο που παραπέμπει σε θρίλερ. Για τους στοχασμούς του, σε μικρά και μεγάλα μεγέθη της ζωής, ίσως σας μιλήσει κάποιος άλλος από την παρέα μας. Θα ήθελα να σταθώ σε κάποιες άλλες πλευρές του:
Πρώτα απ’ όλα να λύσω την απορία, που μάλλον θα έχετε, όπως την είχα κι εγώ μέχρι να διαβάσω το βιβλίο. Ποια είναι η «φυλακή των αθώων» και γιατί το μυθιστόρημα ονομάστηκε έτσι;
«Φυλακή αθώων», αποκάλεσε ένας από τους ήρωες την κοινωνία, που δεν μάχεται όπως αυτός. Ναι, αντίλογος υπήρχε, ακούγεται, διαβάζεται. Κάποιος απαντάει με λόγια που περιγράφουν την κοινωνία σαν δημιουργική κανονικότητα και όχι σαν φυλακή. Όμως, ο λόγος και ο αντίλογος, είναι η ίδια η πλοκή του βιβλίου. Η πλοκή προσφέρει στον αναγνώστη την επιλογή να συμφωνήσει με την μία ή την άλλη άποψη.
Το μυθιστόρημα είναι μεγάλο σε μέγεθος αλλά εύκολο στην ανάγνωση. Τα δέκα κεφάλαιά του είναι εννέα διακριτές αφηγήσεις. Το πρώτο και το τελευταίο, θα μπορούσαν να είναι ένα αυτοτελές μυθιστόρημα επειδή το πρώτο δίνει την εκφώνηση ενός δράματος, μάλλον μια επερχόμενης τραγωδίας και το τελευταίο αποδίδει τη λύση, την κάθαρση. Τα ενδιάμεσα οχτώ κεφάλαια αφηγούνται τις σημαντικές βιογραφικές πλευρές των δέκα πρωταγωνιστών ηρώων και δίνουν μια εικόνα όσων σχετίζονται μαζί τους. Σίγουρα, όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από έναν πολιτικό κορμό, αλλά το ίδιο σίγουρα θα μπορούσε να διαβαστεί από κάποιον που ξέρει ελάχιστα για την πολιτική ή και τίποτα. Οι προσωπικές ιστορίες των ηρώων είναι ξεχωριστές κοινωνικές νουβέλες.
Η γλώσσα, εντυπωσιάζει από την πρώτη παράγραφο. Απεικονίζει συναρπαστικά τις καταστάσεις και τα γεγονότα. Κάνει απλά και καταληπτά τα πυκνά νοήματα και χωρίς να φλυαρεί, είναι εντυπωσιακά λογοτεχνική. Βεβαίως, περιγράφονται και οι διαφορετικοί χαρακτήρες των ηρώων. Κατά τη γνώμη μου, όμως, όσο ικανή κι αν είναι η γλώσσα του κάθε συγγραφέα, ώστε να δώσει σαφή εικόνα των ηρώων, υπάρχει πάντα ένα στοιχείο που κάνει τη μεγάλη διαφορά: Η ιδιαίτερη τέχνη να αντιστοιχεί και να ταυτίζεται ο χαραχτήρας με έναν συγκεκριμένο τρόπο εκφοράς του λόγου του. Θεωρώ πως σ’ αυτό το βιβλίο, αυτή η τέχνη, το απογειώνει. Διαβάζεις και πείθεσαι πως ξέρεις καλά τον κάθε ήρωα.
Αναγνωρίζεις τη Σοφία, την στέρεη, την αλύγιστη, όταν λέει: «Το έμβρυο είναι σπλάχνο της γυναίκας εφόσον δεν μπορεί να ζήσει έξω απ’ το σώμα της, μέχρι να γίνει έξι μηνών. Και φυσικά, είναι δικαίωμά της να κρατήσει ή να αποβάλει τα σπλάχνα της, και όχι έγκλημα».
Αναγνωρίζεις τον Λευτέρη, τον ευαίσθητο, τον ποιητή, όταν λέει: «Όποιος δεν ξέρει τίποτα για την ξερή άμμο του, δεν απλώνει και τα χέρια του στον ουρανό να τρυπήσει τα σύννεφα για να βρέξουν τη Γη, τη δική του και των άλλων».
Αναγνωρίζεις τον Διονύση τον κυνικό, τον θρασύ, όταν λέει: «Δικαιοσύνη ντε! Που είναι αυτή η θείτσα; Αποκλειστική νοσοκόμα την έχεις; Από τη μια μεριά αυτή, κι από την άλλη η αδικία με χίλια τελώνια στην ουρά της, κάθε μέρα και κάθε ώρα δίνουν μάχη μέσα στην καρκάλα μας, ποια θα κάτσει από πάνω. Και οι δυο έχουν μερίδα στον εαυτό μας, σύντροφε. Μόνο που η αδικία έχει κουμπάρα τη δύναμη κι απ’ αυτήν τσιμπάει ταχτικά, κάτι πόντους παραπάνω».
Αναγνωρίζεις τον καθένα από τους ήρωες, επειδή χρησιμοποιεί τη γλώσσα που ορίζει, και τον ορίζει. Ξέρεις καλά με ποιόν έχεις να κάνεις, είσαι σίγουρος γι’ αυτό. Ξεχνάς πως πρόκειται για μυθιστόρημα, ζεις μια ζωντανή ιστορία και είσαι έτοιμος να μπεις κι εσύ μέσα, να πάρεις μέρος στα γεγονότα και να ανακατευτείς στη δράση των ηρώων.
Να σταθώ σε κάτι ακόμα: Στο χιούμορ, που έχει κι αυτό τον ρόλο του στο έργο. Δίνει ελαφριά διάσταση σε δραματικά γεγονότα: τα αντέχεις και δεν σε παίρνουν κάτω, χωρίς να τους αφαιρεί το παραμικρό από το ουσία τους. Βάζει πιπέρι στα συνηθισμένα τα σερβίρει πικάντικα και τα κάνει ενδιαφέροντα, αν όχι και συναρπαστικά.
Παραθέτω ένα απόσπασμα με την υποσημείωση, για να γίνει κατανοητό, πως η Χριστίνα, την οποία πολιορκεί ο Σίμος, ήταν ήδη έμπειρη με τους άντρες δίχως να το ’χε συζητήσει μαζί του:
«Ο Σίμος, που καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας, την πολιορκούσε με ευγένεια και της εμπιστεύτηκε πως ήταν κομμουνιστής. Είχε ο τρόπος του έναν ρομαντισμό προσαρμοσμένο στην επαρχιώτικη συστολή του, όσο και στην ιδεολογία του. Η διασταύρωση, ενός βιωματικού συντηρητισμού που κουβάλαγε απ’ το χωριό του, με τη μύησή του στον κομμουνισμό, είχε καταλήξει στην τερατογέννηση μιας ιδέας, όχι και τόσο πρωτότυπης στο χώρο της κομμουνιστικής ορθοδοξίας. Θεωρούσε προσβολή προς τη γυναίκα να έλκεται ένας άντρας απ’ την ομορφιά της και το κορμί της. Από την πρώτη στιγμή, βάλθηκε να αποδείξει σ’ αυτήν και στον εαυτό του, πως αποκλειστική αιτία που την έχει ερωτευτεί, έστω κυρίαρχη μακράν πάσης άλλης, ήταν τα πνευματικά της χαρίσματα. Το αφήγημά του, δηλαδή η έμμεση ερωτική του εξομολόγηση, ήταν μια συλλογή από αρλούμπες που της έφερνε αμηχανία και με κόπο κρατούσε τα γέλια της.
Ήταν συγκλονισμένος, της έλεγε, με την άρτια άποψή της για την πολιτική κατάσταση.
Όλο κι όλο μια αλφαβήτα ήξερε, που μόλις τώρα μάθαινε να τη συλλαβίζει και πέραν τούτου, άγνοια.
Ήταν ενθουσιασμένος με τις γνώσεις της και την ευρυμάθειά της.
Δεν είχε διαβάσει πάνω από καμιά τριανταριά βιβλία, κυρίως λογοτεχνικά.
Θαύμαζε τις πλούσιες απόψεις της περί την τέχνη.
Δεν είχε δει ως τότε ούτε πως είναι απέξω ένα θέατρο.
Υποκλινόταν στο αγωνιστικό της πνεύμα.
Αυτό το πέτυχε.
Την εκτιμούσε που υπήρξε μελετηρή και άριστη μαθήτρια.
Αυτό το ’βγαλε αποκλειστικά απ’ την κοιλιά του.
Και το πιο σημαντικό, που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία, τον γέμιζε τρυφερότητα η αθωότητα που εξέπεμπε, η οποία φανέρωνε την απειρία της με τους άντρες.
Και στην κορφή κανέλλα.
Σ’ αυτό το τελευταίο, είχε συγκεντρωθεί να την παρηγορήσει, και πλαγίως να της αποδείξει πως ο ίδιος ήταν ο άντρας που άξιζε να αφιερώσει την παρθενία της και να κάνει την μοναδική και αιώνια σχέση μαζί του. Έβαζε τα δυνατά του και καθώς ερμήνευε τη σιωπή της σαν δείγμα δυσπιστίας, τα ’χανε, τα πασάλειβε, τα μπέρδευε και κατέληγε σε φλυαρίες και παραληρήματα.
Δεν πειράζει που δεν έχει καμιά εμπειρία από ερωτικές σχέσεις, δεν την παρεξηγεί που νιώθει άβολα, το βρίσκει δικαιολογημένο. Επειδή είναι και πολύ μικρή, είναι φυσικό να είναι δισταχτική και επιφυλακτική, ας μην έχει πρόβλημα, αυτός δεν την παρεξηγεί. Αντιθέτως, τον συγκινεί ακόμα περισσότερο, πρώτα η αθωότητά της, και οπωσδήποτε τον συγκινεί σαν άνθρωπος, και σαν …γυναίκα άνθρωπος, βεβαίως, ή καλύτερα σαν άνθρωπος θηλυκός, και με τα πολλά κατέληγε να της μιλάει για τον εαυτό του, που δεν είναι από εκείνους τους ανθρώπους που… αλλά είναι από τους άλλους ανθρώπους που… και η Χριστίνα τον κοίταγε με συμπάθεια για τον αγώνα που έδινε να διασκευάσει τα συναισθήματα του έτσι ώστε να δένουν με τις ιδέες του. Και να τον βασάνιζαν τον έρμο το Σίμο, πιο εύκολα θα ομολογούσε τη συμμετοχή του σε συνομωσία κατά των Ρώσων, παρά τι πάθαινε με τα άλλα χαρίσματα, πλην από τα πνευματικά, του υπέροχου ανθρώπου, που παρεμπιπτόντως ήταν… θηλυκός.»
Χρύσα Σαββάκη
Ο Κώστας Πετρουλάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε στο οικονομικό Πανεπιστήμιο Πειραιά. Εργάζεται στη διαχείριση επιχειρήσεων, αρθρογραφεί στον ηλεκτρονικό Τύπο και συγγράφει μυθιστορίες και δοκίμια. Το 2014 το διήγημα «Οι Χασομέρηδες» επιλέχθηκε για τη «Συλλογή του Χρόνου» από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες. Το 2017 η νουβέλα Η αγιογραφία της Άννας εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Το 2024 βραβεύτηκε το διήγημα «Ευχόμαστε Μαχόμαστε» στον 12ο διαγωνισμό του Ομίλου για την UNESCO Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας.
Κώστας Πετρουλάς Η φυλακή των αθώων, Εκδόσεις Σμίλη, Δεκέμβριος 2025, σελ. 784, ISBN: 978-618-211-132-1, Τιμή: 22 ευρώ.