ΕΙΚΟΝΕΣ | “Γεννηθείς το 1919”

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημα by mandragoras


Της πόλης

21/6/18

Έλαβα τελικά την απάντησή σου και χάρηκα πολύ. Ίσως γι αυτό δε θέλω να σου γράψω άλλες τρομακτικές εικόνες.

Σήμερα θα αφήσω να μιλήσει ένας κάτοικος της περιοχής, από τους παλιότερους, όπως νομίζω. Φοράει γραβάτα όταν βγαίνει έξω και χρησιμοποιεί συνήθως εκείνη τη γλώσσα που στη γενική το φωνήεν γίνεται μακρό και κατεβαίνει ο τόνος.

Το οικόπεδο ήταν του αδερφού του πατέρα μου, λέει.

Εμείς ήρθαμε το 1927. Το σπίτι χτίστηκε ταυτόχρονα με το διπλανό. Πανομοιότυπα και τα δυο. Δυο αδερφών, όπως σου είπα. Με στρογγυλό γωνιακό μπαλκόνι, με ανάγλυφες διακοσμήσεις πάνω από τις πόρτες, στολισμένο με γιρλάντες, αλλά και μέσα είχε μαρμάρινες σκάλες και μια στριφογυριστή βαριά ξύλινη σκάλα με σκαλίσματα. Τα δυο αυτά σπίτια ήταν τα μεγαλύτερα και ψηλότερα νεοκλασικά στη γειτονιά. Τα άλλα ήτανε διώροφα ή ισόγεια. Μερικά σώζονται ακόμη αλλά το δικό μας ήτανε πιο ψηλό. Απ’ τα μεγαλύτερα.

Στο υπόγειο ήταν το πλυσταριό. Εκεί είχαμε καζάνια μεγάλα με φωτιά από κάτω για να ζεσταίνεται το νερό και μαρμάρινη μεγάλη σκάφη που πλένανε τα ρούχα. Ερχότανε πλύστρα και τα έπλενε. Εκεί στην άκρη ήτανε και το πηγάδι. Κάθε σπίτι σχεδόν, είχε πηγάδι τότε. Το νερό από τα πηγάδια όμως δεν το πίναμε. Ερχόταν ο νερουλάς κάθε μέρα. Όσοι είχαν υπηρέτριες πηγαίνανε να φέρουν το νερό οι υπηρέτριες, αλλιώς οι νοικοκυρές. Το νερό το είχαμε στις στάμνες. Αυτά που σου λέω ήταν πριν το τριάντα. Μετά ήρθε η ΟΥΛΕΝ.

Στο σπίτι τώρα. Πάνω από το υπόγειο με το πλυσταριό, ήταν το ισόγειο που το νοικιάζαμε. Και τον μεσαίο όροφο τον νοικιάζαμε. Για να ζεσταινόμαστε είχαμε μια ξυλόσομπα και κωκ. Τα ξύλα τα βάζαμε σε μια μεγάλη αποθήκη, που ήτανε πάνω από την κουζίνα και κάτω από την ταράτσα. Είχαμε ψυγείο πάγου. Οι φτωχότεροι, που μένανε στα χαμόσπιτα και τα υπόγεια της γειτονιάς, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τα κρεμαστά φανάρια για να φυλάνε τα φαγητά.

Οι δρόμοι ήταν χωμάτινοι και γεμίζανε λάσπες το χειμώνα και το καλοκαίρι σηκώνανε σκόνη.

Εκτός από τον νερουλά, που σου είπα, περνούσε και ο γιαουρτάς. Ο γαλατάς που έφερνε κάθε μέρα χύμα γάλα ήταν άλλος. Το καλοκαίρι ερχόταν ο παγωτατζής. Περνούσανε κι άλλοι από το δρόμο. Ο ψαράς, ο παλιατζής, ο μανάβης και ο παγοπώλης που καθημερινά παίρναμε τον πάγο.

Το σπίτι μας είχε πληγεί στον πόλεμο και οι τοίχοι του είχανε τρύπες από τις σφαίρες. Το Δεκέμβριο του ΄44 που έγιναν τα Δεκεμβριανά, εδώ είμαστε στην Εαμίτικη ζώνη. Είμαστε αποκλεισμένοι και κατά τον βομβαρδισμό των Άγγλων, ένας όλμος έπεσε πάνω στην ταράτσα. Τις ζημιές τις επισκευάσαμε μετά την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.

Στην κατοχή πέθανε και ο πατέρας μου. Αρρώστησε από πνευμονία και πέθανε το ΄44. Και το μαγαζί – εμπόριο δερμάτων στο Σύνταγμα – το κλείσαμε μετά την Κατοχή. Εγώ βρήκα δουλειά σαν υπάλληλος, η αδερφή μου παντρεύτηκε και έμεινε στο σπίτι.

Όμως, τα νερά που κυλούσαν στο υπέδαφος σιγά-σιγά τρώγανε τα θεμέλια του σπιτιού και αυτό άρχισε να παίρνει κλίση και να βουλιάζει. Τότε τσιμεντώσαμε το πηγάδι, αλλά δε μπορούσαμε να επισκευάσουμε το σπίτι. Το ποσό που χρειαζόταν ήταν υπέρογκο. Συμφωνήσαμε να το δώσουμε αντιπαροχή το ’76 και να πάρουμε έναν όροφο το κάθε παιδί. Τότε γινότανε και η ανοικοδόμηση.

Η γειτονιά χάλασε σιγά-σιγά όταν άρχισαν να χτίζονται οι πολυκατοικίες.

 

Ελένη Γ.

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία