Η αίσθηση της δημιουργίας και η ενέργεια του ποιείν
Η Βάλια Γκέντσου πρώτα απ’ όλα είναι ποιήτρια. Η πρώτη μας γνωριμία έγινε μέσα από την ποίησή της. Μπήκα στη σκέψη της όταν διάβασα τη δεύτερη ποιητική της συλλογή Παραμύθια ανάποδα, (εκδ. Θεμέλιο, 2020)[1]. Συναντηθήκαμε για πρώτη φορά κάτω από δύσκολες συνθήκες, όπως γράφει η ίδια στην αφιέρωσή της. Για μένα, η Βάλια Γκέντσου είναι πρώτα ποιήτρια και μετά φωτογράφος. Και αυτό μπορώ να το στηρίξω με το επιχείρημα πως αν τα πράγματα ήταν ανάποδα η φωτογραφία της δεν θα διέθετε αυτή τη θαυμάσια ποιητική ματιά.
Η συλλογή αφιερώνεται από τη δημιουργό «Στην Ζωή (to Zoe)». Μέσα από αυτή την αφιέρωση, εισπράττεται η διφορούμενη συμβολιστική απόδοση της θέσης, που διέπει την προσφορά. Εν πρώτοις, φαίνεται ότι αφορά σε όνομα οικείο. Όμως με την ευρύτερη έννοια, δείχνει ν’ απευθύνεται στην ίδια τη ζωή, που βιώνεται σε όλες τις εκδοχές της. Από την πρώτη ανάγνωση, γίνεται φανερό ότι τα ποιήματα της κάθε ενότητας γράφτηκαν ανεξάρτητα από τις φωτογραφίες της. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια, δέθηκαν θερμά με αποτέλεσμα να οδηγούν τον αναγνώστη στην κατανόηση της ποιητικής εκδοχής της κάθε εικόνας.
Ο μινιμαλισμός της Ιαπωνικής κουλτούρας υποστηρίζει τις φωτογραφικές συνθέσεις της πρώτης ενότητας, TERRA SOMNI («Γη του ονείρου», σσ.12-33), που περιγράφει έναν φανταστικό, ονειρικό έως υπερβατικό, κόσμο. Βλέπουμε φωτογραφίες αγαπημένων, λεπτομέρειες παιδικών προσώπων, δημιουργικά αλλοιωμένων, θολών χωρίς περίγραμμα, στην αιχμή του ονείρου και των αντανακλάσεων του νερού και στις υπερβάσεις της νεκρής φύσης. Οι ασώματες σκιές. αποδίδονται μεταφέροντας ονειρικές ομορφιές «σε εποχές απόμενες». Βελούδινα κορίτσια γέρνουν τις ντροπές των σκοτεινών ερώτων τους, στήνοντας, με «λέξεις ανάπηρες σκιών» και κλίμακες προσέγγισης των αηδονιών, τόξα γεφυριών, που αιωρούνται με την αθωότητα «των κοιμισμένων κοριτσιών» του Ιάπωνα νομπελίστα συγγραφέα Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Αγάλματα, κούκλες παιδικές, ειδώλια αγγέλων, χάρτινα καραβάκια, μαρμάρινα πουλιά, ταπισσερί, ζωγραφικές χρυσανθέμων και σκιαγραφήσεις κλαδιών και λουλουδιών, νουάρ συνθέσεις κρίνων.
Στη δεύτερη ενότητα, ILLUSIO (ψευδαίσθηση-παραίσθηση, σσ.34,43), η ευαίσθητη ματιά της φωτογράφου εστιάζει πλάγια με το φακό της, σιωπηλά πρόσωπα, σώματα, σκιές, μέσα από διάφανες ρωγμές και αντανακλάσεις ονείρου των πηγαδιών, στις παραμορφώσεις της κίνησης εμψύχων και αψύχων. Η φύση εισβάλει από τις μισόκλειστες γρίλιες των παραθύρων και παραδίδει το «βαθύ, βαθύ νερό» και τις παραισθήσεις του, illusions, (σελ.34).
Στην τρίτη ενότητα, ALTERA PARS («Η άλλη πλευρά», σσ. 44-61), η συμμετοχή της ηρεμίας της φύσης, της ερημίας και της έκπληκτης πανίδας, μεταφέρουν τις εναλλαγές της διάθεσης στις επιλεγμένες στιγμές μέσα από τη ματιά της καλλιτέχνιδος. Άλλες φορές πρόσωπα, άλλες τοπία, ώρες πρώιμες, μνήμες υγρές από άμπωτι ή παλίρροια, στηρίζουν την «ανεπαίσθητη αλήθεια» της, («Δρόμος κατάκοπος», σελ.44), και ταυτόχρονα σηματοδοτούν κάθε ελάχιστη παρέμβαση στη φύση, οικεία, σοφά και έντιμα ενταγμένη. Η συμμετοχή των αδέσποτων ή των οικόσιτων ζώων συμπορεύεται καλλιτεχνικά με εκείνη των ενταγμένων ανθρώπων, με το δικαίωμα ή την άνεση της κοινωνικής συμμετοχής. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά αποτυπωμένο το σημείο της πρώιμης εγκατάλειψης-αποχώρησης από την ένζωη συμπεριφορά και συμμετοχή. Εξαιρετικό το παιχνίδισμα, (σελ.59), στα λιμνάζοντα ύδατα μετά από καταιγίδα, (σελ.59), καθώς και το ξημέρωμα ή η δύση μετά από βροχή, (σελ.61).
Στην τέταρτη ενότητα, MARE (Θάλασσα, σσ. 62-79), τα σώματα εμψύχων και αψύχων καθρεπτίζουν τις σκιές τους «στην ακαταστασία των νερών». Η ενότητα ερμηνεύει φωτογραφικά τη συμμετοχή του ανθρώπου στον συνδυασμό του θαλασσινού νερού και ήλιου, στη ραστώνη των διακοπών. Η καθαρότητα του περιβάλλοντος συνδιαλέγεται με την αγνότητα της ηλικίας, την τόλμη της εικόνας ενός νεανικού σώματος, στη συμμετοχή της ολότητας της εξέλιξης αλλά και την απόλαυση της πρωτόγονης αγιότητας της φύσης, («Θάλασσα η αμάραντος», σελ.62).
Στην πέμπτη ενότητα, FRAGMENTA («Θραύσματα, κομμάτια ή αποσπάσματα», σσ.80-95), γίνεται φωτογραφική αφήγηση, που εστιάζει στην αποτύπωση των θραυσμάτων του λαιμού, των άκρων, των δακτύλων, τα οποία αιωρούνται σαν δισταγμοί στον χρόνο μέχρι να ενωθούν με τη σάρκα, συμπεριλαμβάνοντας κάθε αλλοίωση και αλλαγή της, από την γέννηση έως την τελευτή της. Βλέπουμε νεαρά δάχτυλα ν’ ακουμπούν απαλά και με χάρη στην απόδοση της φιγούρας της χορογραφίας ή ελεύθερα να προδιαθέτουν για αναμονή, πρόκληση, αγωνία ή χαλάρωση. Αστραγάλους, γόνατα και λαγόνες να προτείνονται ανέστια για το επόμενο βήμα, απροστάτευτα χείλη, στήθη και λαιμούς να ξεδιπλώνουν μπροστά στον φακό την υπεροπτικά όμορφη νεότητά τους. Και ύστερα οι κινήσεις να περιορίζονται σε ικεσίες ή αμήχανα αγγίγματα αιωνίων συντρόφων τσακισμένων, που κρατούν ζωντανή τη μνήμη της ιστορίας, της παράδοσης ή των προγόνων, («Οστεοφύλακες [ή Οστεοφυλακές] των αισθήσεων», σελ.80).
Η έκτη ενότητα, DE PERSONAE («περί των προσώπων», σσ. 96-118), αφορά στα πρόσωπα. Η απόδοσή τους τόσο φωτογραφικά όσο και ποιητικά προδιαθέτει τον χαρακτηρισμό της, στο προτασσόμενο ποίημα, ως «συλλέκτες του απέραντου». Ο αναγνώστης προσβλέπει στην πρόθεση, ο παρατηρητής στη σύλληψη και αποτύπωση της πράξης. Τα χαμόγελα, τ’ αγκαλιάσματα, το σμίξιμο των βλεφάρων ή το απορημένο άνοιγμα του βλέμματος είναι στιγμιαίες αντιδράσεις, που εγκλωβίστηκαν από τον φακό της καλλιτέχνιδας. Όσο για το κατέβασμα του κεφαλιού ή μόνο των ματιών, το αδιάφορο μακρινό κοίταγμα, τα μισά βλέμματα, η αποστασιοποίηση της επίκτητης αφηρημάδας, το ζεστό χαμόγελο ή το βλέμμα περίσκεψης, είναι καθαρά η καθ’ υπόδειξη τοποθέτηση του μοντέλου για την επικείμενη λήψη, με την απορία της απόρριψης ή την παράδοση με πηγαίο πλατύ γέλιο, («Χάρα(γ)μα των προσώπων», σελ.96).
Τελευταία ενότητα το CORPUS («Σώμα», σσ.120-143). Έχει να κάνει με το σώμα, το μακρόσυρτο, το αχειροποίητο, το επιλεκτικά διαιρεμένο ελέω τέχνης και επιτηδείως αποεστιασμένο ως ασαφές, το ούτε εις το ελάχιστον επιτρέπον ψηλάφισμα και αγνοών την ύπαρξη του δημιουργού της αιωνιότητάς του. Το αέρινο, το εύθραυστο γυμνό, το απαλά γερμένο σε στρώμα, ή ελεύθερα αναπνέον το άγγιγμα του ανέμου, από πλάτης, αυχένος και στήθους, από της καμπύλης των μηρών και των λαγόνων. Με τη νύξη της ερωτικής στάσης και της ηδονής που απορρέει στο μισοσκόταδο από το σταύρωμα των γονάτων ή των αστραγάλων ή του ανοιχτού κύκλου της εμβρυακής στάσης. Το ουδόλως προκλητικό στα αμήχανα στατικά των κρυφών σημείων τόσο ως απομάκρυνση όσο ως ηδονή καθώς, είτε επιτηδείως θολό ως ασαφές είτε καθαρά εστιασμένο, «δεν στο ελάχιστο επιτρέπει(ουν)/την αχίλλειο πτέρνα του(ς)/ να ψηλαφείς//», («Αντιστέκονται», σελ.120)
Ο θεατής και ταυτόχρονα αναγνώστης, μέσα από το εσωτερικό ταξίδι της ποιήτριας και φωτογράφου Βάλιας Γκέντσου, οδηγείται σε έναν κήπο συναισθημάτων, που δια της ποιητικής και φωτογραφικής μνήμης, υπερβαίνει την ευαισθησία και την νοσταλγία του ονείρου.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
[1] Η συλλογή Παραμύθια ανάποδα είναι μία θαυμάσια δημιουργία, υπερβατική, ανθρώπινη και καλλιτεχνική μαζί.
[Βάλια Γκέντσου SENSUS POETICA, εκδ. iFocus editions, Αθήνα, 2023, σελ.150]