Βιβή Κοψιδά-Βρεττού Όλα καλά αξιότιμοι κύριοι

Κώστας Κρεμμύδας | Βιβή Κοψιδά-Βρεττού : Όλα καλά αξιότιμοι κύριοι*

In Κριτικές, Λογοτεχνίαby mandragoras


Κριτική

 

Μιαν απόχρωση άνοιξης ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΜΕ…

…γράφει η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού στο ποίημά της «Φυγή ο Χειμώνας», από την τελευταία της συλλογή Όλα καλά αξιότιμοι κύριοι –είδος πολιτικού μανιφέστου/αποτίμηση του παγκόσμιου status quo και ευθεία αναφορά στα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα που κινούν τα νήματα του πλανήτη: ας υπάρξει ένας κάποιος προστατευτισμός […] και από τις κερδοσκοπικές [οργανώσεις] από τα άσυλα/ πασχόντων/ από τα media μακροθυμία/ στην έσχατη ανάγκη από τις αγορές […] Ολυμπιάδες λιτότητας από την Deutsche Bank και άλλους Φιλάνθρωπους/ Οργανισμούς δεν νοείται άλλωστε/ ποίηση χωρίς θάνατο μπήκαμε/ απρόθυμα είν’ αλήθεια στην/ Έσχατη Εποχής της «ποίησης»…  Ένα κείμενο που γράφεται απνευστί για να αναδείξει την ασφυξία της εποχής και των ανθρώπων της.

Ποιήματα γραμμένα ανάμεσα σε Μελίσσια, Λονδίνο και Λευκάδα στο διάστημα Σεπτεμβρίου 2014-Απριλίου 2015, στην καρδιά της κρίσης.

Ποίηση πολιτική/κοινωνική «δημοσιογραφικής γραφής» που κινείται μεταξύ ευλάβειας βλ. το ανάλογο ποίημα «devotion» της σ. 12, μεταξύ απορίας –βλ. το ποίημα «Λήθη»: ξεχνώντας μεγαλώνουν οι άνθρωποι… […] Αλήθεια, μήπως ξεχνώντας πεθαίνουν οι άνθρωποι; Τριάντα ποιήματα κι ένα τελευταίο σπονδυλωτό «Ημερολόγιο» που εκτίνεται σε διάστημα επτά ημερών με ποιήματα πεζόμορφα για τι δυο τελευταίες μέρες της εβδομάδας. Διαβάζω ενδεικτικά από την έκτη ημέρα: Σταθμοί, κουρέλια, άνθρωποι, μήπως φοβάσαι, μήπως ξενεύεσαι, γιατί όλο κουρέλια στον δρόμο σου. Μα είχες πάντοτε αισιόδοξο βλέμμα για τη ζωή, πάση θυσία να είναι ζωντανός ο άνθρωπος –να μυρίζει το χώμα της άνοιξης που γεννάει ζωή, που κάνει το χάος κόσμο… τόσα κουρέλια τώρα στον δρόμο σου;

Με μια έντονη συναισθηματική φόρτιση κι ένα κοινωνικό δράμα που το ενστερνίζεται  απόλυτα προβάλλοντάς το ως δράμα ενός προσωπικού της όλου η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού καταπιάνεται με όλα τα σημαντικά τραγικά της εποχής μας σπεύδοντας να μιλήσει και να υπερασπιστεί το δικαίωμα κάθε ξεριζωμένου πλάσματος να ζήσει: Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι/ Μόνον χρόνους –πατρίδες/ Αλλάζουν.

Σταχυολογώ ελάχιστα από τις ειδήσεις της εποχής που γράφονταν τα ποιήματα: βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και διαδηλωτές στο κέντρο του Ισλαμαμπάντ/ Δεκάδες άτομα σκοτώνονται στην πόλη Μπάμα της Νιγηρίας/ Σε βομβιστική επίθεση στη Χερσόνησο του Σινά σκοτώνονται 11 Αιγύπτιοι στρατιώτες./ Οι ΗΠΑ στέλνουν άλλους 250 Αμερικανούς στρατιώτες με σκοπό την προστασία του προσωπικού τους, ενώ εξαπολύουν νέες αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας στα δυτικά του Ιράκ

Είναι σίγουρα πολύ πρώιμο και απαιτείται απόσταση ασφαλείας για να αποτιμηθεί σφαιρικά η ποίηση της κρίσης που θα ’ρθει με τη σειρά της να διαδεχτεί μ’ εφάμιλλη τραγικότητα, και τις ανάλογες ανυπολόγιστες συνέπειες, την ποίηση της ήττας. Κι αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί δε χρειάστηκε ένα ανάλογο διάστημα ωρίμανσης μετά τη λήξη του Εμφύλιου για να καρπίσει μια ποίηση διάψευσης ιδεών και οραμάτων, όπως αυτών που καταγράφηκαν σχεδόν αμέσως μετά την ήττα ακριβώς πριν 48 χρόνια, θα απαντήσω πως μεταξύ των δύο αυτών ιστορικών κι εξίσου τραγικών περιόδων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, υπήρξε μια τεράστια διαφορά στην κοινωνική διαστρωμάτωση του τότε και του σήμερα, αλλά και μια τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στα κοινωνικά υποκείμενα του τέλους της δεκαετίας του ’40 με αυτά των ημερών μας. Κοντολογίς η κοινωνία του τότε είχε μεγαλύτερη συνοχή, πολύ λιγότερα να χάσει πέραν των αλυσίδων της, ενώ η συλλογικότητα και η πίστη σε έναν κοινό μέλλον βρισκόταν ακριβώς στους αντίποδες της σημερινής πλασματικής ευμάρειας αλλά και του ατομοκεντρικά διαρθρωμένου συστήματος που βασίζεται στο προσωπικό συμφέρον και την  καταναλωτική ηθική της εποχής μας.

Άρα τα όσα βιαίως ενέσκηψαν κατά της μεσαίας τάξης που σε όλη τη μετεμφυλιακή περίοδο είχε μάθει να ζει υπό τη σκέπη και την ασφάλεια των δανείων του εξωτερικού και των εγχωρίων διαχειριστών τους, ταγμένοι στις υπηρεσίες ενός συστήματος που βασίσει το αξιακό του πρότυπο στη διαρκή κατανάλωση και στο στον συνεχή πλουτισμό, οι εμπειρίες αυτές θέλουν τον χρόνο τους προκειμένου να αφομοιωθούν και να ωριμάσουν καλλιτεχνικά.

Και δεν αναφέρομαι εδώ σε διάφορα δήθεν φαντεζί και αναλώσιμα εκδοτικά εγχειρήματα περί ανθολογιών της κρίσης ή άλλα καλλιτεχνήματα τύπου Documenta που χρηματοδοτήθηκε αφειδώς από Γερμανικά και επίσημα/κρατικά Ελλαδικά κέντρα δίχως να αφήσουν το παραμικρό πίσω τους. Μιλώ κυρίως για όσους ώριμοι πια –κι αυτή είναι η περίπτωση της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού, εξοργισμένη, απηυδισμένη, έξαλλη επιλέγει την ποίηση ως αντίβαρο στην κοκτέιλ μολότοφ. Να διαβάσω μερικούς στίχους: πάνω από παχυλούς/ δημίων αναίσχυντων λαιμούς/ και ρίγος οδόντων πύρινης αμαρτίας/ ανάσα χωλαίνει την άνοιξη, Η νύχτα κι άλλη νύχτα θα στέρξει, Η ζωή τραγωδία φωνάζουν σήμερα/ είμαστε εδώ και αύριο το ίδιο, Η καταπίεση νόμος σας καθήκον μας/ η επανάσταση σταγόνες επερχόμενης/ καταιγίδας θα πλατύνουν των ποταμιών σας/ οι κοίτες θα βαθύνουν τα καυτά/ των ωκεανών σπλάχνα φουκαράδες.

Το αφιερωμένο ποίημα στην Άννα Αχμάτοβα απ’ όπου κι το «κραδαίνοντας τον στίχο της στους επαναστάτες/ το ίδιο και στους νομιμόφρονες του συστήματος» διευκολύνουν τη σκέψη μου για μια σύγκριση σε κοινό νήμα των ποιητικών προθέσεων της Βιβής με αυτές των επαναστατημένων δημιουργών του καιρού μας. «Η ανάκριση των λέξεων» πάλι παραπέμπει σε ένα είδος ποιητικής εξιστόρησης που θα μπορούσε να κινηθεί στα μοτίβα μεταξύ του Ησιόδου κατά το Έργα και Ημέρες, αλλά και των Στάσιμων στη διάρκεια μιας Τραγωδίας –εκεί όπου προβάλλεται η άποψη του Χορού, όπως στο ποίημα της σ. 17 με τίτλο «Η Ανάκριση των λέξεων» με τη γνώριμη φόρμα μιας οφιοειδούς γραφής που ακολουθεί σε όλα τα ποιήματα της συλλογής: με τον επόμενο στίχο να αποτελεί απνευστί συνέχεια του προηγουμένου:

Ήρθαν τέλος οι εποχές μέρες σκοτεινές
αποφράδες όλα μας τα πήρατε υπάρχοντα
που δεν σας ανήκαν κάποτε τα μόνα ίσως
στα δόντια κρατούσαμε όσοι εξωμότες δεν
γίναμε των καιρών εις πείσμα ήρθατε
 Δόλια στη στέγη την αχυρένια  στων οστών μας
τον μυελό κατοικήσατε αποστακτήρα μιας
αιώνων μελαγχολίας που βάσανα και αντρειοσύνη
συγκάτοικοι τα ασήμαντα βόλευε μαστορική
της ζωής της ολάκερη ανδρεία φιλέταιρος
Και μέλλησις προμηθής και ξυνετόν και σώφρον
και σ’ άλλης εποχής γλώσσα η ανθρωπιά
η συγχώρεση η δικαιοσύνη η ισότης
        Ηθική εν ολίγοις
                φτωχής κάμαρης ιθαγένεια κεραμίδι που στάζει
επιούσιου άρωμα καλοκαίρια χειμώνες

 

Κι αφού ο ρόλος της ποίησης δεν απλά καταγγελτικός ή απλά περιγραφικός, έρχεται στο τέλος μέσα από το κλίμα και το συμβολισμό της γέννησης του Χριστού έστω και μέσω της ειρωνικής επισήμανσης στον στίχο «Throw an après-ski party» να σταθεί και να προτρέψει να κάνουμε λαμπερά αυτά τα Χριστούγεννα μέσα από Μουσικό άλμπουμ της Άνι Λένοξ Νοσταλγία, με το περίφημο «I Put a Spell on You» σε ξορκίζω, ξορκίζοντας από το μακρινό 1956 τη σημερινή δίσεκτη εποχή μας. Και βέβαια μη παραλείψουμε το περίφημο «Summertime», με εμπεριέχεται στο ίδιο άλμπουμ της Λένοξ, μέρες που ’ναι καλοκαιρινές και όμορφες στη Λευκάδα, να αποξεχαστούμε έστω για λίγο από τον βαρύ χειμώνα των Κατοχικών Μνημονίων που βαραίνουν σαν κατακτητική μπότα τον λαμπερό ουρανό της χώρας μας, μετατρέποντας της Ελλάδα σε κόλαση τα τελευταία επτά χρόνια.

 

*εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2017, σ. 70

                                                                                                                                                             Κώστας Κρεμμύδας

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία