Βραχυγραφία, δείκτης υψηλής αισθητικής και εκφραστικής ευχέρειας
Είκοσι επτά σύντομες ποιητικές αφηγήσεις δομημένες σε δύο μέρη, με τους τίτλους Α΄ και Β΄. Ένα βαθιά φιλοσοφημένο βιβλίο, γραμμένο με το απόσταγμα της εμβάθυνσης στα μύχια της ψυχής και του νου του δημιουργού του. Η χρησιμοποίηση μικρού αποσπάσματος από το έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ «Ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Γ΄», ως μότο στην αρχή του βιβλίου, ενεργεί ως πληροφορία για το περιεχόμενό του.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Σήμερα» είναι μια απεικόνιση στοχαστικής αναζήτησης με πολλές διαστάσεις κοινωνικές, πολιτικές, υπερβατικές, που έχουν διαμορφωθεί μετά από προσεκτική εξέταση και μελέτη των πτυχών που τις συνθέτουν. Η σημασιολογική αποτίμηση κάθε ποιήματος δημιουργεί εικόνες δομημένες με την ευαισθησία του ποιητή. Εμπεριέχει δε την αισιοδοξία του διορατικού νέου ανθρώπου, με τη σαφή εκτίμηση της πραγματικότητας, παρά την εμπεριστατωμένη αντίληψη ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα αδιάφανο μέλλον, («Σήμερα», σελ.13).
Στα ποιητικά αποτυπώματα του Κ.Ι. Κορίδη παρατηρούμε ότι η έννοια της νίκης είναι διφορούμενη. Αν και, στις περισσότερες των περιπτώσεων, όταν το πάθος αναπτερώνεται για να πολεμήσει τη λογική έχει την νίκη με το μέρος του. Οπότε, δεν αναγνωρίζουμε τον διαβρωτικό ρόλο της συνήθειας, («Αποτέλεσμα», σελ.14). Στο memorial για την αξιοπρεπή αναχώρηση ενός ανθρώπου ταυτοποιείται η τακτοποίηση κάθε εκκρεμότητας, που αφήνει πίσω της τη σιωπή του τετελεσμένου, («Εκκρεμότητες», σελ.15).
Ο πόνος, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που διαπραγματεύεται η συλλογή, εμφανίζεται με δωρική συνέπεια, εκφράζεται δε με το αστάλακτο δάκρυ. Είτε απευθύνεται προς το σώμα είτε προς την ψυχή, επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη θέση του ως σύνθετο φαινόμενο, που συμπεριλαμβάνει στοιχεία αίσθησης, αισθήματος και συναισθηματικής εμπειρίας, «Ο πόνος», σελ16). Αυτή η εκδοχή, η οποία «οντοποιεί» έννοιες και σημεία, που εναλλάσσουν στάση και θεώρηση διεκδικώντας περισσότερο χώρο, δημιουργεί μία ανάγκη εξερευνητική. Μέσα από αυτή προκύπτει ότι ο πόνος εκδηλώνεται με τρεις τρόπους: ως φυσικό ερέθισμα, ως αντίληψη του ερεθισμού από το σώμα και ως ψυχική αντίδραση λόγω του φόβου.
Μία ιστορική πραγματικότητα διεκδικεί το στίγμα της μεγαλοπρεπώς. Ως εκ τούτου, όταν δεν μπορείς να έχεις αυτό που θες, μαθαίνεις ν’ αποδέχεσαι αυτό που σου προσφέρεται, κατά παράφραση του: «Όταν δεν έχεις αυτό που αγαπάς, πρέπει να αγαπάς αυτό που έχεις»[1]. Δηλαδή, το παιδί που πεθαίνει, στο βρόμικο δρόμο από την πείνα, κρίνεται τυχερό μπροστά στα χειρότερα που θα μπορούσε να είχε υποστεί, («Οδός Σκουφά», σελ.17). Ο στίχος παραπέμπει στο λογοτεχνικό αριστούργημα του Χρόνη Μίσιου[2]. Θα το σκεφτούν όσοι πρόλαβαν την έκδοσή του εκείνη την εποχή.
Άκρως συμβολική η αναφορά στο δέντρο λεμονιά. Ενισχύει την ύπαρξη του δεσμού της συντροφικότητας αλλά και της ψυχικής καθαρότητας. Μία και μόνο λέξη, το «μήπως», είναι αρκετή για την απόδειξη της διάρκειας της προσμονής αλλά και της ελπίδας που διαφαίνεται ότι θα συνεχίσει να υπάρχει, («Έκκληση», σελ.18). Κάθε στίχος έχει διαφορετική αξιακή υπόσταση, διπλή και τριπλή έννοια. Ανασηκώνεται από τη σειρά του, φτάνει πρώτα στην καρδιά, και ανυψώνεται στο νου μας ενώνοντας τα προφανή. Έτσι, οι ιδέες γίνονται δυνάμεις της γραφής που μας ταρακουνάει: όπως η προσφορά στην ανημποριά, η προσφυγιά, ή «η ζάλη της κάπνας» στο Μάτι, («Σαν αφιέρωση», σελ.19).
Οι λέξεις τόσο καλά τοποθετημένες ώστε το νόημά τους ν’ αποτυπώνει δυνατά και ουσιαστικά συναισθήματα. Αποδεικνύεται η δωρική σχηματοποίηση του στίχου, που δημιουργείται και παρίσταται χωρίς υπεκφυγές, αυτούσιος και ουσιαστικός, («Παιχνίδι», σελ.20). Ο συμβολισμός του χρώματος εγκαθίσταται σαν σπουδή, όπως η αλληγορία με το κόκκινο, που πολυκαιρίζοντας μεταφέρει την απόσταση από το γεγονός. Χρησιμοποιείται ο χυμός του ροδιού να μοιάζει σαν αίμα ξερό, τόσο πραγματικό που δεν αντιλαμβάνεσαι την προέλευση του λεκέ, («Κόκκινο», σελ.21).
Βιωματική η αίσθηση της μετάβασης από την ανησυχία στη σιωπή και από εκεί στην ηρεμία οφείλεται στον κύκλο της ζωής, που συμπεριλαμβάνει ακόμα και τις αφηρημένες έννοιες, είτε ως διεγερτικές είτε ως λιμνάζουσες σε μία αδιάφορη καθημερινότητα. Σε αυτή, η σιωπή δεν είναι αίτιο αλλά αιτιατό και ενίοτε ενεργεί ως ανησυχία για το αποτέλεσμα, («Καθημερινότητα», σελ.22). Μικρές σπουδές για τη σιωπή συνεχίζονται και στο επόμενο ποίημα, στο οποίο ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την άρνηση της αποδοχής, την αδιαφορία ή την αμηχανία απέναντι στο τίποτα, το μηδέν, την ανυπαρξία, («Δάκρυ», σελ. 23). Το πρώτο μέρος της συλλογής κλείνει με το ποίημα «Εξομολόγηση», (σελ.24), όπου μία ολόκληρη ιστορία εξελίσσεται μέσα σε τρεις στίχους. Ένα εξαιρετικά φιλοσοφημένο ποίημα με θρησκευτικές, ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις.
Στο Β΄ μέρος της συλλογής ο αριθμός των στίχων τού κάθε ποιήματος μειώνεται αισθητά. Εδώ, κυριαρχεί ο αποφθεγματικός τρόπος γραφής, («Μοναξιά», σελ.27). Η αναπαράσταση μιας στιγμιαίας αντίδρασης, μιας άρνησης που δεν έγινε δεκτή, δημιουργεί θεατρική εικόνα με ψυχολογικές διαστάσεις, («Απειλή, σελ.28). Η ποίηση του Κ.Ι. Κορίδη ενισχύει την ουσία της ρήσης «Τα πολλά λόγια είναι φτώχια». Ένας ολιγόλεξος διάλογος, όμως άκρως ουσιαστικός, δομημένος στιβαρά, («Διαπραγμάτευση», σελ.29).
Ανάμεσα στα ποιήματα» «Κάλλος», (σελ.30), και «Είδωλο», (σελ.32), παρεμβάλλεται το ποίημα «Γνωριμία», (σελ.31), στο οποίο, κατά κάποιον τρόπο, γίνεται αποφθεγματικά η γνωστοποίηση αποδελτίωσης της πραγματικότητας. Στα δύο προαναφερόμενα ποιήματα έχουμε να κάνουμε με την ουσία της σκέψης η οποία ποιητικά αποδίδεται συμβολικά και παραβολικά. Στο ποίημα «Εποχές» που ακολουθεί, παρότι η προτροπή εμφανίζει ως αίτιο έναν εξωτερικό παράγοντα εντούτοις απευθύνεται στον εσωτερικό εαυτό. Βαθιά και ειλικρινής η αποτύπωση μιας ανεκπλήρωτης ενσυναίσθησης, η οποία οδηγεί στην αποστασιοποίηση του τρίπτυχου έρωτας-αγάπη-κατανόηση και στο πένθος, (σελ.33).
Από τη θέση της απογοήτευσης των ονείρων ο ποιητής μιλά για την ανολοκλήρωτη ευχή. Κάθε κατάθεση είναι σύνθημα, κατά-κραυγή και ευχή μαζί, («Συνθήματα», σελ.34). Και φυσικά, μπροστά στη συνειδητοποίηση της ουτοπίας το υπερβατικό δηλώνει αδυναμία, («Σκάκι», σελ.35). Κατόπιν τούτου, τίθεται θέμα ουσιαστικής ανάγκης για «επιμέλεια», καθώς το συναίσθημα χρειάζεται φροντίδα, αφού η κατάθεσή του είναι πράξη έκθεσης. Κι εφόσον κάθε κατάθεση χωρίς επιστασία μπορεί να οδηγήσει στην αποτυχία, αυτό λογίζεται ως αδυναμία, δηλαδή ήττα, («Επιμέλεια», σελ.36). Εξαιρετικά ώριμη και κατασταλαγμένη η σκέψη του δημιουργού αποδίδει τις προεκτάσεις της με ιδιαίτερα φιλοσοφημένο τρόπο, («Ορθολογισμός», σελ.37). Στο τρίστιχο με τον τίτλο «Παρακάλι», (σελ.38), αναπτύσσεται το δίπολο ερμηνείας της πράξης του φτυσίματος. Το στόμα συμβολίζει τόσο την επικοινωνία, την απόλαυση ή τον θαυμασμό, αλλά μπορεί να δηλώνει επίσης απέχθεια ή αποτροπιασμό. Η ασαφής επιλογή της μιας ή της άλλης εκδοχής αφήνει το περιθώριο της προσωπικής εκτίμησης στον αναγνώστη. Επί της ουσίας όμως και οι δύο εκδοχές θα μπορούσαν να είναι αρνητικές.
Η «Ειλικρίνεια», (σελ.39), είναι το επόμενο τετράστιχο, που τακτοποιεί επιτέλους μία παρερμηνεία της ρήσης του Χριστού: «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», (Ματθ. 22,39). Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται η ερμηνεία: «Αγάπα τον εαυτό σου ως τον πλησίον σου», ως στάση αυτοαποδοχής. Στην «Κατάληξη», (σελ.40), μας προσφέρεται η εκδοχή ότι για κάτι ελάχιστα ευχάριστο, που θα ζητήσουμε, μπορεί να πέσουμε στη δύνη της έκπτωσης, η οποία θα αντικατοπτρίζει μία κακώς εννοούμενη προσαρμοστικότητα. Ενώ, ζητώντας το πολύ διαπραγματευόμαστε το λίγο, όμως μέσα από μία συναισθηματική ανεξαρτησία. Στην «Έλλειψη», (σελ.41), η αντίφαση καταθέτει την ουσία ξεκάθαρα και ουσιαστικά. Μέσα σε τρεις στίχους κρύβεται η αλήθεια μιας φιλοσοφημένης σκέψης.
Συνοψίζοντας θα επισημάνω στην βαθιά ψυχική ικανοποίηση του αναγνώστη από τη μελέτη του βιβλίου. Και θα επιμείνω ότι στην ουσία, το έργο από μόνο του υποστηρίζει τη λογοτεχνική πιστοποίηση του δημιουργού του.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
[1] Κατά τον Γάλλο δραματουργό Τομά Κορνέιγ (Thomas Corneille, αδελφός του διάσημου Πιερ Κορνέιγ), ο οποίος την έγραψε, το 1675, στο θεατρικό του έργο «Ο Άγνωστος» (L’Inconnu)
[2] Χρόνης Μίσσιος, Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς, εκδ. Γράμματα, 1985.
[Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης, Βραχυγραφίες, εκδ. Ιωλκός, 2014, σελ.48]