(Μια εισήγηση για την παράδοση των μύθων, την διακειμενικότητα, την αυτοαναφορικότητα, την έμφυλη ποιητική φωνή και την κοινωνία των «άλλων» στην ποιητική συλλογή μου «Πηνελόπης Οδύσσεια» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Θράκα» τον Μάρτιο του ‘26)
Της Πηνελόπης Ζαρδούκα, ποιήτριας και φιλολόγου
Α) «Κλικ» πρώτο: Αρχετυπικότητα ως δομή βάθους που ανανεώνει το μυθικό παρελθόν μέσω της καλλιτεχνικής επαναξιοποίησης.
Τα αρχέτυπα σύμφωνα με τις διδαχές του Καρλ Γιουνγκ αποτελούν ένα πεδίο ώσμωσης της συλλογικής μνήμης του παρελθόντος ενός πολιτισμού η οποία μετουσιώνεται σε σύμβολα- πρότυπα. Η ελληνική αρχαιότητα γεμάτη από μύθους και εκλαϊκευμένες αποδόσεις πολλών τέτοιων αρχετυπικών συμβολισμών μετάγγισε κατά την περίοδο του μοντερνισμού, αρχετυπικά σύμβολα τα οποία ως υποδειγματικές εμπειρίες και συμπεριφορές ενσάρκωσαν νέες αφηγήσεις, νέους ήρωες και αντιήρωες. Η μυθική μέθοδος ακόμα, ως μια λογοτεχνική τεχνική του μοντερνισμού και πάλι, προσπάθησε να συνδέσει τους μύθους του παρελθόντος με τη σύγχρονη πραγματικότητα νοηματοδοτώντας το παρόν από το πλούσιο παρελθόν της γραμματειακής μας παράδοσης.
Ο μύθος άρα και τα αρχέτυπά του βοηθούν με άλλα λόγια τον ποιητή να δομήσει το καλλιτεχνικό του όραμα αξιοποιώντας παραδοσιακά σύμβολα και με αυτό τον τρόπο να μας μιλήσει άμεσα και συλλογικά απευθυνόμενος σε όλους και όλες. Συγκεκριμένα για την ποιητική συλλογή «Πηνελόπης Οδύσσεια», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Θράκα, το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, δανείζεται από την παράδοση το αρχέτυπο της μυθικής Πηνελόπης, η οποία με την αξιοποίηση της σε ένα ποίημα, δομεί ολόκληρη τη ραχοκοκαλιά και των τεσσάρων ενοτήτων της συλλογής, «Η Γρίφος», «Ο νόμος του Άλλου», το «Mπλοκ ασυμμετρίας» και την τελευταία ενότητα «Του διαβόλου». Το ευφυολόγημα της ύπαρξης μιας σύγχρονης Πηνελόπης η οποία «ξεφεύγει» από τη μυθική ιστορία της και «γεφυρώνει» το χρονολογικό χάσμα των αιώνων, έρχεται και ταυτίζεται με την Πηνελόπη ποιήτρια, εμένα, σε μια άλλη «Οδύσσεια», σύγχρονη και πολύ διαφορετική από τη δική της.
Η Πηνελόπη της ποιητικής συλλογής «Πηνελόπης Οδύσσεια», ανακαλύπτει έναν ανθρώπινο και τρωτό εαυτό γεμάτο όνειρα αναξιοποίητα έχοντας αναμετρηθεί με τους εξωτερικούς κοινωνικούς περιορισμούς. Κατ’ αντιστοιχία σε ένα άλλο ποίημα της συλλογής «ο Ναπολέοντας στη ζωή της» διαβάζουμε «Οι πιο ακραίες πτέρυγες μέσα της, αξίωναν/ συνεχή και ακατάσχετη ακηδεμόνευτη ζωή/ μακριά από πάτρωνες, / ευγενείς δυνάστες συγγενικού βαθμού/ και κίβδηλους ερωτύλους.». Τόσο η μυθική Πηνελόπη όσο και το ποιητικό υποκείμενο δοκιμάζονται λόγω της γυναικείας τους φύσης και θέσης στην προσπάθεια και των δυο να επικρατήσει η εσωτερική τους γαλήνη μέχρι που «Στο απόγειο της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης/ εμφανίστηκε ένας Ναπολέοντας./ Πάρθηκαν τότε πίσω πολλές συναισθηματικές κατακτήσεις,/ επανήλθε η λογοδοσία στον νόμο του άλλου,/ και τέλος πάντων αυτή η παλινόστηση/ κόστισε πολλά βράδια κατοπινού εγκλεισμού/ σ’ έναν ηθελημένο γυναικωνίτη.» Η ιστορική υπερπήδηση εδώ από την αρχαιοελληνική μυθολογία στην ιστορική προσωπικότητα του Ναπολέοντα, έρχεται να ενώσει το χρονικό φάσμα των αιώνων με πρόσημο τη γυναικεία καταπίεση από τον άνδρα, όπου στο δεύτερο ποίημα η ελευθερία προσωποποιεί τη γυναίκα. Η Πηνελόπη της ποιητικής συλλογής «χλιμιντρίζει μοναχή» από το ποίημα «Άλογο», «δραπετεύει» από το ποίημα «Κατσαρίδα σ΄αναποδογυρισμένο ποτήρι», «λυτρώνεται απ΄ τους ζωντανούς», από το ποίημα «Προσευχή», «περιστρέφεται», από το ποίημα «Διάστημα» και «φονεύει όλους τους μνηστήρες μόνη της», από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής χωρίς να έχει ανάγκη κανέναν προστάτη σύζυγο όπως η αρχετυπική εκδοχή της.
Δ) «Κλικ» δεύτερο: Γυναικεία ποιητική φωνή, θέσει και θέματι.
Το ποίημα «Ωδή στο μουνάκι» συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα ποιητική συλλογή και κατ’ εμέ αποτελεί το πλέον πολιτικό ποίημα της συλλογής. Ειδικότερα στο τελευταίο μέρος της συλλογής με τίτλο «Του διαβόλου», τα ποιήματα αποτελούν κίνητρα ηθικού προβληματισμού, από το «Μαρτύριο του Αγίου Ραφαήλ» που εξισώνει το θρησκευτικό με το ιδεολογικό μαρτύριο, το «Φύδι από την τρύπα» που μιλάει για τη φθορά των σχέσεων οι οποίες φθίνουν αλλά διατυμπανίζουν το αντίθετο, τον «Λυπημένο χορό» όπου επέρχεται η τελική συνειδητοποίηση του νιτσεϊκού αέναου κύκλου επιστροφής στη ζωή. Οι μνήμες, η ταυτότητα, και κυρίως ο κοινωνικός προσδιορισμός του ποιητικού υποκειμένου απαρτίζουν το τέταρτο μέρος με την «Ωδή» να μεσουρανεί ως ένα βαθιά βιωματικό και ταυτόχρονα καταγγελτικό ποίημα.
Τί καταγγέλλεται; Η στοχοποίηση της θηλυκότητας ως κανονικότητα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ποιήτρια εδώ συνομιλεί με το αιδοίο της προσωποποιώντας το ως μια έτερη πτυχή της γυναικείας της ταυτότητας. Θυμάται μαζί του όλες τις καθοριστικές και τραυματικές εμπειρίες που πέρασαν μαζί, όλες εκείνες τις στιγμές που ολοκληρώθηκε ερωτικά και βιολογικά όμως ταυτόχρονα περιθωριοποιήθηκε και χλευάστηκε. Οι τελευταίοι στίχοι καταδεικνύουν τον βαθύτερο φόβο της, φόβο μου, πως δυστυχώς σ’ αυτή την ανδροκρατούμενη και μεροληπτική εναντίον των θηλυκοτήτων κοινωνία, κάνει την εσωστρέφεια της ποιητικής φωνής προς τον εαυτό να αποτελεί μονόδρομο. Το «στάδιο των φαλλών» καιροφυλακτεί και κάθε φορά κάνει πιο δύσκολο το παιχνίδι των ίσων ευκαιριών στην εργασία, τις σχέσεις και ευρύτερα στη ζωή. Ακολουθεί ολόκληρο το ποίημα «Ωδή στο μουνάκι»:
Πόσα περάσαμε μαζί – εγώ κι εσύ-
άτριχο, τριχωτό κι άτριχο πάλι
καλό μου μουνάκι.
Ενίοτε χαμογελώντας, άλλοτε ασφυκτικό
στον στενό μου καβάλο
να υπομένεις περιόδους, εξετάσεις, λάμπες, δάχτυλα
έμβολα παντός είδους και σκοπού
διασκεδαστικά, ολόρθα, αποκρουστικά.
Θυμάσαι τότε που σε θώπευα σιγά;
Τότε που από ροζ έγινες κόκκινο, που φόραγες
χρωματιστά εσώρουχα, μαγιό, την άμμο ολούθε σου
κι εγώ σου άλλαζα σερβιέτες, τα ταμπόν
σού’ βαζα υπόθετα, κρέμες και υγρά.
Τότε που ανοίξαμε μαζί για να γεννήσουμε.
Θυμάσαι τότε τη ραφή;
Γιατροί, γκόμενοι, εραστές, συμβίοι μπήκαν και βγήκαν
και απόρησαν για το χαμόγελό μας – ανεπιστρεπτί.
Καλό μου μουνάκι, τώρα
σ’ ένα στάδιο από φαλλούς –εγώ κι εσύ-
σε κρατώ απ’ το χέρι ξανά
με προβολείς σβηστούς να προλάβω
πριν απ’ όλους πιο μέσα να μπω.
Ε) «Κλικ» τρίτο: Αυτοαναφορικότητα, το «σώμα» ως το υλικό της γλώσσας.
Ε) Η αυτοαναφορικότητα είναι ένας μοχλός της μεταγνώσης του καλλιτέχνη στη λογοτεχνία. Είναι το «ξέρω για ποιόν μιλάω και θέλω να συμμετέχετε κι εσείς σ’ αυτό». Είναι τόσο λυτρωτική κάποτε αυτή η διαδικασία να προσκαλείς τεχνικά τους αναγνώστες να συνδιαμορφώνουν το κειμενικό αποτέλεσμα γνωρίζοντας μαζί σου για ποιόν μιλάς. Έτσι μπορεί να ξαναγνωρίσεις τον εαυτό σου μέσα από ένα άλλο πρίσμα, αυτό της ανάγνωσης. Από τη ζωομορφία των ποιημάτων «Άλογο» και «Ελαφιασμένη», έως τα ποιήματα του «Καθρέφτη» και της «Γρίφου» της συλλογής, το ποιητικό υποκείμενο αυτοσυστήνεται αξιοποιώντας σχήματα λόγου παρομοίωσης «στην προηγούμενη ζωή ήμουν άλογο», εικόνων ονειρικών «το ελάφι λυγρό χωρίς κέρατα/ αθέατο μές στις τάξεις του μυαλού μου», κατασκευάζοντας το είδωλο ενός δεύτερου τεχνητού εαυτού από έναν καθρέπτη «υπάρχει ένας καθρέφτης που δεν μου μιλά» και τέλος μιας γλωσσικής σπαζοκεφαλιάς, ενός γρίφου. «Πες μου ποια είμαι», καταλήγει το ποίημα «Η Γρίφος», «ζούμε μαζί πάντα μαζί και χωριστά» αναφέρει ο «Καθρέφτης». Επιτομή αυτοαναφορικότητας αποτελεί ο τίτλος «Πηνελόπης» για μια «Οδύσσεια» με σαφή σύγχρονα γνωρίσματα όλων των μοντέρνων δυσκολιών της επιβίωσης στη μεγαλούπολη. Επιπλέον τα ποιήματα για το σώμα, το «Σώμα- Δημιουργός» και «Σώμα- Κέλυφος» ξεκινούν από μια οπτική παρακολούθησης του εξωτερικού περιβλήματος του κορμιού και καταλήγουν σε μια δικαίωση νοήματος για την ίδια την ύπαρξη. Το σώμα αποσπάται από τη βιολογική του υπόσταση και πλέον ως κοινωνικός μοχλός, επαναπροσδιορίζει τα όρια του ατομικού και του συλλογικού. Το σώμα μου παύει να είναι απλώς η αναφορά του εαυτού μου αλλά συμπεριλαμβάνει με αφορμή την υλικότητα αυτού νέες γλωσσικές νοηματοδοτήσεις. Ακολουθούν τα ποιήματα για το «Σώμα»:
Σώμα -Δημιουργός
Σέρνουμε σώματα
τα κουφάρια μετά τον κάματο
της εργασίας
Τα σέρνουμε
κρατώντας απ’ τα χέρια
τη μέση λυγίζουμε
πάνω απ’ τα πρόσωπα
Έχει πεθάνει το κορμί -έχει στερέψει
κ’ η τελευταία σταγόνα ψυχής
κουράγιο δίνοντας
μας επιστρέφει στο σπίτι
(Δεν κερδίσαμε πολλά
χρωστάμε πάλι πιο πολλά)
Πιάνουμε το κορμί απ’ τα γόνατα
-το απλώνουμε
με μανταλάκια αυτό
στεγνώνει τα βράδια
την άλλη το ξαναφοράμε ημέρα
Κάποια στιγμή -ψυχή και σώμα
γίνονται ένα (μια καθαρή στιγμή)
εκεί, δεν υφίσταται
κούραση αλλά δημιουργία
Το οκτάωρο γίνεται δεκάωρο
μα το κορμί βαρύ, μας δένει
γύρω από το ρολόι
Οι δείκτες πια δε γυρνούν
τα πόδια πονούν πονούν
τα μανταλάκια στα γόνατα
ξεχασμένα
μας πληγιάζουν -Γιατί
κάποιες φορές γιατί
Σαν δάκρυ κατρακυλά
η τελευταία της ψυχής σταγόνα
σκοτεινό εκβάλλει ρυάκι.
Ενώ το σώμα βουνό
πια δεν ξαναγυρνάει
Σώμα -Κέλυφος
Να! σώμα άσαρκο
ως χώμα πάλι
επιστρέφει
Κι αν σεις το λοιδορείτε
ή από το σακάκι το τινάζετε
-Ακούστε:
τα χώματα πολλών ειδών:
Αυτό που φέρεις
κάτω απ’ τα παπούτσια κολλημένο
σου τρώει τα χρόνια (τις σόλες)
αυτό που κουβαλάς σε τσάντες
το σπέρνεις άτακτα
κάθε που βγάζεις τα βιβλία
το πορτοφόλι
Είναι το ίδιο μες’ στ’ αμάξι
όλο και κάπου θα’ χεις πάει
εκτός διαδρομής
λέρωσαν τάπητας και ο λεβιές
από της φύσης το ξεθάρρεμα
Συσσωματώνεται σε πλήκτρα
όταν γράφεις από τα δάκτυλα
ή από τα δάκτυλα ξεγράφεις
Κάποτε γυαλιά ηλίου κολλά
γυαλιά οράσεως ώστε
τα βλέπεις κάπως θολά
ή μισοθαμμένος καθώς
σου έχουνε πει
τη βγάζεις τη δουλειά
Αλλά κι αυτό πλησιάζοντας το βράδυ
σε πλάθει επιθετικά
στης μπάρας την αγχόνη
κρύβει το σώμα όπως έρπει το σκοτάδι
δροσίζει του αίματος την κάψα
Και συ λουλούδι άφυλλο
κάπου για να σταθείς
τη χρεία έχοντας ενώ
το χώμα σκάζει μαύρο
είτε μωβ κίτρινο
της άμμου παρα-
μένει και της ώχρας
Είναι και θα είναι
πάλι και πάλι εκεί
θα’ ρχεται
γιατ’ ήταν πάντα κι από πάντα
Ένα κλειστό δικαιωμένο
Δ) «Κλικ» τέταρτο: Οι άλλοι μέσα και γύρω.
Με τη συλλογή «Πηνελόπης Οδύσσεια» νιώθω πως συμπεριέλαβα ποιήματα μιας μεταβατικής περιόδου της ζωής μου η οποία χαρακτηρίστηκε από πολλές προσωπικές και επαγγελματικές διακυμάνσεις. Ποιήματα της συλλογής όπως το «Μακριά και το κοντά», «Το διάστημα», η «Προσευχή», η «Νεκρή γέννα», «Τα παπούτσια μου (αντίο)» αποτελούν μια έκθεση προβληματικής των διανθρώπινων σχέσεων οι οποίες επηρεάζονται από κοινωνικά πρόσημα όπως η εργασία, η παγκόσμια πολιτική σφαίρα και διατρανώνουν πώς οι σχέσεις των ανθρώπων πολλές φορές συνθλίβονται κάτω από το βάρος της ματαιοπονίας και της υλικής εκμετάλλευσης. Θέλησα σε αυτά τα ποιήματα είτε άμεσα είτε έμμεσα να αποτυπώσω τις βαθύτερες εξομολογήσεις και συνειδητοποιήσεις συμπόρευσης με τον άλλο, τον συνάνθρωπο, τον φίλο, τον ερωτικό σύντροφο, τον έτερο εαυτό. Πολλές φορές ο «άλλος» μπορεί να είναι ακόμα και ένα απροστάτευτο παιδί. Ιδιαιτέρως ένα ποίημα για τον «αγώνα» του γονιού, αυτή τη διαρκή συνθήκη πάλης και εξέλιξης με τον εαυτό για να μεγαλώσει κανείς ένα παιδί, αποτυπώνω με γλαφυρότητα στο ποίημα «Τί θέλει ένα παιδί να μεγαλώσω», και όχι να «μεγαλώσει». Εδώ το ταυτόχρονο «μεγάλωμα» τόσο του παιδιού μου ως φυσικού ατόμου αλλά και ως ενός άλλου εαυτού μου ο οποίος παραμένει παιδί μέσα μου και μπορεί να «σκοτώνει τους Δράκους μου» και «να κρατάει το χέρι μου», συμβολίζει την αποδοχή της αθωότητας και ίσως τη ματιά στη χαμένη μας παιδικότητα. Ακολουθεί το ποίημα για το «παιδί»:
Τι θέλει ένα παιδί να μεγαλώσω
Το παιδί για να μπορεί
να μεγαλώνει
με χρειάζεται εκεί
για να μπορεί
Κρατάει το χέρι μου
παλάμες ενωμένες σαν
για προσευχή
μιλάει με την αφή
φοβάται να μ’ αφήσει
Με χρειάζεται∙
για να σκοτώνω τους δράκους,
να κλέβω την πριγκίπισσα
απ’ το κάστρο,
να τιμωρώ, να προστατεύω
μα πιο πολύ
του κάκου ν’ αγωνίζομαι
Για να μπορεί να μεγαλώνει
Το παιδί με ψάχνει
μες στον λαβύρινθο της πόλης
φοβάται τον Μινώταυρο
τον σκοτώνω επίμονα πολύ
την κάθε νύχτα
για να μπορεί να έχει
ύπνον ελαφρύ
Το παιδί στα χέρια μου κοιμάται
όταν με βρει
φοβάται να μ’ αφήσει
με κλέβει απ’ το κάστρο,
σκοτώνει τους δράκους μου
μα πιο πολύ
το χρειάζομαι εκεί
Την κάθε νύχτα του ιστορώ
μιαν οφειλή και μιαν ευχή
για να μπορεί να μεγαλώνει
Κρατάει το χέρι μου
παλάμες δυσανάλογες
τον μίτο ακολουθώ της Αριάδνης
μες στον λαβύρινθο του ύπνου
για να μας οδηγεί
μέχρι το πρωί
Για να μπορεί
επίμονα πολύ με χρειάζεται
νύχτα και μέρα
το παιδί μου
Β) «Κλικ» πέμπτο: Διακειμενικότητα, η περίπτωση του ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη και το ποίημά του «το κλικ του φακού» πλάι στην «Οδύσσεια».
- Διακειμενικότητα διαχρονική
Η Οδύσσεια είναι γένους αρσενικού. Είναι γένους αρσενικού και ίσως η ιδέα για το μπλε εξώφυλλο να κάνει μια έμμεση μνεία σ’ αυτό. Σε τίποτα άλλο δεν θυμίζει αυτή η συλλογή την ομηρική Οδύσσεια πέρα από το ομώνυμο ποίημα της συλλογής κατά το οποίο η Πηνελόπη, εγώ, σαν ένας άλλος «Οδυσσέας» κατεβαίνει στον «Άδη» όχι για κάποιον χρησμό πιά, αλλά για να συναντήσει ανθρώπους, να μεταφερθεί από τον έναν προορισμό στον άλλο και τελικά αυτό το ταξίδι στο υπόγειο μετρό να καταδείξει ένα συνολικό ταξίδι ζωής και ενηλικίωσης σε μια σύγχρονη μητρόπολη. Οι μικρές «νέκυιες» που θα βιώσει, οι ματαιώσεις, η μοναξιά, η λήθη, οι φρούδοι έρωτες, θα την προωθήσουν στην επόμενη «στάση» της ζωής. Άλλωστε κανένας δεν «κατεβαίνει» χωρίς καμία ελπίδα ανάβασης. Από τον Οδυσσέα του Ομήρου, στη σπηλιά του Πλάτωνα μέχρι την μικρή και αθέατη Πηνελόπη της σύγχρονης μεγαλούπολης. Ακολουθεί το ποίημα «Πηνελόπης Οδύσσεια»:
Στη δική μου Οδύσσεια
η Πηνελόπη κατεβαίνει στον Άδη
κάθε μέρα
Ταξίδι υπόσκαφο υποχθόνιο κρυφό
κατεβαίνει με αυτοσχέδιο φακό
παραπατάει συνέχεια
η κατηφόρα ατέλειωτη
ακούει νεκρούς να ουρλιάζουν
σφίγγει το παιδί
σβήνει ο φακός οι μπαταρίες τελειώνουν
βγάζει τα παπούτσια της
ακούει τη μάνα της ν’ αχνογελά
-την ψάχνει ακόμα τη μαμά της-
Περνάει ο συρμός – τον χάνει
Αντιλαλούν τα ουρλιαχτά
περιδιαβαίνει μισοσκότεινη
Ελπήνορας και Ηρακλής
την προσπερνούν – και πόσοι ακόμα
μα δεν την αναγνώρισε κανείς τους;
Το γαίμα στο διάκενο αναβλύζει
στις κυλιόμενες χάνεται
καθέλκεται
σκορπάει
Φορούν μάσκες οι ψυχές
φορά μάσκα κι αυτή
τα μάτια υγρά ζητούν μιαν έξοδο
και ποιος αλήθεια να της πει για την Ιθάκη;
Στη δική μου Οδύσσεια
η Πηνελόπη φονεύει όλους τους μνηστήρες
μόνη της
τους ξαναβρίσκει επιβάτες στα τελευταία βαγόνια
άλλος μ’ ένα τόξο στο κεφάλι
στην καρδιά μαχαίρι άλλος
ο τρίτος έχει ακουστικά στ’ αυτιά
Κάθε μέρα στον Άδη ξεψυχάει
ένας τής δίνει εισιτήριο
χρησμός του Τειρεσία – ποιος ξέρει
Σκαιός ο κόσμος των νεκρών
κι αυτή πάντα σκιαγμένη
Τελικά
δεν είναι του Ομήρου η Οδύσσεια
είναι της Πηνελόπης
Επόμενη στάση: Πηνελόπης Οδύσσεια
- Διακειμενικότητα συγχρονική
Όποιος έχει γνωρίσει τον ποιητή Κώστα Ριζάκη, τον έχει ακούσει από το τηλέφωνο. Και μετά τον έχει διαβάσει και τον έχει αγαπήσει πολύ. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του καθώς μου επιμελήθηκε πέντε ποιήματα από αυτή τη συλλογή τα οποία συμπεριλήφθηκαν στο ανθολόγιο ποίησης «Εφ’ ενός γίγνεσθαι 2» από τις εκδόσεις Ρώμη. Η περίπτωση της διακειμενικότητας εδώ προκύπτει όταν ο Κώστας μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έγραψε ένα ποίημα εμπνευσμένο από τα ποιήματα που είχε επιμεληθεί και μαζί με μια συνέντευξή μου που έδωσα στον Κώστα Κρεμμύδα, αυτό το διακειμενικό ποίημα δημοσιεύτηκε αργότερα στο περιοδικό «Καρυοθραύστις» (διπλό τεύχος Απριλίου 2022). Ο τίτλος του πρωτότυπος, «το κλικ του φακού», θα το χαρακτήριζε κανείς ως ένα αισιόδοξο ποίημα με χαρακτηριστικό το ύφος του ποιητή- επιμελητή.
Η διακειμενική διασύνδεση από τον τίτλο ακόμα του ποιήματος στάθηκε ο στίχος από το ποίημα «Πηνελόπης Οδύσσεια» ο οποίος αναφέρει κάπου στην αρχή πως η Πηνελόπη «κατεβαίνει με αυτοσχέδιο φακό», και λίγο πιο κάτω «σβήνει ο φακός οι μπαταρίες τελειώνουν». Η κατάβαση εκείνης της Πηνελόπης του ποιήματος στάθηκε αφορμή να πυροδοτήσει έναν ποιητικό διακειμενικό διάλογο του εκλιπόντα προσφάτως και αγαπημένου ποιητή Κώστα μαζί μου, και αυτό το ποίημα που προέκυψε, το δικό του, μορφικά τόσο διαφορετικό και τόσο αριστοτεχνικά συγκροτημένο, να αποτελέσει ένα «σκούντηγμα» στον ώμο μου, ένα «όλα θα πάνε καλά», ένα «πιστεύω σε εσένα και τη νέα γενιά» σπάζοντας την κρούστα μιας τυπικής σχέσης επιμελητή- επιμελούμενου χάρη του ανθολογίου ποίησης. Ο φακός ως ένα συμβολικό «νήμα» που «έδεσε» τα δυο ποιήματα, με ένα και αδιαίρετο φως πιστεύω πως διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή καθώς η κατάβαση του ποιητικού υποκειμένου γενικεύεται σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, είναι μια κατάβαση στον εαυτό, στη μνήμη, τις χαμένες προσδοκίες. Το «κλικ» θα ακουστεί μετά το γύρισμα της κάθε σελίδας και τέλος αυτό το «κλικ» θα ηχήσει μέσα μας ως επισφράγιση της ποιοτικής αλλαγής της ενατένισης της ζωής γύρω μας.
Υ.Σ Κώστα σε ευχαριστώ για τις «μπαταρίες». Ο φακός λειτουργεί!
![]()
Ακολουθεί το ποίημα «Κλικ του φακού» του Κώστα Θ. Ριζάκη όπως δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα «Με τον Μαστό αιμάσσοντα οδός γυναικών, (α) Β. Γκέντσου, Ν. Ιωάννου, Α. Γεωργοτά, Π. Ζαρδούκα»
Στην ποιήτρια Πηνελόπη Ζαρδούκα
ότι αβασίλευτος έτι ο Αλέξανδρος
κάποτες λεν’ πως το καράβι ταξιδεύει
φλόγα των χρυσανθέμων μπρος σκιρτά
θεού μια θάλασσα που ηλιόσπαρτη γυρεύει
φέτα- ή της γης παρθενικήν ανοιχτωσιά.
βρίθει στο τσούρμον ναυτικών εμπειριών
με τιμονιέρη από παλιόν καλόν καιρό
κ’ ίσαλος η γραμμή -νέων πλεύρισμα ηπείρων
άγνωρων κι άφιλων συχνά- ξεφλούδιζεν αφρό
μα πάντα πάντοτες στητόν καν μετερίζι
καν δίχως και η απόφαση σταματημό
χρονιάς διέφευγεν κι αντιχρονιάς μαυρίζει
χιόνια παγώσαν κάθε αμπάρωμα σκυφτό
(στρωτά μου φεύγεις στο αίμα καπετάνιος
-κ’ είτε βουλιάζει ενός βυθού ως ναυαγός
μοναχικός ναι ο ποιητής όμως ζητιάνος;-
τα ύφαλα φώτα αποσβολώνεις οδηγός)
«Κλικ» ευχαριστιών: Στον αείμνηστο ποιητή Κώστα Ριζάκη για την συμβολή της επιμέλειάς του στην παρούσα ποιητική συλλογή, στις εκδόσεις Θράκα και τους συντελεστές της, στη δημιουργό του εξωφύλλου, αξιόλογη εικαστικό Αφροδίτη Σερέτη, στην ξαδέρφη μου Μάρθα της οποίας αυτή η συλλογή και το ποίημα «Άδυτο πως» αφιερώνεται. Τέλος στον τραγουδοποιό Γιώργο Ρωμανό και το τραγούδι του «Το σύμπαν» το οποίο αποτέλεσε έμπνευση και κρυφό «σάουντρακ» για τη συγγραφή του ποιήματος «Το διάστημα».