Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη

In Κριτικές, Λογοτεχνία by mandragoras


Κριτική

Δημήτρης Δαμασκηνός | Μικρό χρονολόγιο για την ποίηση της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη και μερικές ακόμα κριτικές επισημάνσεις

Η Αργυρώ Λουλαδάκη γεννήθηκε το 1973 και κατοικεί στα Χανιά της Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχοντας ήδη κάνει τρεις κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών που αφορούν τη Νεοελληνική Λογοτεχνία του 19ου αιώνα και τις Επιστήμες της Εκπαίδευσης, εργάζεται ως καθηγήτρια-φιλόλογος στο Μουσικό Γυμνάσιο Χανίων. Εκτός από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα έχει ήδη εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές.

 

 

    Η πρώτη επιγράφεται «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, και εκδόθηκε στο Ρέθυμνο το 1997 [2]: Όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης η Αργυρώ: «Το μεγαλύτερο μέρος των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην παρούσα συλλογή γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στο Ρέθυμνο.»

    Αυτή η πρώτη ποιητική της δοκιμή περιέχει  αρκετά αξιόλογα ποιήματα. Η ποιήτρια επιλέγει τότε -σποραδικά έστω και ως παιγνιώδη παράβαση- να υιοθετήσει μια υποψία ομοιοκαταληξίας [3] που θα εγκαταλείψει στη συνέχεια γράφοντας μόνο σε ελεύθερο στίχο. Μερικές παρομοιώσεις της επιπρόσθετα φαίνεται να έχουν αντληθεί «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου», στην προσπάθεια της να πειραματιστεί στη σύνταξη της ιδιαίτερης δικής της ποιητικής ιδιολέκτου ιχνηλατώντας διαύλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, στο ποίημα «Βρασμένο νερό», όπου ο θάνατος, αθόρυβος και ευέλικτος:

 

όλα τα κάνει αόρατα,

όπως τα απορρυπαντικά γενικής χρήσης

απομακρύνει λεκέδες, στίματα, μυρωδιές… [4]

 

     Το θέμα του θανάτου επανέρχεται στην ποίησή της και πάλι. Από την πρώτη ενότητα που τιτλοφορείται «ΠΑΡ-Ακμή», η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα ανάμεσα στο 1992-1995, οι «Φωτιές», για παράδειγμα, αποτυπώνουν έναν μετα-ρομαντικό, γι’ αυτό χαμηλόφωνο, σχεδόν υποδόριο συγκλονισμό μπρος στο αναπόφευκτο του θανάτου, αφού, όπως εκμυστηρεύτηκε στον γράφοντα η ίδια η Αργυρώ, το ποίημα το συνέθεσε όταν πληροφορήθηκε τα «κακά μαντάτα» για το προδιαγεγραμμένο τέλος ενός πολύ αγαπημένου της συγγενικού προσώπου.

 

«Φωτιές»

 

Γέμισαν τα σοκάκια φωτιές∙

θα ξεφαντώνουν τα ξωτικά.

 

Κι η νύχτα θα γελάει στα κρεβάτια

Ντυμένη προβιές ζώου και φωνές,

 

Και θα φτάνει η ματιά σου ίσαμε μένα

Σαν απλωμένο χέρι στο κατάρτι.

 

Γέμισα, γέμισες, γέμισε

Γεμίσαμε, γεμίσατε, γέμισαν φωτιές.

 

    Το ποίημα αυτό, αν και είναι αρκετά πρώιμο, γραμμένο το Νοέμβριο του 1994 [5], εμπεριέχει, ωστόσο, στοιχεία του προσωπικού -τότε- ύφους της Αργυρώς, ιδιαίτερα τον υπαινικτικό  εικονοπλαστικό της λόγο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς, εξίσου θεμιτούς με τις προθέσεις της ποιήτριας που το έγραψε στο χαρτί: κάποιος, διαβάζοντας το, θα μπορούσε π.χ. να υποθέσει πως αποτυπώνει ένα αυθεντικό  ερωτικό συναίσθημα που φτάνει στην κορύφωση του με τους φλεγόμενους εραστές, ίσως μια κάποια δωδεκάτη  σαιξπηρική νύχτα, να συμμετέχουν σε μια καρναβαλική -σχεδόν- μέθεξη της φύσης και των σωμάτων. Η απόκλιση στη νοηματοδότηση του περιεχομένου μπορεί αφενός να οφείλεται στην αδυναμία της νεαρής -τότε- ποιήτριας να τιθασεύσει την έκφραση της ορίζοντας με σαφήνεια έναν ορίζοντα προσδοκιών από το ποίημα στον αναγνώστη κα΄τα τη διαδικασία της ανάγνωσης, μπορεί αφετέρου να υπήρξε, όμως, και συνειδητή της επιλογή, επιτρέποντας μ’ αυτόν τον τρόπο να γίνει ο αναγνώστης συν-δημιουργός του νοήματος σ’ ένα πιο ρευστό πλαίσιο συνειρμών και συμβολικών αναπαραστάσεων.

    Από τις δύο πιθανές ερμηνείες, ωστόσο, ας συγκρατήσει κανείς πιο πολύ τη βίωση της εμπειρίας του θανάτου, γιατί η ποίηση της Αργυρώς, αν και αναγνωρίζει βέβαια την επίδραση του ερωτικού συναισθήματος, δεν είναι -εντούτοις- ηδονιστική: ο έρωτας μοιάζει μάλλον σαν τις μέρες που ρίχνουν «τα απροσδόκητα φώτα στη ρίζα των ονείρων μας» [6], ενώ η ζωή είναι «μια μπάλα που ‘φυγε απ’  τα χέρια των παιδιών κι έρχεται ως τα πόδια σου και τ’ ακουμπά» [7]. «Στον επόμενο τόνο», όμως:

 

Το φως

σε τρώει όπως η θάλασσα το βράχο

γεμάτη κουφάλες

ν’ αντηχά το σπασμένο κύμα

στα σωθικά σου.

 

    υπογραμμίζοντας στη ροή του χρόνου τη φθαρτότητα της ύπαρξης [8].

 

    Στην πρώτη της αυτή συλλογή διακρίνεται με ευκρίνεια το ύφος που μετέπειτα θα καλλιεργήσει στην ποίησή της η Αργυρώ: οι θρυμματισμένες εμπειρίες, τα συναισθήματα και οι εικόνες, αυτά «τ’ απομεινάρια από την αγωνία της ημέρας και τις σιωπές της νύχτας» που καταθέτει στον αναγνώστη συγκροτούν μια αντιηρωική ποιητική αποτύπωση χωρίς λυρικές μεγαλοστομίες, η οποία -αν και η ματιά της είναι στραμμένη στη θέαση αυτού του κόσμου- ασφαλώς δεν επιχειρεί να «κοινωνήσει» με τον λεγόμενο «ρεαλισμό» και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που εμπνεύστηκαν από αυτόν ή έστω ενσωμάτωσαν κάποια στοιχεία του. Ασφαλώς δεν παραπέμπει σ’ ένα σύστημα συμβολικών αξιών που θα μπορούσε να οριστεί ως υψηλό, οι οποίες όριζαν παλιότερα κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές βρίσκοντας συχνά την αποτύπωσή τους στην ποίηση του αιώνα που μας πέρασε (βλ. π.χ. την αντιστασιακή ποίηση ιδιαίτερα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς).  Ασφαλώς η ποίηση της Αργυρώς παραπέμπει στον μοντερνισμό και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ενέπνευσε, αποτελεί συνεπώς σπουδή -τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη- της βιωμένης υποκειμενικότητας των καθημερινών στιγμών που καταγράφονται σ’ έναν χώρο. Είναι συνεπώς μια ποίηση εσωτερική, σχεδόν εξομολογητική, ποίηση ειλικρινής στη τόλμη της ν’ απέχει συνειδητά (;) από το αιώνιο θέμα της εξουσίας, ωστόσο ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη στην επιλογή χαμηλών -κατά βάση- τόνων έκφρασης και την αποφυγή της ρητορικής μεγαλοστομίας. 

 

Κι ο θάνατος

μια ελλειπτική τροχιά

μια ρόδα που γυρίζει

στο κενό [9]

 

θα γράψει στη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο: «Κάποια ποιήματα» [10]. Εκδόθηκε στα Χανιά το 2013 και αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος που επιγράφεται στιγμές περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα έως το 2008.  

    Σ’ αυτά συνεχίζει το παιχνίδι των αντιθέσεων: το φως, η σκιά και το σκοτάδι, η νύχτα και η μέρα, η απουσία και το κενό, η ζωή και ο θάνατος συνθέτουν μερικούς αντιφατικούς πόλους χρωματισμένους από το άσπρο στις «διαχωριστικές γραμμές» [11] των λεωφόρων και στους λευκούς τοίχους [12], από το «μαύρο χαρτί» της νύχτας [13] μα και από το κίτρινο του φεγγαριού  που τη νικούσε [14], από το κόκκινο των λουλουδιών [15] και του αίματος [16], από το μπλε -τέλος- που «περίσσευε απ’ τη θάλασσα» [17]. Ένα πλήθος ταπεινών καθημερινών αντικειμένων φωτίζονται, ακινητούν στις λιγοστές παρομοιώσεις της ή «αφήνουν το μελανό αποτύπωμά τους στον τοίχο» [18], όπως τα κάδρα τη νύχτα.

     Σ’ αυτές τις ολιγόστιχες και λιτές ποιητικές καταγραφές που φέρουν, ωστόσο, όλα τα χρώματα και τ’ αντικείμενά τους, η Αργυρώ συνθέτει -πράγματι- στιγμές σ’ ένα διαθλασμένο από την ανθρώπινη εμπειρία χωρικό συνεχές, στο οποίο οι μορφές μεταβάλλονται αέναα, τα περιγράμματα, τα νοήματα και τα συναισθήματα μεταπλάθονται αδιάκοπα, μ’ έναν πιο ασυνεχή όμως και πιο κατηγορηματικό τρόπο, αφού ο χρόνος:

 

…άλλο ένα κουβάρι

παρατημένο στη γωνία

με χαμένη την άκρη του

απροσδιόριστη την αρχή του

χωμένη στην παραλληλία,

τη διάζευξη, τεμνόμενη

από αλλεπάλληλες σειρές-κλωστές

γεγονότων όλων ταυτόχρονα

ισχυόντων∙ στην κοίλη-καμπύλη

επιφάνειά του, στην κυλιόμενη τροχιά του. [19]

 

    καταντά μια παγίδα:

 

σαν εκείνες τις κορδέλες

αλειμμένες με κάτι σα μέλι

για τις μύγες

στα παλιά καφενεία·[20]

 

    που κολλάει πάνω του κανείς βυζαίνοντας λαίμαργα τη γλύκα των ωρών του ώσπου να πεθάνει ή:

 

σαν τις σταγόνες το αίμα

στο χώμα που φανερώνουν

την πορεία του σκοτωμένου [21].

 

    Σ’ αυτό το ποιητικό σύμπαν της Αργυρώς τα ποιήματα της μοιάζουν με «εκκενώσεις ηλεκτρικές» [22], και οι στίχοι που μέσα τους αναπνέει είναι τα αιμοφόρα αγγεία που τρέφουν την ύπαρξή της [23]. Αυτοί οι στίχοι της τρυπούν τη μέρα ανοίγοντας σήραγγες στο κορμί:

 

…διόδους μυστικούς για να χωρέσουν

ήχοι καινούριοι, κύματα, πνοές…. [24].

 

    την ώρα που η ποιήτρια πατάει:

 

…πάνω στη σιωπή

προσεχτικά μη σπάσει

κι απλωθούν παντού

τα κομμάτια της

κομμάτια κοφτερά

σαν από γυαλί [25].

 

    και μόνο η θάλασσα μοιάζει σάρκα από:

 

σώμα υγρό που πάλλεται

ηδονικά στο άγγιγμα του ήλιου [26].

 

     Στο δεύτερο μέρος που έχει τίτλο της σκιάς… και του φωτός… περιλαμβάνονται ποιήματα γραμμένα το 2011-2012. Η   Αργυρώ σ’ αυτό το μέρος προτάσσει στα [Σπαράγματα στίχων] μια διάσημη βουδιστική γραφή, την παρακάτω: (Form is emptiness and emptiness is form = Η μορφή είναι κενή και η κενότητα είναι μορφή) [27].

    Αυτή η φράση παρμένη από τη Σούτρα της καρδιάς υποδεικνύει πως η έννοια της κενότητας αποτελεί σημαντικό εργαλείο και οδηγό για την άσκηση του διαλογισμού, αφού:

 

τα πάντα είναι κενότητα.
Δεν υπάρχουν γέννηση, θάνατος,
αγνότητα, σπίλωση,
αύξηση, μείωση.

Για αυτό στην κενότητα δεν υπάρχουν η μορφή, οι σπιλώσεις,
μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα, σώμα, νους.
Δεν υπάρχει χρώμα, ούτε ήχος, οσμή, γεύση, αφή, σκέψη.
Δεν υπάρχει νόηση, ούτε άγνοια, ψευδαίσθηση ή παύση των ψευδαισθήσεων.
Δεν υπάρχει φθορά, ούτε θάνατος, ούτε τέλος στη φθορά και τον θάνατο.
Δεν υπάρχει γνώση, ούτε κέρδος, ούτε απώλεια. 

 

    Με την κατάκτηση αυτής της υπέρτατης σοφίας που απελευθερώνει από τη δυστυχία, η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν και ο άνθρωπος μπορεί να δει την αλήθεια, την πραγματική κενότητα και να συλλάβει τον απόλυτο νόμο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα [28].

    Επιστρέφοντας στην ποιητική ενότητα στιγμές, ας ειπωθεί για την ποιήτρια πως χρησιμοποιεί έκφραση ακόμα πιο ελλειπτική, από την οποία συχνά απουσιάζει το ρήμα [29], δηλαδή δεν εκδηλώνεται η ενέργεια, συνεπώς συναιρείται και ο χρόνος, ακόμα και σ’ αυτά που τον προϋποθέτουν για να υπάρξουν όπως στο ποίημα:

 

[11]

 

Νύχτα

στα σεντόνια οι λέξεις

ξέσκεπες

στην ισορροπία του σκοταδιού.

 

Σχήμα κορμιού

ξεχασμένο στο μαξιλάρι… [30]

 

    Τέλος η παρούσα ποιητική συλλογή: «Εκτός. Χώροι», της Αργυρώς και του Βαγγέλη Λουλαδάκη  είναι «μία σημαντική ποιητική απόπειρα και πραγμάτωση δύο νέων Χανιωτών ποιητών που αξίζει να προσεχθούν από το φιλότεχνο κοινό γιατί έχουν πολλά να προσφέρουν στην ποίηση του τόπου μας και ευρύτερα» [31].

 

    Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2016, τυπωμένη από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Την προσεγμένη έκδοση επιμελήθηκαν η Αγγελική Ασπρογέρακα – Γρίβα και ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής ο ίδιος και εκδότης του ομώνυμου περιοδικού Μανδραγόρας.

    Η συνεισφορά της Αργυρώς σ’ αυτή την κοινή ποιητική προσπάθεια των δύο αδελφών περιλαμβάνεται στις σελίδες 9-73 διαρθρωμένη στις ενότητες:

 

I – IX,

Κενού σιωπή,

(Γιατί;) & Άτιτλα ποιήματα

 

     Γράφει η Αργυρώ στο ποίημα της ΙΧ στις σελίδες 22-25 [32] από την πιο πρόσφατη ποιητική της απόπειρα:

 

Το καλοκαίρι αργό

στην επανάληψη του δρόμου

στην ένταση της κίνησης των αμαξιών.

 

Ο χώρος

αφήνει τα δωμάτια

                         κενά…

 

«Τούτο το σπίτι μυρίζει θάνατο», μου είπε. «Οι κουρτίνες, τα πατώματα, οι καρέκλες, οι καρέκλες έχουν την οσμή του θανάτου». «Την οσμή του αίματος», συμπλήρωσα εγώ.

 

Το σπίτι

    σχηματίζει

         τη σιωπή.

 

Το σπίτι

    αγγίζει τη σιωπή

          όπως τα χέρια το άψυχο σώμα.

 

Απόψε το φεγγάρι

    έκαψε τον ουρανό

 

    κι η νύχτα

    άστρο π’ αναζητά

την τροχιά του…

 

Κι η νύχτα

     να επαναλαμβάνεται

                                   στο μαξιλάρι μου

όπως η βροχή στα σύννεφα·

 

κίνηση αδιάκοπη

     στην απόσταση

                         του χρόνου… [33]


    Ο Βαγγέλης Λουλαδάκης, από την άλλη πλευρά, ο αδελφός της, στις σελίδες του βιβλίου 75-123 υπογράφει τη συνέχεια με τα: 1 – 31 & 13 ποιήματα για τη νύχτα με μια γραφή που όχι απλά παρουσιάζει ομοιότητες μ’ αυτήν της Αργυρώς, μα  παραπέμπει σε μια κοινή αισθητική και μια ταυτόσημη βίωση του ποιητικού φαινομένου. Γράφει για παράδειγμα στο ποίημα 6:

 

6

 

Το πάτωμα

πεταμένο σχήμα,

σπασμένη συμμετρία

κάτω απ’ το τραπέζι [34].

 

    σε μια κουζίνα που σκορπίζει όταν πέφτει ένα ποτήρι [35]. Μα και στα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως:

 

 

Τη νύχτα, τα δωμάτια

εγκαταλείπουν το πάτωμα

κάτω απ’ το σπίτι.

Μένει μόνο το περίγραμμα

του χώρου,

κουφάρι νεκρού ζώου [36].

 

    Σε άλλα ποιήματά του αρέσκεται να χρησιμοποιεί στα σχεδόν φωτογραφικά του ενσταντανέ έναν τρόπο γραφής κρυπτικό, ασύντακτο, ασυνεχή, θραυσματικό εντέλει (προ)καλώντας τον αναγνώστη να εγκαταλείψει την προσφιλή του συνήθεια των έτοιμων απαντήσεων, προτρέποντας τον να γίνει ενεργός συμμέτοχος στο ποιητικό γίγνεσθαι, για να (συν)οικοδομήσουν μαζί το νόημα στη μετέωρη φράση, όπως π.χ. στο ποίημα 7, όταν γράφει:

 

 

Το κύμα έσπασε φορτηγό στην ακτή [37].

 

    Αυτή η ποιητική φράση έχει το νόημα πως:

 

Το κύμα έσπασε (πάνω σ’ ένα) φορτηγό (που βρισκόταν) στην ακτή

 

ή πως:

 

Το κύμα έσπασε (όπως σπάει ένα) φορτηγό (πέφτοντας/προσκρούοντας) στην ακτή;

 

Πολλές ακόμα υποθέσεις μπορεί ο αναγνώστης να κάνει. Θεμιτό νόημα, φυσικά, δεν υπάρχει. Ο καθένας από εμάς θα γίνει συνδημιουργός του συμπληρώνοντας, αποκαθιστώντας και ερμηνεύοντας με τον δικό του τρόπο την τραυματισμένη φράση με το να συγκολλήσει λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά τις λέξεις με άλλη διάταξη και συντακτική συνάφεια, όπως τα κομμάτια ενός παζλ ή ενός σπασμένου καθρέφτη, κίνηση που θα του επιτρέψει να κοιτάξει βαθύτερα μέσα στον ψυχισμό του.  

    Αυτή η απόπειρα για μια νέα ποιητική γραφή δε σημαίνει πως ο Βαγγέλης Λουλαδάκης δεν ξέρει να χειρίζεται τα εργαλεία της τέχνης του. Το κάθε άλλο συμβαίνει: το έκτο π.χ. από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα αποτελεί έξοχη πραγμάτωση του συνυποδηλωτικού και εικονοπλαστικού λόγου:  

 

 

Τη νύχτα τα αντικείμενα

μαζεύονται στο φως

όπως το ψάρι στο δόλωμά του.

Ανυποψίαστα λαχταρούν

την εξαπάτησή τους [38].
    Ποιός είναι, όμως, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης; Γεννήθηκε το 1977 στα Καμισιανά του νομού Χανίων Κρήτης. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, της ποιητικής συλλογής: «Εκτός. Χώροι», και η φωτογραφία του εξώφυλλου είναι δικές του.

 

 

 
Φωτογραφία του Βαγγέλη Λουλαδάκη στην ποιητική συλλογή: «Εκτός. Χώροι», σελ. 124.

 

    Έχει εκδώσει το 2010 μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Μικρές μελέτες» [39]. Αυτή η πρώτη ποιητική του απόπειρα, που επίσης περιέχει πολύ μικρά ποιήματα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα Χανιά τον Φεβρουάριο του 2016.  Ο κ. Σταμάτης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης ανέφερε τότε μεταξύ άλλων: «Τη λέξη μελέτες τη χρησιμοποιεί με την έννοια της προσήλωσης γιατί μιλάει για αντικείμενα κυρίως. Νομίζω ότι θα ήταν προσφυέστερος ο τίτλος αν ήταν εν ριπή οφθαλμού ή ενσταντανέ δηλαδή στιγμιαία φωτογραφία. Με μια πολύ γρήγορη ματιά προσπαθεί να δει τα πράγματα μ’ ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι συνήθως τα βλέπουμε» [40].

    Αυτή είναι μία εύστοχη παρατήρηση, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας το πρώτο-πρώτο ποίημα της συλλογής, στην οποία προτάσσεται η ενότητα για τη ΜΕΛΕΤΗ του ΦΩΤΟΣ. Γράφει, λοιπόν, ο Βαγγέλης Λουλαδάκης:

 

1.

 

Τα καλοκαιρινά απογεύματα.

Που αφήνουν το αίμα τους

πάνω στις κουρτίνες

και συ απρόσεκτος τις ακουμπάς

συμμετέχοντας άθελά σου

στο φόνο [41].

 

    Γιατί:

 

 

Κάθε απόγευμα,

η μέρα σκοτώνει

αργά το φως της

μέχρι η νύχτα να τ’ αποτελειώσει.

Όπως αργά και σταθερά

κρατάς το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου

μέχρι να ξεψυχήσει [42].

 

    Στην  ΜΕΛΕΤΗ του ΧΩΡΟΥ πάλι ο αναγνώστης μοιράζεται τον φόβο του εφιάλτη με τον ποιητή, όταν τον ακούει να ψιθυρίζει πως τη νύχτα, αυτήν την «κούφια πλευρά της μέρας» [43]:

 

τα αντικείμενα απορροφούν το σκοτάδι

όπως οι γάζες το αίμα [44]

 

    Η συλλογή ολοκληρώνεται με τέσσερα πεζά ποιήματα (στις σελ. 51-57) που κι αυτά αριθμούνται από τον δημιουργό τους χωρίς τίτλο. Το πρώτο από αυτά είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ποιητικής αισθητικής του Βαγγέλη Λουλαδάκη:

Έβρεχε πολύ εκείνη τη νύχτα. Ξαφνικά έγινε διακοπή ρεύματος. Ανάψαμε κάποια παλιά κεριά και μαζευτήκαμε όλοι στο υπνοδωμάτιο. Έκανε πολύ κρύο έξω κι εμείς τυλιγμένοι στις κουβέρτες περιμέναμε να έρθει το φως. Τότε θυμάμαι καλά τη μάνα μου που μας έλεγε ιστορίες –πόσο δύσκολα πέρασε τα παιδικά της χρόνια, μα πόσο νοσταλγικά τα επιζητούσε πίσω. Ύστερα πάλι ήρθε το φως απότομα και όλα γύρισαν πάλι στην αρχική τους θέση [45].

 

    Το συμπέρασμα που προκύπτει διαβάζοντας τα ποιήματα  του Βαγγέλη είναι πως στην πρώτη ποιητική του απόπειρα κινήθηκε σε γενικές γραμμές στο ίδιο ύφος που αναδίδει και η παρούσα συλλογή Εκτός. Χώροι που από κοινού υπέγραψαν με την Αργυρώ.

    Οι ομοιότητες στην ποίησή τους είναι πολλές, αφού, όπως έγραψε και ο Νίκος Χουρδάκης, γενεαλογικά… τα δυο αδέλφια, ανήκουν οργανικά στη λεγόμενη «γενιά του ’90» ή αλλιώς: «σε μια αθέατη γενιά», σύμφωνα με τον οξυδερκή χαρακτηρισμό της Αγγελικής Κωσταβάρα… Τα χαρακτηριστικά της γενιάς… είναι: η νοσταλγία για την ολότητα και η μετα-ρομαντική αίσθηση, ο ελλειπτικός λόγος και το ασύμπτωτο της ποιητικής εικόνας, ο εγκιβωτισμός του φόβου σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός και ο απελευθερωτικός ρόλος της ποίηση και το σημαντικότερο, ίσως, ότι η θέα αυτής της, κατά τα άλλα αθέατης γενιάς, είναι προς τον κόσμο [46]. Σχεδόν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ενυπάρχουν στο έργο των αδελφών Λουλαδάκη.

Δημήτρης Δαμασκηνός

[2] Αργυρώ Λουλαδάκη, «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, φωτογραφία εξώφυλλου: Λουλαδάκης Βαγγέλης, εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Ρέθυμνο 1997, σελ. 91.

[3] Βλ. το ποίημα «Μένουν μόνο τα τελειώματα…», από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 28, αλλά και το «Ανάστροφα» στη σελίδα 56.

[4] Βλ. το ποίημα «Βρασμένο νερό», από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 29. 

[5] Αργυρώ Λουλαδάκη, «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 14.

[6] Βλ. ποίημα «Μέρες» της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 72. Το ίδιο ακριβώς ποίημα, χωρίς ωστόσο τίτλο, αριθμημένο ως [14], περιλαμβάνεται και στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Αργυρώς Λουλαδάκη «Κάποια ποιήματα», εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 22.

[7] Βλ. ποίημα «Ζέστα» της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 52.

[8] Βλ. ποίημα «Στον επόμενο τόνο» της Αργυρώς Λουλαδάκη, από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα» Διαδρομές-Παρακμή, ο.π., σελ. 76.

[9] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [71], στην ποιητική συλλογή: «Κάποια ποιήματα», εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 79.

[10] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, «Κάποια ποιήματα», εκδόσεις Bookstars-Γιωγγαράς, Χανιά 2013, σελ. 150.

[11] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [20], ο.π., σελ. 28.

[12] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [53], ο.π., σελ. 61.

[13] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [72], ο.π., σελ. 80.

[14] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [65], ο.π., σελ. 73.

[15] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [59], ο.π., σελ. 67.

[16] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.

[17] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.

[18] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [77], ο.π., σελ. 85.

[19] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 80.

[20] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [79], ο.π., σελ. 87.

[21] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [12], ο.π., σελ. 20.

[22] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [1], σελ. 09.

[23] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [57], ο.π., σελ. 65.

[24] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [47], ο.π., σελ. 44.

[25] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [30], ο.π., σελ. 38.

[26] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, στιγμές [5], ο.π., σελ. 13.

[27] Γράφει η Σούτρα της καρδιάς ανάμεσα στ’ άλλα και τα παρακάτω:

[…] Ω Σαριπούτρα, γράφει η Σούτρα της καρδιάς,
τα φαινόμενα δεν διαφέρουν από την κενότητα,
η κενότητα δεν διαφέρει από τα φαινόμενα,
η μορφή είναι κενή, η κενότητα είναι μορφή.

[28] Βασισμένος στη Μεγάλη Σοφία που οδηγεί στο επέκεινα, ο Μποντισάτβα είναι ατρόμητος.
Η ψευδαίσθηση και η προσκόλληση καταρρέουν
και αυτός συλλαμβάνει τον απόλυτο στόχο της ύπαρξης, τη Νιρβάνα.

Όλοι οι Βούδες του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος,
μέσα από το ασύγκριτο, απαράμιλλο και αυθεντικό μάντρα της Μεγάλης Σοφίας,
μπορούν να αποκτήσουν την υπέρτατη σοφία που μας απελευθερώνει από τη δυστυχία.
Καθώς μας γλιτώνει από όλη τη δυστυχία,
μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια, την πραγματική κενότητα.

 (Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε στο επέκεινα, ακόμη πιο πέρα, στην ακτή της Φώτισης).

[29] Αυτό συμβαίνει στα ποιήματα [1], [2], [3], [4], [7], [9], [11], [12], [13], [14], [15], [18], [20], [22], [23], [24], [25], [26], [27], [32], [33], [36] και [39], δηλαδή στα 23 από τα 43 ποιήματα αυτού του δεύτερου μέρους.

[30] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Ποιήματα (2011-2012) [11], στην ποιητική συλλογή: «Κάποια ποιήματα», ο.π., σελ. 115.

[31] Βλ. τη δήλωση του Δημήτρη Δαμασκηνού, φιλόλογου και συγγραφέα στο άρθρο του Γιώργου Δρακάκη, Παρουσίαση ποιητικής συλλογής στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017. Άλλωστε στο ίδιο άρθρο ο  ψυχολόγος – ποιητής, Νίκος Χουρδάκης χαρακτήρισε τη συλλογή ως ένα πολύ ξεχωριστό γεγονός όχι μόνο για τον τόπο μας αλλά και γενικότερα για τη χώρα μας.
«Μπορεί να ακουστεί αυτό υπερφίαλο στις καταστάσεις που ζούμε, αλλά δεν είναι συνηθισμένο δύο αδέλφια να υπογράφουν μία ποιητική συλλογή παρότι έχουμε και στο παρελθόν περιπτώσεις αδελφών που γράφουνε ποίηση. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και η Ζωή Καρέλλη. Ποτέ όμως δεν υπέγραψαν μία συλλογή μαζί. Εδώ έχουμε κάτι πιθανόν πρωτοφανές. Δύο αδέλφια να υπογράφουν μία συλλογή και μάλιστα με τόσο σημαντικά αποτελέσματα», είπε.

[32] Το ποίημα ΙΧ της Αργυρώς Λουλαδάκη μάλλον ολοκληρώνεται στις σελίδα 29. Αυτή  η αμφιβολία ακολουθεί τον αναγνώστη, μιας και δεν υπάρχει σαφής τυπογραφική ένδειξη για τη μετάβαση στην επόμενη ενότητα με τον τίτλο Κενού σιωπή, γεγονός που φαίνεται να υπήρξε συνειδητή επιλογή της Αργυρώς.

[33] Βλ. Αργυρώ Λουλαδάκη, Εκτός. Χώροι, επιμέλεια: Αγγελική Ασπρογέρακα-Γρίβα, Κώστας Κρεμμύδας, σειρά: ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα, Δεκέμβριος 2016, σελ. 22-25.

[34] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 82.

[35] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 24 από τα ποιήματα 1 – 31 στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 100.

[36] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 3 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 113.

[37] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 7 σ από τα ποιήματα 1 – 31 την ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 83.

[38] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τα Δεκατρία ποιήματα για τη νύχτα στην ποιητική συλλογή Εκτός. Χώροι, ο.π., σελ. 116.

[39] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, Μικρές μελέτες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010, σελ. 59.

[40] Βλ. Γιάννης Κάκανος, «Μικρές μελέτες» ποιητικής γραφής. Από τον Βαγγέλη Λουλαδάκη, εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2016.

[41] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 9.

[42] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 6 από τη Μελέτη Φωτός στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 12.

[43] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 4 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 23.

[44] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 34 από τη Μελέτη Χώρου στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 38.

[45] Βλ. Βαγγέλης Λουλαδάκης, ποίημα 1 από τα Τέσσερα πεζά ποιήματα, στη συλλογή: Μικρές μελέτες, ο.π., σελ. 53.

[46] Αγγελική Κωσταβάρα, «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς» στο: Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς. Ανθολογία ποίησης της γενιάς του ’90, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2002, σελ. 11-21.

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία