Μέσα στην Άνοιξη
Ξεστρώνω το κρεβάτι.
Λείπεις, ευτυχώς.
Θα άκουγες και τις σκέψεις μου.
Με κατρακύλησε σε μια νύχτα.
Ο διάολος — όχι εσύ.
Άκαμπτη σε χιονισμένη στέπα.
Μάταια ψάχνω για θαλπωρή.
Οι σκέψεις μου,
σπιτικό δίχως πόρτες και παράθυρα.
Μπαίνει η Άνοιξη
κι εγώ καλώ τη χειμωνιά.
Οι πεταλούδες της καρδιάς μου αποδήμησαν.
Ένα νεύμα σου παγερό.
Μια λέξη σου αιχμηρή.
Μια κίνηση άκομψη.
Κι όλα σκιάζουν
την άλλοτε ανοιχτωσιά,
τη γλυκιά χαρμολύπη.
Πώς αλλάζει έτσι η εποχή;
Βαριά η νύχτα.
Κι ανάμεσα στη μάχη,
τι άδικο —
που η αγάπη δεν είναι μόνο σώμα.
Λαχτάρα
Η φωτιά της
κοιμίζει κάποτε κορμιά
για να ησυχάσουν.
Δεν αντέχεται πολύ, λένε.
Το τέλος της
τρόμος μέσα μας.
Τώρα τα χέρια μου
σε ανοίγουν ολόκληρο.
Κάθε πόρος σου ποτίζεται απ’ αυτήν.
Ο ιδρώτας σου ρέει.
Φωτιά στο στέρνο μου.
Γλυκά τα στόματά μας.
Ξεσπά μέσα στους οργασμούς μας.
Ζητά να μην τη λησμονήσουμε.
Θα αποθάνει.
Μουσκεμένα τα σεντόνια από τα υγρά μας.
Στις πέντε το πρωί
σε καταπίνω λαίμαργα.
Να μη δειλοψυχήσω.
Να μη τη χτυπήσω από φόβο.
Μας ακούει.
Σιγοκαίει.
Ένα αεράκι άξαφνα μας στεγνώνει.
Κορμιά — έρημος.
«Κρατήστε με σφιχτά», λέει.
«Θέλω να ζήσω».
Ελπίδα
Και πώς να περιγράψω το απερίγραπτο;
Τα μέσα σου. Τα βάθη σου.
Η ανάσα σου —
πείσμα μέσα στο στόμα μου.
Ανταποδίδω.
Ανταλλαγή πίστης.
Ρόγες που ξεπηδούν ανυπόμονα
γυρεύουν τα χέρια σου.
Να συνομιλήσουν.
Και πώς να περιγράψω τα αρώματά μας;
Ευωδιά καύλας.
Μα πότε τις έζησα; Δε θυμάμαι…
Φτύνω μέσα στο στόμα σου.
Να ακουστούν τα μυστικά μου.
Η αμφιβολία στον έρωτα
σκοτώνει και αναγεννά.
Σκοτώνει και ξαναγεννά.
Ωσότου μια μέρα σβήσει.
Όσο οι ανάσες εκεί —
τανγκό πάθους,
περιστροφή δύο σωμάτων
που χάνονται.
Φτερουγίσματα
Στο κρεβάτι. Μόνη.
Θέλω ύπνο βαθύ—
χωρίς σκέψη, χωρίς συναίσθημα.
Δεν είσαι εδώ.
Είσαι στη σάλα.
Κι εγώ—
κομμένη στα δύο.
Χαίρομαι την αποκοπή.
Τη μισώ. Τη φοβάμαι.
Δεν έβγαλα ούτε το βρακί μου στον ύπνο.
Σαν να μην άγγιξα τη μέρα.
Σε άφησα στην άκρη—
σε μια ησυχία που μας κατάπιε.
Αναπνέω βαριά.
Ο Έρωτας—
γύρω μου φτερουγίζει.
«Μπες», του λέω.
«Θα παγώσεις».
Δεν ακούει.
Στροβιλίζεται.
Γελά και φεύγει.
Ξέρω.
Σε θέλω μέσα μου.
Μπες τώρα.
Η πόρτα ανοιχτή.
Πριν παγώσω
και την κλείσω.
Και τότε—
το πένθος
θα είναι βαρύτερο
κι από σώμα νεκρό.
***
Η Έλενα Μοσχίδη ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως freelancer δημοσιογράφος. Από το 1995 έως σήμερα έχει συνεργαστεί με τα περισσότερα ένθετα περιοδικά στον κυριακάτικο Τύπο, πραγματοποιώντας διεθνείς αποστολές σχετικά με θέματα κοινωνικά, κοινωνικοπολιτικά και ταξιδιωτικά. Επικεντρώνεται κυρίως στις ασθενείς κοινωνικές ομάδες.
Από το 2010, με σκοπό τη μεταφορά του ρεπορτάζ και της έρευνας σε μια εκτενέστερη κλίμακα, δραστηριοποιείται στο χώρο του βιβλίου. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη εκδόθηκε το βιβλίο της Θράκη, Τόσο κοντά, τόσο μακριά, ο μουσουλμανικός κόσμος της, με θέμα τη ζωή και τα προβλήματα των μειονοτήτων της Δ. Θράκης.
Από τις Εκδόσεις Jemma Press το 2020 εκδόθηκε το βιβλίο της Αγαπημένο μου μπορντέλο, Οι δούλες του Ιερού δοκίμιο με θέμα την ιστορία της πορνείας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
Το 2025 στις Εκδόσεις Κοντύλι εκδόθηκε το βιβλίο της, Δημιουργικότητα, Από τον Πάνα στον Έρωτα. Είναι μέλος της ΕΣΠΗΤ. (Ένωση Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου).