Το πιο μοναχικό πλάσμα που έζησε ποτέ στη γη

In Κριτικές, Λογοτεχνίαby mandragoras


Κριτική

Το πιο μοναχικό πλάσμα που έζησε ποτέ στη γη

Ο Νίκος Φωκάς 1994 Μπωντλαίρ αντί να παραθέσει αριστερά το γαλλικό ποίημα και δεξιά τη μετάφραση στα ελληνικά επέλεξε αριστερά να παραθέσει μια σχολαστική μετάφραση με σκοπό να διασώσει όχι την ποίηση αλλά το περιεχόμενο των λεγομένων από τον ίδιο τον ποιητή. Συχνά μάλιστα παρέθετε ο Φωκάς δύο και τρεις εκδοχές στα ελληνικά ώστε ο αναγνώστης να μην έχει καμιά αμφιβολία για το νόημα του ποιήματος. Στη συνέχεια στα δεξιά της σελίδας παρέθεσε «δίχως καμιά τύψη» τη δική του ελεύθερη απόδοση.

Ο Φωκάς βλέπει τρία ενδεχόμενα, τρεις τύπους μετάφρασης:

α) Μια πεζολογική και ακριβολογική «επί λέξει» μετάφραση με κύριο μέλημα τη διάσωση του περιεχομένου του πρωτοτύπου.

β) Λογοτεχνική απόδοση όπου επιδιώκεται η διατήρηση του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας. Στην περίπτωση αυτή συνήθως ο μεταφραζόμενος αποκτά το ύφος και την εκφορά του λόγου τού Έλληνα μεταφραστή.

γ) Μια δραστική παρέμβαση του μεταφραστή στο πρωτότυπο με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα τελείως άλλο αποτέλεσμα –αισθητικώς άρτιο αλλά αμφίβολης νομιμότητας ως προς το αρχικό ξένο έργο.

 

Ως προς την απουσία εισαγωγικού σημειώματος (Μπωντλαίρ) σε μια συνέντευξή του στον Μ το 1999 ο Φωκάς διατυπώνει την άποψη πως μόνον ένας Γάλλος, δηλαδή ομοεθνής μελετητής ή ερευνητής θα ’χε δικαίωμα να προχωρήσει σε μια αποτίμηση και αξιολόγηση του ποιητικού έργου ας πούμε του Μπωντλαίρ, ενώ η προσφορά ενός μεταφραστή δεν έχει ερευνητική ή κριτική διάσταση αλλά μόνο ποιητική συνεισφορά.  

Ο Ελύτης για τις μεταφράσεις στον Κριναγόρα, ή στην Αποκάλυψη χρησιμοποιεί τον όρο «Μεταφορά στα ελληνικά», ενώ

ο Σεφέρης ίσως τον πιο φορτισμένο (παρά τη φαινομενική αποστασιοποίηση του) όρο «Αντιγραφές», σημειώνοντας πως «το μεταφρασμένο ποίημα δεν μπορεί να έχει με τη νέα του μορφή τις ίδιες λειτουργίες που είχε στη γλώσσα που το γέννησε.» Καταλήγοντας με τη φράση: «Αλίμονο αν πάμε να καλυτερέψουμε το ποίημα που μεταφράζουμε». 

 

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης επιλέγει τον όρο μετάφραση παρουσιάζοντας 30 από τα 101 ποιήματα της Μπίσοπ. «Μια τέχνη» έχει μεταφράσει κι ο Παναγιώτης Αλεξανδρίδης δίχως πολλές διαφορές άλλα ούτε, όσο κι αν φαίνεται αυτό οξύμωρο, ούτε πολλές ομοιότητες: ο Αλεξανδρίδης μεταφράσει «έχασα της μητέρας το ρόλόι» κι ο Παναγιωτίδης «έχασα τη φροντίδα της μητέρας». Επίσης κάποια ελάχιστα ποιήματα έχει μεταφράσει κι ο Αλέξης Τραϊανός.

Παράθεση του πρωτότυπου ποιήματος, συχνά συμβαίνουν αποκλείσεις στις αναρτήσεις στο διαδίκτυο ακόμα και του ίδιου ποιήματος σε πολλαπλές εκδοχές.

Περιεχόμενα.

 

Συνήθως ο κάθε δημιουργός επιδιώκει να προσεγγίσει έναν συγγραφέα (και πιστεύω ότι αυτό το κάνει κυρίως για άσκηση στο δικό του προσωπικό έργο) του οποίου το ύφος προσιδιάζει με την ποιητική –συγγραφική φόρμα, θα ’ταν καλύτερα να ειπωθεί γενικεύοντας σε ποιητικό και πεζό λόγο αυτήν την αναζήτηση της συγγένειας. Τις περισσότερες φορές αυτό γίνεται τυχαία –όπως συμβαίνει συχνά και στη ζωή με αυτό που λέμε «έτερο ήμισυ», κι έτσι σε βρίσκει η ποίηση για να θυμηθούμε την ομώνυμη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου.

Ο Γιώργος Παναγιωτίδης τον εμπνέει, με τον οποίο έχουν κοινή οπτική και συνάφεια στη φόρμα, τη μορφή ακόμα και το περιεχόμενο: Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι το τελευταίο μέρος από το ποίημα της Μπίσοπ «Στα Ψαρόσπιτα» Μια λέξη που προσωπικά δεν ήξερα αλλά φαίνεται ότι συναντάται στις μέρες μας. Περισσότερο παλιά η μεσαιωνική διβάρι που παραπέμπει σε πασσαλόπηκτες κατασκευές μέσα στη λιμνοθάλασσα ή στις άκρες της θάλασσας

Το ποίημα λοιπόν της Μπίσοπ για να επανέλθουμε «Στα Ψαρόσπιτα» ή ο «Γιγάντιος φούρνος» και το «Γιγάντιο σαλιγκάρι» με παραπέμπουν ευθέως σε αντίστοιχα ποιήματα του Παναγιωτίδη από το βιβλίο του Δι’ οδών του 2002, ή τη Ρύνια του ίδιου χρόνου: Συνεχώς περισσότερος, συνεχώς νέος χρόνος κάθεται πάλι και πάλι και παλιώνει, τα ερείπια συνεχώς ερειπώνει. Δείχνει το φως, να ένα νέο κτίσμα, τρέχει τις ευθείες και τις καμπύλες του αγκαλιάζει όπως καλλίγραμμο χτίστηκε […]

Και της Μπίσοπ: Η βροχή έχει σταματήσει. Ο καταρράκτης θα βρυχάται ίδια όλη τη νύχτα. Βγήκα να κάνω μια βόλτα και να τραφώ. Το σώμα μου –πόδι καθώς είναι– είναι υγρό και κρύο […]  Βλέπουμε και στα δυο παραδείγματα μια αποστασιοποιημένη γραφή σχεδόν τριτοπρόσωπη, μια λιτή παράθεση λέξεων δίχως εμφανή –τουλάχιστον έκδηλα προσπάθεια συναισθηματικής φόρτισης, αλλά το αντίθετο μια ψυχρή παράθεση εικόνων απ’ όπου όμως ουσιαστικά ανιχνεύεται μια μοναχική αδιέξοδη πορεία. Και μια εμμονή στην εις βάθος ποιητικότητα ακόμη  και εκεί όπου φαινομενικά υπάρχει η αποφόρτιση του ποιητικού λόγου. Βλέπουμε άλλωστε ότι ακόμα και στα πεζόμορφα κείμενά του ο Παναγιωτίδης διατηρεί την τάση της ποιητικότητας ως προς τον ρυθμό και τη φόρμα της πρόζας. Και οι δυο γραφές εντάσσονται στον μοντερνισμό και στον συμβολισμό κινούμενες εν μέσω της μουσικότητας στη γραφή και της αοριστίας, εκ πρώτης όψεως –με έκδηλα ονειρικά στοιχεία, της έκφρασης. Παραπέμπω ενδεικτικά στους Μαλαρμέ, Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπωντλαίρ που αναφέραμε στο ξεκίνημα με τον Νίκο Φωκά κ.ά. 

 

Τέλος είναι εμφανές ότι ο Παναγιωτίδης επιδιώκει και το επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό να υπάρχει μέτρο στη μετάφραση των ποιημάτων κι όπου αυτό είναι εφικτό καταφέρνει και τον ομοιοκατάληκτο στίχο: πήγα μαζί με τη θεία Κονσουέλο/ για να ’ναι συνεπής/ […] και κάθισα και την περίμενα/ στου οδοντιάτρου την αίθουσα αναμονής.

 

Κάθε προσπάθεια μετάφρασης είναι ένα δύσκολο εγχείρημα που κατά τη γνώμη μου έχει τόσες αναγνώσεις και εκδοχές όσοι κι αυτοί που καταπιάνονται με τη μετάφραση του αυτού ποιήματος. Αλλά η διαρκής επαναπροσέγγιση μπορεί όντως να διαφοροποιεί φορά τη φορά και την απόδοση του ποιήματος από τον ίδιο μεταφραστή. Είναι μια αέναη διαδικασία. Απαιτεί μόχθο και είναι πάντα ανολοκλήρωτη. Εδώ βρίσκεται και η ενεργός συμμετοχή του αναγνώστη που θα προσαρμόσει στα δικά του γούστα και στις δικές του σταθερές τις παραμέτρους μιας πρότασης. Από την άποψη αυτή θεωρώ επιτυχημένη την προσπάθεια του Παναγιωτίδη. Ενδεχομένως να υπάρχουν κι άλλες εκδοχές. Πάντως ο ποιητικός λόγος στα ελληνικά ρέει αβίαστος, δίχως κομπιάσματα, δίχως ακραίες εκφράσεις με συνέπεια και σοβαρότητα. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου συνιστά επιτυχία.   

Μ

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία