Η συλλογή αφορισμών με τίτλο Τρυποφράχτες του Κωστή Παπακόγκου, εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2025, σελ. 112, είναι ένα έργο που κινείται στη «λεπτή γραμμή» μεταξύ φιλοσοφικού δοκιμίου, στοχαστικού λογοπαίγνιου και λυρικής παρατήρησης. Κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025 και περιλαμβάνει 777 αφορισμούς, χωρισμένους σε ενότητες με βάση το έτος γραφής (2016-2018) και όχι με βάση μια θεματική ταξινόμηση. Πρόκειται για τη δεύτερη συλλογή αφορισμών -πρώτη ήταν τα Πικροκέρασα, το 2023- κι ο νέος τίτλος, Τρυποφράχτες εστιάζει σε μια δυναμική αντίθεση: από τη μια σ’ αυτόν που τρυπά ή που διαπερνά, κι από την άλλη στον «φράχτη» που εμποδίζει παρόμοιες ενέργειες. Πρόκειται δηλαδή για μια εικόνα που παραπέμπει σε ανοιχτόμυαλη λογική που έρχεται σε αντιπαράθεση με την στείρα.
Ο Κωστής Παπακόγκος, γνωστός για το ενδιαφέρον λογοτεχνικό του έργο, δείχνει μια προτίμηση τελευταία στον αφορισμό, ένα είδος που είναι μια γραμματικά συμπυκνωμένη δήλωση, η οποία λειτουργεί και σαν ιδέα και σαν ρήση· μια πρόταση που συχνά είναι παράδοξη, αυτοαναφορική, διεισδυτική ή χιουμοριστική και στο συγκεκριμένο έργο, ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται με ευλυγισία αυτές τις δυνατότητες. Γιατί η χρήση του αφορισμού εδώ, δεν είναι απλώς ασκητική γλωσσικά, αλλά κριτική, στοχαστική και συχνά αυτο-ανατρεπτική, με έντονο χιούμορ, ειρωνεία, φιλοσοφική διάθεση και απροσδόκητες συσχετίσεις. Παραθέτουμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα –με βάση την έκδοση– και αναλύουμε τη λειτουργία τους, προκειμένου να συνοψίσουμε την σκέψη του:
Εν αρχή δεν ήμουν εγώ (…) Είμαι χίλια κομμάτια ατόφιος (σ. 10).
Αυτός ο αφορισμός που ανοίγει το βιβλίο με μια υπαρξιακή πρόταση πως αν και «Εγώ υπήρχα», στην πραγματικότητα, επί της ουσίας δεν υπήρχα: «Εν αρχή δεν ήμουν εγώ». Δεν έχουμε μια αυταρχική δήλωση ταυτότητας, αλλά μια διάρρηξη του εγώ σε «χιλιάδες κομμάτια». Ο Κ. Παπακόγκος στέκεται εδώ με μια διάθεση αυτοαμφισβήτησης, όχι για να αμφισβητήσει την ύπαρξη, αλλά για να δείξει την διασπασμένη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας, όπου το εγώ δεν είναι μονολιθικό αλλά πολυσύνθετο. Οι δύο φράσεις θυμίζουν αρχαίες φιλοσοφικές διατυπώσεις (π.χ. η διάσπαση του υποκειμένου) και ταυτόχρονα ανοίγουν μια μεταφορική σκέψη: το «εγώ» είναι αποτέλεσμα μια διαδικασίας κι όχι μια πάγια σταθερότητα.
Αν ο θεός δεν έχει χιούμορ, τότε ποιος έχει πλάσει εμένα; (σ. 16) (…)
Ο Θεός δεν τα πάει καλά με τις ευφυΐες (σ. 17).
Εδώ ο συγγραφέας παίζει με τη θεμελιώδη έννοια του θεού, μέσω χιουμοριστικών αντιθέσεων, καταγκρεμίζοντας την απόλυτη παντοδυναμία του και παρουσιάζοντάς τον ως ένα κακοκατασκευασμένο μύθευμα, μη ανταποκρινόμενο στη λογική πραγματικότητα, την οποία με τα ευρήματά τους, οι μεγαλοφυΐες της επιστήμης και του νου, κτίζουν, οικοδομούν, καλυτερεύουν. Με μια μονολεκτική σειρά αντιθέσεων, εξαίρει επίσης τη δύναμη της ανάγνωσης:
Την αξία ενός βιβλίου τη νιώθεις περισσότερο μετά την ανάγνωση –όταν η μύγα της σοφίας του αρχίζει να σε κυνηγάει (…) Όσο περισσότερο ξεφλουδίζεις ένα κείμενο, τόσο ζυγώνεις τον πυρήνα του και λευτερώνεις νόημα (σ. 37)
ορίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο όχι μόνο την χρησιμότητα της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας, αλλά έμμεσα και την αθανασία της. Κι αυτό γιατί ο Κ. Παπακόγκος δεν διδάσκει, αλλά παρατηρεί κι αρέσκεται ν’ ανατρέπει τις συνήθεις έννοιες. Αποτέλεσμα αυτής της τεχνικής είναι ο αναγνώστης να αντιμετωπίζει μια συμπυκνωμένη κριτική γραφή πάνω σε θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. Όπως τον εντυπωσιακό του αφορισμό:
Η διδασκαλία του Μαρξ υπερέχει της διδασκαλίας του Ιησού κατά ένα κεφάλαιο (σ. 46).
Χωρίς να παίρνει ευθέως θέση σε έναν ιδεολογικό πόλεμο, ο Κ. Παπακόγκος διατυπώνει μια συγκριτική ρήση που ενεργοποιεί τον αναγνώστη να σκεφτεί τα αναλυτικά όρια κάθε διδασκαλίας (ο Μαρξ έναντι του Ιησού) μέσω μιας λογικής υπερβολής («κατά ένα κεφάλαιο»). Πρόκειται για λεκτική «αντιστροφή» που προκαλεί σκέψη, όχι επιβεβαίωση. Το ίδιο κάνει κι όταν διατυπώνει:
Αν ο Μπρακ κι ο Πικάσο ήταν αγιογράφοι, σήμερα στις εκκλησιές θα προσκυνούσαμε κύβους (σ. 71).
Με ένα καίριο πνεύμα σχόλιου για την τέχνη και τον μοντερνισμό, αυτή η ρήση δείχνει πώς οι ιστορικές μορφές της τέχνης ενδεχομένως θα είχαν διαφορετική υποδοχή αν αλλάζαν την εποχή ή το πλαίσιο τους. Ο κύβος, στοιχείο της μοντέρνας γλυπτικής/ζωγραφικής, μεταφέρεται σε ένα χώρο λατρείας. Ο Κωστής Παπακόγκος παίζει εδώ με την αντίθεση λατρείας και τέχνης, μεταμορφώνοντας την αισθητική σε θρησκευτική μεταφορά.
Παράλληλα με τις φιλοσοφικές ρήσεις, ο Κωστής Παπακόγκος δεν αρνείται την ευθυμία ή τον αυτοσαρκασμό, όπως:
Όταν έγινε ογδόντα χρονώ, άρχισαν και οι γριές να του φαίνονται μικρούλες. Στα ενενήντα του πια τις έβλεπε σαν μωρά στο νήπιο … (σ. 13), ή
Πρώτα τα παιδιά και οι γέροι, μετά οι άλλου νεκροί (σ. 68), ή ακόμα,
Στο σκολειό κάθε δάσκαλος έχει πολλούς μαθητές –στην Τέχνη κάθε μαθητής έχει πολλούς δασκάλους (σ. 97) κλπ.
Αυτές οι ρήσεις, με γλώσσα απλή και εικόνες ευθύβολες, λειτουργούν ως αντίστιξη στην σοβαρότητα των στοχασμών. Είναι σαρκαστικές, παιχνιδιάρικες και ανοίγουν θέση στη χαμηλόφωνη, καθημερινή σοφία. Το έργο του Κωστή Παπακόγκου δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, οι αφορισμοί ταξινομούνται χρονολογικά (2016, 2017, 2018) και δεν υπάρχει θεματική ιεράρχηση· οι ρήσεις πλανώνται μεταξύ φιλοσοφικών, προσωπικών, κοινωνικών και καλλιτεχνικών θεμάτων και το αποτέλεσμα μοιάζει με λεξικό σκέψεων ή νοημάτων που ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τυχαία, στοχαστικά, ή εστιασμένα.
Το ύφος είναι κυρίως στοχαστικό, αλλά με πλούσια λογοπαίγνια και διάθεση ειρωνείας. Ο Κ. Παπακόγκος δεν επιβάλλεται στον αναγνώστη· αντίθετα, ανοίγει τα νοήματα για ελεύθερη απόδοση· αυτά τα «κομμάτια σκέψης» μοιάζουν να αντανακλούν λογικές ή παράδοξες συγκρίσεις. Η γλώσσα του είναι προσβάσιμη, όχι αφηρημένη ή δυσνόητη. Όμως η απλότητα δεν στέκεται στην επιφάνεια· συχνά η καθημερινή εικόνα παραπέμπει σε βαθύτερες υπαρξιακές ή κοινωνικές προεκτάσεις. Η μορφή του αφορισμού έχει μακρά παράδοση στην ευρωπαϊκή και ελληνική γραμματεία, από τους Στωικούς και τον Μontaigne ως τον Nietzsche και νεότερους φιλοσόφους/λογοτέχνες. Στο Τρυποφράχτες, αυτή η δομή γίνεται εργαλείο παρατήρησης της ίδιας της ζωής και των αντιφάσεων της, γιατί ο δημιουργός τους συνομιλεί με την ιστορία της φιλοσοφίας και της τέχνης, δε διστάζει να χρησιμοποιεί χιούμορ και αυτοσαρκασμό, και το κυριότερο ενσωματώνει στον λόγο του κοινωνικά, πολιτικά και υπαρξιακά συμπεράσματα.
Η ανθρωπιστική του διάθεση, με τρόπο συχνά ειρωνικό και ελαφρά αποστασιοποιημένο, θυμίζει σύγχρονους δοκιμιογράφους που χρησιμοποιούν σύντομες φράσεις για να αποδώσουν σύνθετες ιδέες, με αποτέλεσμα το πόνημά Τρυποφράχτες να είναι μια πνευματική και λογοτεχνική άσκηση, όπου συνδυάζονται, ο βαθύς στοχασμός πάνω στην ύπαρξη, στην τέχνη, στη θρησκεία και στη γλώσσα, στον αυτοσαρκασμό και στο χιούμορ στις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές αναγνώσεις, με τα λογοπαίγνια ν’ αποκαλύπτουν πολλαπλά επίπεδα νοήματος. Ο χαρακτήρας του έργου προσφέρει μια ανοιχτή, μη ιεραρχημένη εμπειρία ανάγνωσης· μπορεί κανείς να το διαβάσει γραμμικά, τυχαία, ή ακόμα και να ανατρέχει σε συγκεκριμένες ενότητες ως «πηγή σκέψης».
Το Τρυποφράχτες απευθύνεται σε αναγνώστες που απολαμβάνουν τη στοχαστική γραφή με πυκνά νοήματα, εκτιμούν τους λογοτεχνικούς πειραματισμούς και τα γλωσσικά παιχνίδια, κι επιθυμούν να διαβάσουν ένα βιβλίο που δεν «διηγείται» αλλά ενθαρρύνει τη σκέψη και τη συνεχή επανασύνδεση εικόνων και ιδεών. Αν η προσέγγιση του Κ. Παπακόγκου είναι συχνά χαριτωμένη ή ειρωνική, δεν μειώνει καθόλου το βάθος της· απεναντίας, πυροδοτεί μια ανάγνωση όπου το «σοβαρό» και το «ανέκδοτο» συναντιούνται. Πρόκειται για πόνημα πλούσιο και πολύπλευρο σε αφορισμούς, το οποίο καλεί τον αναγνώστη όχι απλώς να τους κατανοήσει, αλλά και να τους ασπαστεί. Η συμβολή του Κωστή Παπακόγκου είναι βαθιά ελληνική στο περιεχόμενο και φιλοσοφική στην προσέγγιση, χωρίς να απομακρύνεται από την παιχνιδιάρικη ευφυΐα και την ανθρώπινη παρατήρηση. Είναι ένα βιβλίο που απαιτεί χρόνο και ενεργό συμμετοχή του αναγνώστη, όχι για να δώσει απαντήσεις, αλλά για να εντρυφήσει σε πεδία σκέψης, σχολιασμού και αυτοαναστοχασμού.
Γιώργος Φρέρης