«Don’t cry for me Argentina» (κάποιο κέντρο νεοσυλλέκτων 1986) * Νίκος Χαρτοματσίδης

In Διήγημα, Λογοτεχνία, Πεζογραφία by mandragoras

 

 Κάθεσαι και απορείς πως έφτασες να συμμετέχεις στο σημερινό μακελειό. Μακελειό; Η σκέψη σου κόλλησε σε αυτή την λέξη. Σου αρέσουν οι υπερβολές. Σιγά το μακελειό, μια αγγαρεία στα μαγειρεία ήταν, την οποία  κέρδισες με το σπαθί σου, όπως και όλες τις άλλες στο κέντρο νεοσυλλέκτων. Η μήπως τις κέρδισες με τη βλακεία σου; Τι; Δεν κάνεις βλακείες; Να σου θυμίσω την μεγαλύτερη; Εκείνη της προχθεσινής πρώτης Κυριακής . Μόλις είχες συμπληρώσει έξι μέρες από την παρουσίαση σου στο Κέντρο νεοσυλλέκτων και βιάστηκες να το ανοίξεις το στοματάκι σου.  Και σου το έλεγα πάντα ρε μαλάκα, στον στρατό να κρατάς το στόμα σου κλειστό. Τι θέλεις και το ανοίγεις. Με το που το ανοίγεις βλακείες λες. Σου ζήτησαν να πας λειτουργία; Ε και; Μην φέρνεις χαζές αντιρρήσεις. Πήγαινε στη λειτουργία. Τι σε πειράζει; Άλλες δύο ώρες χαμένες από την ζωή σου. Οι πρώτες θα είναι;  Όσο κρατάει ο εκκλησιασμός έχεις το ελεύθερο σε στάση ημιανάπαυσης να χαζεύεις τον κόσμο γύρω σου, να μετρήσεις όλες τις πεταλούδες που διασχίζουν με το σχιζοφρενικό τους πέταγμα τους αιθέρες πάνω από το παρατεταγμένο σύνταγμα, να μετρήσεις τα χελιδόνια που πετάγονται από το πουθενά και να εύχεσαι κάποιο από αυτά να βομβαρδίσει με τις κοτσουλιές του τα άμφια του στρατιωτικού ιερέα ή ακόμα καλύτερα το πηλίκιο και την στολή του συνταγματάρχη. Αν και για αυτή την δουλεία θα προτιμούσες τις δεκοχτούρες. Είναι σαφώς πιο παραγωγικές. Ναι θα ήταν ωραίο να τους κουτσουλήσει και τους δύο. Ο καραβανάς, πολύ μαλάκας,  για την λειτουργία έχει φορέσει την στολή Νο 3(δεν υπάρχει άχρηστη πληροφορία  που έχεις συναντήσει στον δρόμο σου που να μην την εμπεδώσεις αμέσως) με όλα τα σιρίτια, τα παράσημα και τις πουλάδες της. Η απορία σου πως κερδήθηκαν όλα αυτά τα παράσημα εν καιρώ ειρήνης θα μείνει όπως πάντα αναπάντητη. Επίσης επικριτικά θα σχολίαζες την απουσία της κυρίας συνταγματάρχου. Σιγά μην τιμούσε με την παρουσία εσάς τους νεοσύλλεκτους κόπανους ντυμένη με το φλοράλ φόρεμα της και το άρωμα που σίγουρα το έχει δανειστεί από κάποια αποθήκη χημικού πολέμου.

  Εσύ όμως αντίς να κάτσεις και περιμένοντας το «δι ευχών των αγίων πατέρων ημών» να απολαύσεις όλα αυτά, στην προτροπή του συνταγματάρχη «αν είναι κανείς που δεν θέλει να παρακολουθήσει την λειτουργία να το δηλώσει τώρα» σήκωσες το χεράκι σου, παρουσιάστηκες με τον τρόπο που γουστάρουν οι καραβανάδες γδέρνοντας τον λαιμό σου και κατέληξες φωνάζοντας «δεν επιθυμώ να παρακολουθήσω τον εκκλησιασμό». «Πολύ ωραία» σου απάντησαν και σε έστειλαν κρουαζιέρα με το Πλοίο της Αγάπης(αυτό δεν είναι το όνομα του φορτηγού σκουπιδιάρα;) προκαλώντας τα ειρωνικά γελάκια  των υπόλοιπων φαντάρων. Τα γελάκια αυτά ικανοποίησαν τον καραβανά, περνιέται και για προοδευτικός γαμώ την παναφούρκα του, που θα έλεγε και ο ίδιος. Αναμενόμενα τα γελάκια. Εσένα όμως σε ενόχλησε  το ύφος μερικών που θεωρητικά ήσασταν και ιδεολογικά κοντά. Ποιο ύφος; Το γνωστό, το «εμένα μη με ρωτάτε. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Εδώ βρέθηκα τυχαία». Γνωρίζω καλά την απάντηση σου σε όλα αυτά: «Δεν γαμιέται. Πόσο θα μείνουμε εδώ; Δύο μήνες; Θα τους περάσω ταξιδεύοντας με το Πλοίο της Αγάπης, θα μαζέψω όλα τα απορρίμματα του στρατώνα, θα πλύνω όλους τους δίσκους φαγητού και θα καθαρίσω ό τι πατάτα κυκλοφορεί στα όρια των μαγειρείων. Μέχρι τα τώρα δεν το είχα αντιληφθεί  πόσο μεγάλο είναι το στρατόπεδο, ούτε  και την σκουπιδοπαραγωγικότητα των κατοίκων του».

 Με την άρνηση σου αυτή έχεις εξασφαλίσει το προνόμιο όλες σου τις μη ένοπλες υπηρεσίες σε αυτό το κέντρο, να τις εξαντλήσεις στο τρίγωνο σκουπιδότοπος, τουαλέτες, μαγειρεία. Το γνωρίζεις πως για τους περισσότερους στον στρατό η λέξη μαγειρεία είναι σχεδόν συνώνυμη με τη λέξη λούφα. Το ξέρω  πως διαφωνείς. Ε και; Ποιος λαμβάνει υπόψη του την χαζή διαφωνία σου; Ούτε και η αφεντιά μου, που  υποτίθεται πως είμαι το άλλο μέρος των εσωτερικών σου διαλόγων. Και για τους μάγειρες στον στρατό θα θελήσεις κάποτε να πεις μια καλή κουβέντα, αργότερα όμως, όταν θα φύγεις από το κέντρο εκπαίδευσης και θα πας στο τάγμα. Εκεί θα ανακαλύψεις πολλούς, που να αξίζουν την συμπαράστασή σου. Και για όλους θα βρίσκεις την ευκαιρία και να δικαιολογήσεις τις πράξεις τους και να κανακέψεις τις πληγωμένες ψυχές τους. Έτσι είσαι εσύ.

   Ευτυχώς δεν ήσουν ο μόνος που δήλωσε πως δεν θέλει να παρακολουθήσει την λειτουργία, εμφανιστήκαν  και άλλοι αρνητές παρακολούθησης των θρησκευτικών τελετών του στρατοπέδου. Γλύτωσες και δεν έγινες περίγελος.  Όλοι εσείς οι «αρνητές», έτσι σας βαφτίσανε στον λόχο, αποτελείτε το πλήρωμα του «Πλοίου της Αγάπης», μαζί καθαρίζετε τις τουαλέτες, μαζί θα εκτελείτε την όποια αγγαρεία-υπηρεσία στα μαγειρεία του στρατοπέδου τους δύο μήνες της παραμονής σας. Δεν έπαθες  και κάτι τρομερό. Ούτε και από τα σημερινό μακελειό, έτσι δεν το ονόμασες πριν λίγο, θα σου μείνει κάποιο μόνιμο κουσούρι. Μόνο μία παροδική απέχθεια για το βοδινό. Θα δεις δεν θα κρατήσει πολύ, το πολύ δύο τρεις μήνες.  

  Έτσι σήμερα, που είναι η πρώτη Πέμπτη μετά την άρνηση σας, αντίς να ακολουθήσετε την συνηθισμένη διαδρομή της κρουαζιέρας με το Πλοίο της Αγάπης, σας χώσανε από νωρίς στα μαγειρεία. Σας υποδέχτηκε ο μάγειρας με ύφος «εδώ εγώ γαμώ και δέρνω». Φορούσε μια ποδιά που έπρεπε να είναι άσπρη και το αμερικάνικο τζόκεϊ με το σκίαστρο του κατάστικτο από τις πινέζες που αντιστοιχούσαν στους μήνες θητείας που είχε αφήσει πίσω του. Αυτές οι πινέζες σας έλεγαν πως εσείς εκτός από βλαμμένοι αρνητές  σε κάτι (αυτή η φήμη σας ακολουθούσε παντού στο στρατόπεδο, ο μάγειρας όμως δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς είχατε  αρνηθεί)  είστε και ψάρακλες . Για κάποιο χαζό πειθαρχικό παράπτωμα εκδιώχθηκε από τον παράδεισο της κουζίνας της Λέσχης αξιωματικών και τώρα πούλαγε αγριάδα σε όποιον πέρναγε η μπογιά του. Εσάς βρήκε μπροστά του σε εσάς την πούλαγε.  Σας μοίρασε κάτι χατζάρες που εσύ με ενθουσιασμό ονόμασες ματσέτα και σας οδήγησε στα ψυγεία, κάτι τεράστιοι θάλαμοι κατάψυξης.  Χώθηκε μέσα και για ώρα ακουγόταν μόνο οι γδούποι από κάτι βαρύ και σκληρό που έπεφτε στο πάτωμα του ψυγείου. Βγήκε και τα χέρια του είχαν κοκκινίσει από το κρύο  σαν να είχε παίξει για ώρες χιονοπόλεμο χωρίς να φοράει γάντια.

«Ελάτε μαλάκες πόση ώρα θα με κοιτάτε; Σηκώστε από χαμό τα κρέατα και πηγαίνετε τα στα μαγειρεία. Ακουμπήστε τα  στον μεγάλο σιδερένιο πάγκο. Εκεί θα τα τεμαχίσετε. Και όταν με το καλό ξεπαγώσουν, θα τα κάνουμε κιμά. Μακαρόνια με κιμά, αυτό δεν είναι το όνειρο σας ψάρακλες».

  Μουρμουρίζοντας τις διαφωνίες σου για το αν τα μακαρόνια με κιμά ή οι μπάμιες ήταν το γαστρονομικό σου όνειρο αυτών των ημερών, σήκωσες από το πάτωμα του ψυγείου το κομμάτι που νόμιζες πως σου αναλογεί και προχώρησες προς τα μαγειρεία. Ήταν βαρύ και παγωμένο. Η απόσταση των σαράντα βημάτων μέχρι τον πάγκο των μαγειρείων σου φάνηκε μεγάλη. Προσπαθούσες να καταλάβεις σε ποιο μέρος του ζώου ανήκε. Δεν τα κατάφερες, παρότι παινευόσουν πως έπαιζες στα δάχτυλα την συγκριτική ανατομία εκεί στο μακρινό πρώτο έτος των σπουδών σου.  Την στιγμή που περιεργαζόσουν τα κομμάτι που κουβαλούσες το βλέμμα  σου καρφώθηκε σε μία μπλε σφραγίδα. Από συνήθεια, δεν σε άφηνε αδιάφορο καμία επιγραφή που έπεφτε μπροστά στα μάτια σου, διάβασες τα μπλε κάπως ασαφή γράμματα της.  Argentina 1956. Σκέφτηκες πως το 1956 ίσως να ήταν καλή χρονιά για τα γαλλικά κρασιά. Για τα βόδια Αργεντινής; Ποιος νοιάζεται για τα βόδια και για αυτούς που θα τα φάνε μετά από τριάντα χρόνια. Το κομμάτι σου ήταν βαρύ και τα χέρια σου ήδη είχαν παγώσει. Το πέταξες στον σιδερένιο πάγκο και τρόμαξες από τον κρότο διαμαρτυρίας που έβγαλε το μέταλλο της επιφάνειας του. Η συνείδηση σου βιάστηκε να αντικαταστήσει την λέξη σιδερένια με την λέξη ανοξείδωτη. Αυτό σε βοήθησε να ξεπεράσεις την εντύπωση που σου είχαν προκαλέσει τα γράμματα της μπλε σφραγίδας πάνω στο κρέας. Εκείνη την στιγμή ακόμα ένας από το πλήρωμα του πλοίου πέταξε το κομμάτι κρέας που κουβαλούσε πάνω στην σιδερένια επιφάνεια. Κοίταξε με απορία τα κόκκινα από τον πάγο χέρια του και σου είπε:

«Πόσα χρόνια πάγωνε τούτο εδώ ρε μαλάκα;»
Αντίς για απάντηση απλώς μετακίνησες προς το μέρος του με την χατζάρα το κομμάτι με την σφραγίδα.
«Α, πάλι καλά φοβήθηκα πως είναι κανένα απομεινάρι από τη τελευταία εποχή των παγετώνων.»

«Όχι ρε»  απάντησες και με αυτή σου την απάντηση έκανες το 1956 να φαίνεται κοντινό.

 Στα μαγειρεία , όπως θα το περιγράφεις αργότερα, έγινε μακελειό. Με τις  χατζάρες για ώρα προσπαθούσατε να τεμαχίσετε το βαθειά καταψυγμένο κρέας. 

«Ελάτε μαλάκες πόση ώρα θα με κοιτάτε;» αυτό το «πόση ώρα θα με κοιτάτε» πρέπει να ήταν η αγαπημένη φράση του μάγειρα «Θα τα τεμαχίσετε επιτέλους;»
«Μα δεν θα περιμένουμε να ξεπαγώσουν;» τόλμησε κάποιος, μπορεί και εσύ, να τον ρωτήσει.

« Θα με μάθεις την δουλειά μου;» ανταπάντησε και εσύ σκάλωσες. Δεν ήθελες σε κανένα να μάθεις τίποτα, πόσο δε μάλλον σε μάγειρα πότε τεμαχίζουν τα κατεψυγμένα κρέατα Αργεντινής της δεκαετίας του 50. Δεν φανταζόσουν καν πως κυκλοφορούν ακόμα κρέατα από την εποχή του πρόεδρου Αϊζεχάουερ. Αυτός σου ήρθε κατά νου και όχι ο Περόν ούτε η Εβίτα του. Ποτέ δεν ήσουν σίγουρος πότε κυβέρνησαν αυτοί οι δύο. Μπορεί το βόδι που σφάχτηκε να ήταν αυτήκοους μάρτυρας της διακυβέρνησης τους. Αυτό το «αυτήκοος μάρτυρας» σε έκανε να ευθυμήσεις και σήκωσες αποφασισμένος την χατζάρα ματσέτα. Αναφώνησες μάλιστα με πάθος Don’t cry for me Argentina πριν δόσεις το πρώτο χτύπημα. Ο διπλανός σου αντέδρασε με νευρικό γέλιο.

 Το πρώτο σου χτύπημα ήταν μάλλον αδύναμο γιατί ματσέτα σου αναπήδησε από την κατεψυγμένη επιφάνεια αφήνοντας μόνο μια υποψία χαρακιάς. Πεταχτήκαν και κάτι ρινίσματα σαν κόκκοι σκόνης. Επανέλαβες ξανά και ξανά τα κτυπήματα σου . Χαρακιές και ροκανίδια. Κοίταξες γύρω σου. Τα ίδια αποτελέσματα. Γύρω από το κομμάτι που προσπαθούσες να τεμαχίσεις είχαν σκορπίσει μικρά κομματάκια από το κρέας (στην σκέψη σου είχε σκαλώσει η λέξη ροκανίδια) και γύρω τους είχαν δημιουργηθεί μικρές ροζ λιμνούλες. «δεν είναι αίμα» ενημέρωσες ή καθησύχασες τον εαυτό σου «είναι από την μυοσφαιρίνη και το νερό της σάρκας που λιώνει. Ναι το τεμάχισμα του κατεψυγμένο κρέατος ήθελε δύναμη μα και τεχνική. Τότε ήταν που θυμήθηκες κάτι ντοκιμαντέρ με Εσκιμώους  και πως κόβανε το φυσικά κατεψυγμένο κρέας των καριμπού. Ακολούθησες τις κινήσεις τους και τα πράγματα έγιναν ευκολότερα ,έτσι είπες στον εαυτό σου και τον πίστεψες.
 Διαπίστωσες και την διαφορά στην αίσθηση θερμότητας που είχες στα δύο σου χέρια. Το δεξί που κρατούσε την χατζάρα το ένιωθες ζεστό ενώ το αριστερό με το οποίο κρατούσες σταθερό το κομμάτι πάνω στο πάγκο ήταν κρύο και κόκκινο. Σου ήρθε πάλι η παρομοίωση με τον χιονοπόλεμο αλλά την απόδιωξες κουνώντας το κεφάλι σου σαν άλογο. Η επιστημονική σου κατάρτιση σου απαγόρευε αυτές τις απλοϊκές  διαγνώσεις. Ή περίπτωση ταίριαζε με κάτι που να είχε το μακρόσυρτο ξένο όνομα Teillor-Schvarzcopff-Haroulis που γεννάει αμέσως το όνειρο για πολυήμερη αναρρωτική άδεια. Στα δεκαπέντε λεπτά το δεξί σου χέρι πιάστηκε από τα χτυπήματα. Χωρίς να ζητήσεις άδεια από κανένα βγήκες έξω στον ήλιο και άναψες τσιγάρο. Τίναξες πάνω από το χιτώνιο της στολής σου τα ρινίσματα από το κρέας. Άφησαν πάνω τις μικρούς λεκέδες. «Γαμώ το! Το απόγευμα θα έχω μπουγάδα». Για τα ρινίσματα κρέατος που έπεσαν στο χώμα δεν ανησύχησες, τα μυρμήγκια που κυκλοφορούσαν  στα πόδια σου δεν θα αφήναν να χαθεί μια τέτοια προσφορά.  Επέστρεψες στα μαγειρεία. Τα χτυπήματα με τις χατζάρες είχαν αποκτήσει ρυθμό. Και ο ήχος της επαφής της ματσέτας-χατζάρας  με το κρέας είχε αλλάξει. Αρχικά ήταν στεγνός και υπόκωφος τώρα μου η επιφάνεια του κρέατος από τα κτυπήματα και από την ζέστη είχε κάπως ξεπαγώσει, προστέθηκαν και  υγροί ήχοι σαν να έπεφταν μικρά βότσαλα σε γούβα(προσπαθούσες έρμε έτσι να βελτιώσεις τα πράγματα). Και απλωμένα παντού πάνω στον πάγκο τα ρινίσματα του κρέατος περικυκλωμένα από τις μικρές ροζ λίμνες.   Ένα μακελειό στο χαμηλό φως των μαγειρείων. Οι υπόλοιποι από το πλήρωμα του Πλοίου της Αγάπης έμοιαζαν να είχαν βγει εκτός εαυτού. Τα πρόσωπα τους είχαν μανιασμένη όψη. Αργότερα μπορεί να προσπαθούσες να καταλάβεις τι τους είχε θυμώσει. Το παγωμένο κρέας; Ο μάγειρας και το τζόκεϊ με τις πολλές πινέζες του; Ή αυτό το ασταμάτητο κοπάνισμα  με τις χατζάρες στα κομμάτια του κατεψυγμένου κρέατος.

  Εσένα τότε σου ήρθε και θυμήθηκες το τραγούδι «Οι φυλακές του Ωροπού» που έκανε κατάληψη  στην σκέψη σου και το τραγουδούσες ψιθυριστά στον εαυτό σου όλη την υπόλοιπη μέρα. Το μεσημέρι όταν κάθισες να φας απομόνωσες τα μακαρόνια σου από τον κιμά που τους αναλογούσε. 
 Το απόγευμα ακουμπισμένος σε κάποια μάνδρα και χαζεύοντας την Δύση του Ήλιου αντέδρασες και μου είπες
«Δεν καταλαβαίνω τι σε έπιασε τόση ώρα αραδιάζεις μια ιστορία που αργά ή γρήγορα θα ξεχαστεί. Σίγουρα  θέλεις να καταλήξεις σε κάποιο ηθικό συμπέρασμα μόνο που έχεις χάσει τον ειρμό».

«Μπορεί να ήταν κάτι για τις βεβιασμένες αποφάσεις, μπορεί και κάτι αντιμιλιταριστικό, πάντα σε τσιγκλάω με ιστορίες με βαθύ νόημα. Όσο για τον κιμά  που σήμερα απομάκρυνες από τον δίσκο σου μην ανησυχείς. Θα φας ξανά μοσχαρίσιο όλο και κάποιος θα καταφέρει να σε πείσει»…
   Σηκώθηκες και με παράτησες να λέω τα δικά μου. Διέκοψες έτσι την πολλά υποσχόμενη αρχή ενός νέου δικού μου μονολόγου. Δήθεν σε  έπιασε η πρεμούρα να  προλάβεις την υπηρεσία στη τραπεζαρία του στρατοπέδου πλησίαζε η ώρα του δείπνου. Έφυγες με την ελπίδα πως θα μείνω εκεί ακουμπισμένος στην μάνδρα. Ξεχνάς όμως πως με κουβαλάς πάντα μαζί σου. Και σταμάτα να επαναλαμβάνεις αυτό το ηλίθιο στοίχο από το τραγούδι:     Τρίτη Πέμπτη μακαρόνια

 Μα ο μάγκας βγάζει χρόνια…

Προτιμώ το Don’t cry for me Argentina ακόμα και στην εκτέλεση της Madona.