Παρουσίαση της ανθολογίας ποιημάτων Ξενάγηση της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου σε μετάφραση της Μαρίας Καρακάουζι, εκδ. Μανδραγόρας, Ιούλιος 2025, σελ. 160
Μια επιλογή ποιημάτων από το σύνολο του έργου της Κύπριας ποιήτριας
Η χαρτογράφηση του χρόνου
της Αλεξάνδρας Ζαμπά
Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου αποτελεί μια σημαντική γυναικεία φωνή της σύγχρονης κυπριακής ποίησης, με βαθύ αποτύπωμα στον χώρο των γραμμάτων και του πολιτισμού. Ποιήτρια με ευαισθησία και στοχασμό, καταθέτει μέσα από το έργο της έναν λόγο που συνδυάζει τη δύναμη της εμπειρίας με τη λεπτότητα της ψυχής, φωτίζοντας υπαρξιακά, κοινωνικά και ανθρωποκεντρικά θέματα ∙ είναι μια παρουσία που κινείται ανάμεσα στον λόγο και στο φως, εκεί όπου οι λέξεις παύουν να είναι απλώς λέξεις και γίνονται ανάσα, μνήμη, προσευχή.
Πέρα από το ποιητικό της έργο, η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου συμβάλλει ουσιαστικά στην πολιτιστική ζωή της Κύπρου, ως δημιουργός και ψυχή του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Λάρνακας. Μέσα από αυτή την πρωτοβουλία, δίνει χώρο και φωνή σε ποιητές από διαφορετικές χώρες και παραδόσεις, προάγοντας τον διάλογο των πολιτισμών και την παγκόσμια συνάντηση της ποίησης.
Η παρουσία της χαρακτηρίζεται από συνέπεια, δημιουργικό πάθος και μια βαθιά πίστη στη δύναμη του ποιητικού λόγου να ενώνει ανθρώπους και να μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε εμπειρία τέχνης. Ως γυναίκα δημιουργός, εκπροσωπεί την ευαισθησία αλλά και την αποφασιστικότητα, χτίζοντας με το έργο και τη δράση της έναν σταθερό πυλώνα στον σύγχρονο λογοτεχνικό χώρο.
Η παρουσία της είναι ήρεμη και βαθιά, σαν νερό που χαράζει πέτρα όχι με θόρυβο αλλά με διάρκεια. Μια γυναίκα δημιουργός που δεν υψώνει τη φωνή της για να ακουστεί, αλλά για να θυμίσει πως η αληθινή τέχνη ψιθυρίζει — και ακριβώς γι’ αυτό μένει.
Συνοψίζοντας λέω ότι η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι μια συγγραφέας πολύπλευρη, με ενεργή παρουσία και βραβεύσεις στον χώρο της ποίησης, της παιδικής λογοτεχνίας και του διηγήματος. Παρουσιάζει μια ποιητική σύνθεση πολυφωνική, πλούσια σε εντάσεις και εκφραστικές μεταμορφώσεις, με κυρίαρχο στοιχείο το βίωμα.
Είναι μεγάλη χαρά να βρίσκομαι σήμερα εδώ, για να συνοδεύσω το βιβλίο Ξενάγηση, Ανθολογία ποιημάτων που συνέθεσε, μετέφρασε και επιμελήθηκε η Μαρία Καρακάουζι. Πρόκειται για μια διαδρομή που διασχίζει είκοσι πέντε χρόνια γραφής, από το 2000 έως το 2025, της Κύπριας ποιήτριας, και που μας καλεί να σταθούμε ανάμεσα σε λέξεις, εικόνες και σιωπές.
Η Μαρία Καρακάουζι δεν υποδέχεται απλώς στο βιβλίο τη φωνή της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου, αλλά τη διαπερνά και, κατά κάποιον τρόπο, τη διαθλά μέσα από τη δική της γραφή. Έτσι, το βιβλίο “Ξενάγηση” εμφανίζεται ως ένας ποιητικός και πολιτισμικός διάλογος ανάμεσα στη Σικελία και την Κύπρο, ανάμεσα σε ακτές της Μεσογείου με κοινές μνήμες.
Αρχίζω την «Ξενάγηση» επισημαίνοντας ότι οι πρώτοι στίχοι αποκαλύπτουν τη συνολική ποιητική σύλληψη της ποιήτριας: τόσο στους στίχους που ανοίγουν την ποιητική συλλογή όσο και σε εκείνους που την επισφραγίζουν. Βρίσκουμε ορισμένους θεμελιώδεις πυρήνες της ποιητικής της Φωτιάδου. Θα αναλύσω μερικούς στίχους που θεωρώ αποκαλυπτικούς του έργου της ποιήτριας:
Χαρτογραφώντας λέξεις και σιωπές
Θαυμαστικά, τελείες, ερωτηματικά
Ξενάγηση σε χρόνο αόρατο
Στιγμές στο πριν, στο τώρα, στο μετά
Σαν φλόγα τρεμοπαίζουν
Όμως το φως
Δεν είναι πάντα η απάντηση
Και τα αγάλματα μία κρυφή ζωή μας.
Οι πιο πάνω στίχοι που ανοίγουν την ποιητική συλλογή μας καθηλώνουν.
Πρώτα απ’ όλα, στεκόμαστε στη «χαρτογράφηση»: την ποίηση ως μια εύθραυστη χαρτογραφία, ως μια προσπάθεια προσανατολισμού. Όχι μια σταθερή γεωγραφία, αλλά μια συναισθηματική γεωγραφία φτιαγμένη από λέξεις και σιωπές. Και μέσα σε αυτή την εναλλαγή σημείων — θαυμαστικά, τελείες, ερωτηματικά — βρίσκεται όλη η στίξη της ύπαρξης:
θαυμασμός, παύση, ερώτημα.
«Ξενάγηση σε έναν αόρατο χρόνο» είναι ίσως ένας από τους καίριους στίχους. Εδώ η ποίηση δεν καθοδηγεί στον χώρο, αλλά στον χρόνο: στο «πριν», στο «τώρα», στο «μετά». Ένας χρόνος πολυστρωματικός, σχεδόν αρχαιολογικός, που παραπέμπει και στην ιστορία της Κύπρου, γη επικαλυπτόμενων μνημών, πληγών και αντίστασης, την οποία η ποιήτρια φέρει μέσα στην ίδια της την ποιητική φωνή.
Η εικόνα της τρεμάμενης φλόγας υποδηλώνει επισφάλεια, δόνηση, ζωή. Αλλά αμέσως έρχεται η διόρθωση, ή ίσως η συνειδητοποίηση: «το φως δεν είναι πάντα η απάντηση».
Είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός στίχος, γιατί αρνείται κάθε εύκολη διαφώτιση. Η ποίηση δεν προσφέρει λύσεις· αντίθετα, διαφυλάσσει ερωτήματα, διασχίζει τη σκιά, αποδέχεται την αμφισημία. «Το φως δεν είναι πάντα η απάντηση».
Ένας στίχος που μοιάζει να αντιστέκεται στην ίδια τη φύση της παρηγοριάς, απορρίπτοντας την εύκολη βεβαιότητα ότι κάθε σκοτάδι ζητά και μια άμεση λύτρωση. Εδώ, το φως δεν εξιδανικεύεται ως πανάκεια∙ δεν λειτουργεί ως αυτόματη αποκάλυψη ή ως τελικός προορισμός της κατανόησης. Αντίθετα, τίθεται υπό αμφισβήτηση, σαν να μας καλεί να αναλογιστούμε ότι η αλήθεια δεν είναι πάντα φωτεινή, ούτε και πλήρως ορατή.
Η ποίηση, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, απομακρύνεται από κάθε διδακτισμό. Δεν υπόσχεται απαντήσεις ούτε κλείνει τις ρωγμές της ανθρώπινης εμπειρίας. Αντίθετα, τις κρατά ανοιχτές, ζωντανές, επιμένοντας στην αξία του ερωτήματος. Είναι ένας χώρος όπου η σκιά δεν αποτελεί απουσία, αλλά ουσία∙ όπου το αβέβαιο και το αμφίσημο δεν αποφεύγονται, αλλά αγκαλιάζονται ως αναπόσπαστα στοιχεία της ύπαρξης.
Μέσα από αυτή τη στάση, η ποίηση γίνεται μια διαδρομή χωρίς προκαθορισμένο τέλος. Διασχίζει το σκοτάδι όχι για να το καταργήσει, αλλά για να το κατανοήσει, να το αφουγκραστεί. Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν εμπειρίες που δεν επιδέχονται πλήρη φωτισμό, που παραμένουν μισοειπωμένες, σαν ψίθυροι στο περιθώριο της γλώσσας.
Έτσι, ο στίχος αυτός δεν είναι άρνηση του φωτός, αλλά μια υπενθύμιση της πολυπλοκότητας του ανθρώπινου βλέμματος. Μας καλεί να σταθούμε μέσα στην αβεβαιότητα χωρίς βιασύνη, να αντέξουμε το ενδιάμεσο, εκεί όπου η αλήθεια δεν λάμπει εκτυφλωτικά, αλλά πάλλεται σιωπηλά ανάμεσα στο φως και στη σκιά.
Και τέλος, ο τελευταίος στίχος: «και τα αγάλματα μια δική μας μυστική ζωή».
Τα αγάλματα, σύμβολα της μνήμης, της τέχνης, της φαινομενικής ακινησίας, φυλάσσουν όσα δεν λέμε. Γίνονται καθρέφτης της κρυφής μας εσωτερικότητας. Με αυτή την έννοια, η «ξενάγηση» είναι επίσης ένα εσωτερικό μουσείο.
Μου φαίνεται ότι η ιδανική συνάντηση ανάμεσα στη Maria Caracausi και την Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου συμβαίνει ακριβώς εδώ: στην ικανότητα να μετατρέπουν την ποίηση σε έναν χώρο μνήμης και ερωτήσεων, σε ένα κατώφλι ανάμεσα σε γλώσσες και πολιτισμούς, ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο.
Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σταθούμε ακόμη βαθύτερα στη σχέση της ποιήτριας με τη γλώσσα.
Για την Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου, η λέξη δεν είναι απλώς μέσο έκφρασης, αλλά τόπος κατοίκησης. Είναι ένας χώρος όπου το βίωμα μεταπλάθεται, όπου η μνήμη αποκτά μορφή και όπου η σιωπή δεν ακυρώνεται, αλλά ενσωματώνεται ως ουσιώδες στοιχείο του ποιητικού σώματος. Οι λέξεις της δεν λειτουργούν ποτέ αυτάρεσκα· δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν, αλλά να αποκαλύψουν, να υπαινιχθούν, να ανοίξουν ρωγμές μέσα από τις οποίες αναδύεται το ανθρώπινο.
Αυτή η ιδιαίτερη ποιητική οικονομία, όπου τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν δηλώνεται απόλυτα, δημιουργεί ένα πεδίο συμμετοχής για τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης δεν παραμένει παθητικός δέκτης, αλλά καλείται να συμπληρώσει, να ερμηνεύσει, να αισθανθεί. Η ποίηση της Φωτιάδου δεν προσφέρεται ως κλειστό σύστημα νοημάτων, αλλά ως ανοιχτή διαδικασία, ως μια συνεχής διαπραγμάτευση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται.
Παράλληλα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη βαθιά ενσώματη διάσταση της γραφής της. Το βίωμα, που ήδη αναφέρθηκε ως κεντρικός άξονας, δεν εμφανίζεται αφηρημένα, αλλά εγγράφεται στο σώμα, στη μνήμη, στον χρόνο. Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου είναι ποίηση που φέρει ίχνη: ίχνη εμπειριών, ιστορίας, τραυμάτων αλλά και αντοχής. Με αυτόν τον τρόπο, ο λόγος της αποκτά μια σχεδόν υλική υπόσταση, σαν να μπορεί κανείς να τον αγγίξει.
Η αναφορά στον χρόνο, που διατρέχει την «Ξενάγηση», αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, ούτε απλώς αφηγηματικός. Είναι ένας χρόνος που επιστρέφει, που αναδιπλώνεται, που συγχέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον. Μέσα σε αυτό το χρονικό συνεχές, η ποιήτρια αναζητά όχι μόνο την προσωπική μνήμη, αλλά και τη συλλογική. Η Κύπρος, ως τόπος ιστορικά φορτισμένος, δεν εμφανίζεται ρητά σε κάθε στίχο, αλλά υποβόσκει ως ένα υπόγειο ρεύμα που διαμορφώνει την ποιητική της ευαισθησία.
Επιπλέον, η συνάντηση με τη μετάφραση —μέσα από το έργο της Μαρίας Καρακάουζι — ανοίγει μια νέα διάσταση στην ανάγνωση αυτής της ποίησης. Η μετάφραση εδώ δεν είναι απλή μεταφορά από μια γλώσσα σε μια άλλη. Είναι μια πράξη δημιουργική, σχεδόν ποιητική από μόνη της. Η φωνή της Φωτιάδου περνά μέσα από ένα άλλο γλωσσικό σώμα, μεταμορφώνεται, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τον πυρήνα της. Έτσι, δημιουργείται ένας ενδιάμεσος χώρος, ένας τόπος συνάντησης όπου δύο γλώσσες, δύο πολιτισμοί και δύο ευαισθησίες συνομιλούν.
Αυτή η διαπολιτισμική διάσταση ενισχύει ακόμη περισσότερο την έννοια της «ξενάγησης». Δεν πρόκειται μόνο για μια περιήγηση στον ποιητικό κόσμο μιας δημιουργού, αλλά για μια μετάβαση από το οικείο στο ανοίκειο και πάλι πίσω. Ο αναγνώστης μετακινείται, όπως σε ένα ταξίδι, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και εσωτερικά. Κάθε ποίημα λειτουργεί ως στάση, ως ένας τόπος προσωρινής κατοίκησης, όπου κάτι αποκαλύπτεται και κάτι παραμένει άρρητο.
Επιστρέφοντας στους στίχους που αναλύσαμε, μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν ένα είδος ποιητικού μανιφέστου. Η «χαρτογράφηση», η «ξενάγηση», ο «αόρατος χρόνος», η «φλόγα», το «φως» και τα «αγάλματα» δεν είναι απλώς εικόνες, αλλά βασικοί άξονες μιας ποιητικής κοσμοθεωρίας. Μιας κοσμοθεωρίας που δεν φοβάται την αβεβαιότητα, που δεν αποφεύγει τη σιωπή, που δεν βιάζεται να δώσει απαντήσεις.
Και ίσως εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη αξία αυτής της ποίησης: στο ότι μας εκπαιδεύει σε έναν διαφορετικό τρόπο θέασης. Μας καλεί να επιβραδύνουμε, να παρατηρήσουμε, να αφουγκραστούμε. Να δεχτούμε ότι δεν είναι όλα φωτεινά, αλλά ούτε και όλα σκοτεινά. Ότι η αλήθεια βρίσκεται συχνά σε αυτό το ενδιάμεσο, εύθραυστο πεδίο, όπου το φως και η σκιά συνυπάρχουν.
Έτσι, η «Ξενάγηση» ολοκληρώνεται όχι ως μια πορεία προς τη γνώση με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ως μια εμπειρία μεταμόρφωσης του βλέμματος. Φεύγουμε από αυτήν την ποιητική διαδρομή όχι πιο βέβαιοι, αλλά πιο ανοιχτοί. Όχι με περισσότερες απαντήσεις, αλλά με βαθύτερα και ουσιαστικότερα ερωτήματα.
Και ίσως αυτό είναι, τελικά, το πιο πολύτιμο δώρο της ποίησης της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου: μας μαθαίνει να κατοικούμε το ερώτημα. Να στεκόμαστε μέσα στην αβεβαιότητα χωρίς φόβο. Να ακούμε όχι μόνο ό,τι λέγεται, αλλά και ό,τι παραμένει σιωπηλό — εκεί όπου, τελικά, γεννιέται η πιο αληθινή μορφή ποίησης.
Στο τέλος αυτής της Ξενάγησης, δεν βγαίνουμε με απαντήσεις, αλλά με ένα πιο προσεκτικό βλέμμα, ικανό να αναγνωρίσει, μέσα στις πτυχές της σιωπής, την εύθραυστη αλήθεια της ποίησης· γιατί η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου δεν μας ζητά να κατανοήσουμε τα πάντα, αλλά να παραμένουμε άγρυπνοι μέσα στο μυστήριο των πραγμάτων.
Παλέρμο, 6 Μαΐου 2026