Η ψηφιακή λογοτεχνία έχει «πνοή»!

In Δοκίμιο by mandragoras

της Πηνελόπης Ζαρδούκα

Το λογοτεχνικό υπερκείμενο το οποίο δημιουργήθηκε από την Shelley Jackson και υπάρχει σε ψηφιακή μορφή με έτος έκδοσης το 1997, έχει τίτλο «my body – a Wunderkammer», δηλαδή «το σώμα μου – ένα δωμάτιο περιπλάνησης» με υπερσύνδεσμο«https://collection.eliterature.org/1/works/jackson__my_body_a_wunderkammer.html». Το υπερκείμενο αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα υπερλογοτεχνίας, της λογοτεχνίας εκείνης δηλαδή η οποία αξιοποιεί τον ψηφιακό κόσμο με πολλαπλές αισθητικές εκφάνσεις λόγου, εικόνας και ήχου σε ψηφιακά περιβάλλοντα με κυρίαρχο τον χαρακτήρα «της συνομιλίας των τεχνών».[1]

Την εποχή που δημιουργήθηκε το υπερκείμενο αυτό, το διαδίκτυο και η ψηφιακή τεχνολογία ήταν ένα καινούργιο πεδίο διερεύνησης και ανακάλυψης που σίγουρα η συγγραφέας ήθελε να εξερευνήσει. Επομένως το κοινό στο οποίο απευθύνεται είναι σίγουρα αρκετά εξοικειωμένο με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ένα κοινό το οποίο προοδευτικά διευρύνθηκε από τη δεκαετία του ’90 και έφτασε έως τις μέρες μας οι οποίες εμπλουτίστηκαν με πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και την τεχνητή νοημοσύνη.

Β) Συγκεκριμένα το υπερκείμενο αυτό είναι γραμμένο σε πεζό λόγο και διακλαδώνεται σε διάφορα επίπεδα εξιστόρησης ανάλογα από τις επιλογές που κάνει ο κάθε ψηφιακός αναγνώστης του. Όλα ξεκινούν με μια ηχογραφημένη ανάσα (ήχος) που ίσως δηλώνει την ζώσα πνοή της ποιήτριας και ακολούθως, στο επόμενο ψηφιακό βήμα παρατηρούμε ένα ζωγραφισμένο εικαστικό μέρος (εικόνα) το οποίο απεικονίζει μια γυναίκα γυμνή, χωρισμένη σε κομμάτια –παζλ  τα οποία συμπεριλαμβάνουν το καθένα και ένα μέρος του σώματός της. Επιλέγοντάς τα κανείς οδηγείται σε μια ξεχωριστή αφήγηση ιστορίας (λόγος) η οποία αφορμάται από το μέλος του σώματος που έχει επιλεγεί.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη από τον ίδιο τον τίτλο, το σώμα έρχεται σε μια δημιουργική αναλογία με ένα δωμάτιο περιπλάνησης, όπου μπορούμε να εικάσουμε ότι κάθε τετράγωνο που προσφέρεται να επιλέξει κανείς, αποτελεί και ένα διαφορετικό «δωμάτιο» μνήμης και αφηγηματικής αφετηρίας για την δημιουργό. Με άλλα λόγια θα λέγαμε πως ο «χάρτης» αυτός του σώματος απεικονίζει την υπαρξιακή «χώρα» της δημιουργού, γεμάτη με αναδρομικές αφηγήσεις αναμνήσεων συμπεριλαμβάνοντας μοντερνιστικά στοιχεία αποσπασματικού λόγου και ελεύθερου συνειρμικού λόγου.

Ιδιαιτέρως, τα ψηφιακά εργαλεία τα οποία επιστρατεύονται για να υλοποιηθεί το άνωθεν ψηφιακό καλλιτέχνημα, κατατάσσουν το υπερκείμενο αυτό στο είδος της «γηγενούς ψηφιακής λογοτεχνίας», μιας υπερλογοτεχνίας δηλαδή η οποία «χρησιμοποιεί το δυναμικό των προγραμματιστικών μέσων με τρόπους που καθιστούν αδύνατη την έντυπη δημοσίευση της.»[2] Κύρια γνωρίσματα είναι η εξατομικευμένη ανάγνωση του έργου καθώς ο αναγνώστης αποφασίζει την προσωπική του αναγνωστική διαδρομή [3] επιλέγοντας με όποια σειρά επιθυμεί ή τυχαία το τετράγωνο εκείνο που θα τον δρομολογήσει σε μια διαφορετική αφήγηση. Η κάθε ανάγνωση που λαμβάνει χώρα είναι μοναδική και έχει διαφορετική ακολουθία αρχής, μέσης και τέλους χωρίς να περιορίζεται στην έκταση της αφήγησης που κάθε φορά επιλέγει να διαβάσει «προβάλλοντας τη νέα σχέση της διάδρασης»[4] μεταξύ του αναγνώστη και του υπερκειμένου.

Σε κάθε περίπτωση, η οποιαδήποτε αναγνωστική επαφή θέτει εκ νέου κάθε φορά διαφορετικά σενάρια πλοκής της ιστορίας. Σημασία δεν έχει αυτό που προκρίνει η συγγραφέας μέσα από μια γραμμική και δομικά προαποφασισμένη αφήγηση, αλλά η πρωτοβουλία του αναγνώστη μέσα στη ρευστή δομή του ψηφιακού υπερκειμένου να προσλάβει αναγνωστικά  -με βάση το δικό του γούστο ή αισθητική ανάγκη- τα επιμέρους υπερκείμενα του έργου με τη δική του σειρά και όσα θέλει κάθε φορά. Επομένως η έκταση, η αλληλουχία και το τέλος κάθε ανάγνωσης παρεκκλίνει ακόμα και μετά από πολλαπλές αναγνώσεις ακόμα και του ίδιου του αναγνώστη. Το έργο βιώνεται διαφορετικά από τον καθένα και κάθε φορά η ανάγνωση γίνεται μοναδική και ανεπανάληπτη.

Σύμφωνα με τον Barthes, ο όρος «έργο» ίσως εδώ αντικατασταθεί από τη λέξη «κείμενο»[5], καθώς η υλική συγκρότηση του δημιουργήματος- κειμένου παρακάμπτει τη βούληση του δημιουργού του, κάτι που ένα έργο πρεσβεύει. Στο υπερκείμενο της Shelley συγκεκριμένα εντοπίζουμε μια εκτεταμμένη «διασύνδεση διαφορετικών γραμμών της πλοκής κάτι που αποτελεί τον πυρήνα της υπερμυθοπλασίας ή υπερκειμενικής μυθοπλασίας (hyperfìction, hypertextual fiction) αλλά και της κυβερνοποίησης… Αυτή ακριβώς η διασύνδεση εμπλέκει τον αναγνώστη στη δημιουργία του κειμένου, καθώς οι επιλογές του το διαμορφώνουν αναλόγως.»[6]

Γ) Αν και το συγκεκριμένο κυβερνοποίημα έκανε το ψηφιακό του εκδοτικό ντεμπούτο τη δεκαετία του ’90, διακατέχεται ακόμα και σήμερα από στοιχεία σύγχρονα και πειραματικά και λόγω του διαδικτυακού και του ψηφιακού περιβάλλοντος, άμεσα και καθολικώς προσβάσιμα. Επιπλέον η ερμηνευτική πρωτοκαθεδρία που χαρακτηρίζει τον αναγνώστη μέσα σε ένα τέτοιο ψηφιακό περιβάλλον, το καθιστούν ένα δημιούργημα με δυναμικό χαρακτήρα καθώς «ο αναγνώστης χρησιμοποιεί τον υπολογιστή για να κινηθεί …κι αυτή η κίνηση αποτελεί το νόημα του κειμένου.»[7] Άρα η προσωπική εμπλοκή του καθένα μας στο έργο αυτό, το κάνει «να είναι», καθώς συνδημιουργούμε με τη σειρά μας ένα δικό μας κειμενικό «σώμα» περιπλάνησης. Η περιπλάνηση- περιήγηση αυτή, η εξερεύνηση αλλιώς μέσα στο υπερκείμενο θα λέγαμε πως από θεατές μας κάνει δημιουργούς συγγραφείς αφού «ο αναγνώστης ερμηνεύει, διαπλέκει, διαμορφώνει και γράφει…»[8].

Προσωπικά θεωρώ πως τα υπερκείμενα μπορούν να καλλιεργήσουν τη δημιουργικότητα των αναγνωστών τους αφού οι δεύτεροι αυτενεργούν ως προς την αναγνωστική τους πρόσληψη και παύουν να είναι παθητικοί. Ερμηνεύουν με μοναδικό τρόπο κάθε φορά ό, τι διαβάζουν και θέτουν ένα διαφορετικό επίπεδο νοηματοδότησης του κειμένου, συνδιαμορφώνοντας το ίδιο το ποίημα ή πεζό «με τρόπους που δεν είχε προβλέψει ο συγγραφέας».[9] Επομένως, χαρακτηριστικά γνωρίσματα πρωτοτυπίας, αυτενέργειας, φαντασίας και συμμετοχικότητας καλλιεργούνται κατά κόρον από την αξιοποίηση των λογοτεχνικών υπερκειμένων καθιστώντας την ηλεκτρονική γραφή πέραν από ισάξιο καλλιτεχνικό μέσο, ακόμα και εκπαιδευτικό.

Ιδιαιτέρως οι παιδαγωγικές πτυχές εντοπίζονται στην παρακίνηση της νεολαίας να εμπλακεί ενεργά στην συνδιαμόρφωση ή επαύξηση του καλλιτεχνικά παραγόμενου αποτελέσματος ενός συγγραφικού έργου με ψηφιακούς/ υπερκειμενικούς όρους. Λαμβάνεται τέλος εδώ υπόψη η αμεσότητα με την οποία η νέα γενιά μεταχειρίζεται της νέες ψηφιακές τεχνολογίες και η εν γένει παιγνιώδη φύση τους η οποία μπορεί να συνδυαστεί με την ψηφιακή εποχή και να νοηματοδοτήσει ένα δικό της καλλιτεχνικό σύμπαν.

***

[1]Νικολαΐδου, Σ. (2009). «ΤΠΕ και Λογοτεχνία: Νέα δεδομένα για τη συγγραφή, την πρόσληψη και τη διδασκαλία της Λογοτεχνίας» Στο Λογοτεχνία και Νέες Τεχνολογίες, Αθήνα: Κέδρος, σελ.86

[2]Δηµητρούλια, Τιτίκα. (2006). «Κυβερνολογοτεχνία, µια πρόκληση του µέλλοντος», Σύγκριση/Comparaison, 17 (2006), σελ. 95

[3]Νικολαΐδου, Σ. (2009). «ΤΠΕ και Λογοτεχνία: Νέα δεδομένα για τη συγγραφή, την πρόσληψη και τη διδασκαλία της Λογοτεχνίας» Στο Λογοτεχνία και Νέες Τεχνολογίες, Αθήνα: Κέδρος, σελ.85

[4] Δημητρούλια, Τιτίκα. (2009). «Κυβερνοποίηση: γραφή-εικόνα-κώδικας και η ουσία του ποιητικού λόγου», στο Πρακτικά Εικοστού Όγδοου Συμποσίου Ποίησης. Ποίηση και Εικόνα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 369

[5] Barthes, R. (1988). Από το έργο στο κείμενο. Στο Εικόνα – Μουσική – Κείμενο, (προλ.) Γιώργος Βέλτσος, (μτφρ.) Σπανός Γιώργος, Αθήνα: Πλέθρον, σ.152

[6] Δηµητρούλια, Τιτίκα. (2006). «Κυβερνολογοτεχνία, µια πρόκληση του µέλλοντος», Σύγκριση/Comparaison, 17 (2006), σελ.100

[7] Bolter, J.D. (2006). «Η κριτική θεωρία σ’ ένα νέο χώρο γραφής». Στο Οι μεταμορφώσεις της γραφής. Υπολογιστές, υπερκείμενο και αναμορφώσεις της τυπογραφίας, (μτφρ. Δημήτρης Ντούνας), Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ.245

[8] Δημητρούλια, Τιτίκα. (2009). «Κυβερνοποίηση: γραφή-εικόνα-κώδικας και η ουσία του ποιητικού λόγου», στο Πρακτικά Εικοστού Όγδοου Συμποσίου Ποίησης. Ποίηση και Εικόνα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ.371

[9] Bolter, J.D. (2006). «Η κριτική θεωρία σ’ ένα νέο χώρο γραφής». Στο Οι μεταμορφώσεις της γραφής. Υπολογιστές, υπερκείμενο και αναμορφώσεις της τυπογραφίας, (μτφρ. Δημήτρης Ντούνας), Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ. 250