Χάρης Μιχαλόπουλος, Φωτογραφικός Θάλαμος * Κριτική

In Κριτική, Λογοτεχνία by mandragoras

 

Ο φωτογραφικός θάλαμος, που ονομάζεται και σκοτεινός θάλαμος, είναι ο χώρος όπου συντελείται η μαγεία της φωτογραφίας. Το φιλμ τοποθετείτε σε ειδικό δοχείο, μαζί με υγρό – τον εμφανιστή για να γίνει το αρνητικό (όπου τα άσπρα σημεία, σ αντίθεση με την πραγματικότητα, είναι σκοτεινά, και τα μαύρα – λευκά). Το αρνητικό, είναι το ίδιο το φιλμ. Μετά, με την χρήση του μεγεθυντικού μηχανήματος, τα αρνητικά προβάλλονται πάνω στο φωτογραφικό χαρτί και πάνω του εμφανίζεται η κανονική εικόνα.
Κάθε ένα από αυτά τα στάδια προσφέρεται για την δημιουργία εντυπωσιακών και βαρυσήμαντων αλληγοριών κι έτσι δεν είναι τυχαίος ο τίτλος της συλλογής. Δεν χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομερέστατη ανάλυση όλων των συμβολισμών που κρύβει μέσα του, αρκεί μονάχα να επισημάνουμε τους όρους – σκοτεινός θάλαμος (ή μήπως υποσυνείδητο;) , αρνητικό, μεγεθυντικός φακός (ο κλασικός ορισμός της τέχνης) και τελικά η γέννηση, η εκτύπωση της εικόνας, κάτω από το αχνό κόκκινο φως – που αντιστοιχεί στο χρώμα του εξώφυλλου. Έτσι, ακόμη από τον τίτλο ο ποιητής σκοράρει, δίνοντας την υπόσχεση για μια σπουδαία συλλογή, υπόσχεση που τηρεί και δεν την διαψεύδει. Ο ποιητής βέβαια προχωράει πολύ παραπέρα, συνδυάζοντας τους συνειρμούς που δημιουργεί ο ποιητικός λόγος, με την πραγματική εικόνα, έτσι όπως την έχει συλλάβει ο φακός. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση, φωτογράφος είναι ο ίδιος ο ποιητής και μπορεί να επιλέξει όχι μόνο το αντικείμενο που θα φωτογραφίσει, μα την γωνία, το φως, το μέγεθος, με άλλα λόγια να την σκηνοθετήσει, σύμφωνα με τα γούστα του, μα και με τις ανάγκες του ποιήματος που θα αντιστοιχήσει με την συγκεκριμένη εικόνα. Σίγουρα όμως τον, Χ.Μ. δεν τον εκφράζει η δυνατότητα να δημιουργήσει «στημένα» στιγμιότυπα. Η φωτογραφίες του είναι τυχαία ευρήματα, που τον έχουν εντυπωσιάσει κι εμπνεύσει. Έτσι μια πινακίδα της οδού «Αινείου», θα σταθεί αφορμή για ένα εκπληκτικό σύντομο ποίημα:

«Τριγυρίζω συνέχεια στην πόλη
κι όλο πάνω του πέφτω

εξόριστος»

ποίημα που αποκαλύπτει τόση συσσωρευμένη μοναξιά, μαζί με νοσταλγία. Επίσης, το ανοιχτό γραμματοκιβώτιο στο «Ανοιχτή αλληλογραφία που δε θα διαβάσει πια κανείς»

«Σκούριασε το κουτί η προσμονή
στόμα ανοιχτό, χρόνια βουβό,
γέμισε αράχνες.
Με το πορτάκι ακόμα να χάσκει
αχόρταγα προσμένοντας
το γράμμα που άργησε χρόνια,
χάθηκε και δε θα φτάσει ποτέ.»

Και τα δύο ποιήματα θα μπορούσαν να υπάρχουν δίχως τις συγκεκριμένες φωτογραφίες, μα θα ήταν άλλη η αίσθηση για τον αναγνώστη. Κι ακριβώς σ αυτή την άλλη αίσθηση στοχεύει αυτός ο συνδυασμός εικόνας και λόγου. Η θεματολογία της συλλογής είναι πλούσια και συμπεριλαμβάνει όλα τα μεγάλα θέματα της ζωής, του έρωτα, της μοναξιάς, του θανάτου κ.λπ., μα σ αυτό το βιβλίο, πρωταγωνιστής είναι η φόρμα, ο τρόπος έκφρασης, που στις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης του στίχου με τις οπτικές παραστάσεις.
Υπάρχουν κι αρκετά ποιήματα, που δεν συνοδεύονται από εικόνες: Εδώ τις εικόνες τις πλάθει με τον λόγο του ο ίδιος ο ποιητής. Ακόμη και σε ποίημα όπου δεσπόζουν οι αφηρημένες έννοιες ο ποιητής χρησιμοποιεί εκφράσεις, παρομοιώσεις κι αλληγορίες, που τις κάνουν ορατές. Το αφηρημένο, γίνεται χειροπιαστό κι ορατό. Μια ειδική κατηγορία είναι οι χαρακτηριστικές για τον Χ.Μ. «ανθρωπόμορφες αλληγορίες», όπως στο ποίημα «Λέξεις» όπου δίνει στις αφηρημένες έννοιες, ανθρώπινα χαρακτηριστικά π.χ: :

«Αδυνάτησαν οι λέξεις μου. Λιπόσαρκες,
Στέκουν τα βράδια μπρος μου. Με μαύρους
κύκλους κάτω απ τα μάτια και αδύνατα χέρια…»

Η σημασία και η βαρύτητα των λέξεων, τον απασχολεί και σε άλλα ποιήματα : «Γενεθλιακό»

«βάζω τις λέξεις με προσοχή
Τη μία δίπλα στην άλλη
σύμφωνα με το χρώμα, το σχήμα, το μέγεθος
τρενάκι παιδικό στο χαλί του σαλονιού»

Στο «Σπουδή στην έξωση…»

«Όλες οι λέξεις δικές μας, εκτός από μία.
Την ψάχναμε με την Εύα μήνες στα λεξικά…»

Μερικές φορές οι λέξεις γίνονται λογοπαίγνιο, όπως στο ποίημα «Ψώνια». Εκεί πρώτα πειραματίζεται με την οπτικοποίηση, του κειμένου διαγράφοντας κυριολεκτικά μια αράδα. Μετά παίζει με τις σχεδόν ομόηχες: «ζωή συντηρημένη» και «συντετριμμένη» και τοποθετεί την μια πάνω στην άλλη τις: «κατάλογος», «παράλογος», «παραλογή» «συναλλαγή» «κατάβαση στον Άδη»

Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος, ο αυτόματος διορθωτής μας οδηγήσει σε σκοτεινές χαράδρες:

«Γράφω τα ψώνια στο κινητό
Διορθώνει τις «ελιές» σε «έλεος»
Πόσο πάει το κιλό;»…

Η ίδια η διαδικασία της γραφής, μέχρι να ολοκληρωθεί και να γίνει δημιουργία, πρέπει να περάσει από ορισμένα δύσκολα στάδια:

«Τίποτα δεν είναι ωραίο στο ποίημα την ώρα που γράφεται…»

Στην «Σπασμένη ομπρέλα» μας εξηγεί:

«Το ποίημα
Δε γράφεται να το διαβάσεις,
Βαμμένο δάκρυ σε πρόσωπο κλόουν
Βάζει τρικλοποδιά, να φας τα μούτρα σου
Κι εσύ σκοντάφτεις, πέφτεις και μπουσουλάς, αδύναμος σαν βρέφος,
Ματώνεις γόνατο σε κάθε στίχο.»

Στο ίδιο ποίημα παρατηρούμε άλλη μια ιδιαιτερότητα του Χ.Μ. σε μια λέξη θα αντιπαραθέσει, ολόκληρη ομοβροντία από παρομοιώσεις, ή αλληγορίες, όπου η μία φέρνει συνειρμικά την άλλη, την εμπλουτίζει με περισσότερες ορατές λεπτομέρειες, την προχωράει και την οδηγεί σε άλλες διαστάσεις:

«Το ποίημα
Μια θάλασσα μαύρες τρύπες,
Ίδια με εκείνη που ρούφηξε τους Beatles στο Yellow Submarine
Ξέρεις δεν ξέρεις κολύμπι – πνίγεσαι
Ξεφούσκωτα σωσίβια γύρω σου οι λέξεις,
Οι παρηχήσεις και οι μεταφορές,
Ενώ εσύ ψάχνεις με αγωνία στον βυθό όλα όσα έχεις χάσει
Εκείνους που λείπουν, φίλους που δεν χαιρέτησες
Ερωμένες που πρόδωσες πριν αγαπήσεις.»

Στο «Ότι μένει», οι οπτικές παραστάσεις της πραγματικής, καθημερινής ζωής, για άλλη μια φορά περιγράφουν και δίνουν το σχήμα σε κάτι αφηρημένο, που πρέπει συναισθηματικά να μας αγγίξει για να μεταμορφωθεί σε ποίημα:

«Το τσαλακωμένο πουκάμισο στη στοίβα με τα πλυμένα ρούχα
Το απότιστο γλαστράκι στο μπαλκόνι
Το μισοφαγωμένο γιαούρτι στο ψυγείο
Το τσίγκινο κουτάκι με το ελληνικό που πέτρωσε στο ράφι
Το ποίημα που δεν λέει να τελειώσει…»


Θα ήθελα ιδιαίτερα να αναφερθώ σε δυο άλλα ποιήματα της συλλογής – πρώτο και δεύτερο μέρος, διακοσμημένα, το ένα με πίνακα του Γκογκέν, και το άλλο με ψηφιδωτό από τον καθεδρικό ναό Μονρεάλε, Παλέρμο και τα δυο με το ίδιο θέμα – την έξωση των Πρωτόπλαστων απ’ τον Παράδεισο. Ο πίνακας του Γκογκέν προϋποθέτει μια πιο μοντέρνα προσέγγιση του θέματος και πράγματι οι πρωτόπλαστοι βιώνουν μια σύγχρονη παραδεισένια πραγματικότητα, όπου κάνουν τις βόλτες τους με τα ποδήλατα, το πρωί τους περιμένει ο καφές, αόρατοι υπηρέτες τους μαγειρεύουν, πλένουν και συγυρίζουν κι όλα μοιάζουν τόσο μονότονα, που όλα τα κανάλια της τηλεόρασης είναι συντονισμένα στο ίδιο πρόγραμμα, ώσπου ξαφνικά κι εντελώς απροειδοποίητα ο ποιητής μας πυροβολεί μα μια λέξη – «πόνος» κι αντιλαμβανόμαστε πως αυτό που διδάχτηκαν οι πρωτόπλαστοι από το δέντρο της γνώσης δεν ήταν να ξεχωρίζουν το καλό απ’ το κακό, το σωστό απ’ την αμαρτία, μα έμαθαν την έννοια του πόνου, που ενώ όλες οι άλλες είναι σχετικές, και με τον καιρό οι αντιλήψεις μας περί καλού και κακού, μπορούν να αλλάξουν, η έννοια του πόνου παραμένει σταθερή κι αμετάλλακτη, μια άποψη πολύ πιο προχωρημένη και κατά τη γνώμη μου και πιο χριστιανική. Ο ποιητής έχει γίνει φιλόσοφος. Η έξωση που περιγράφει θυμίζει εξωτερικά σύγχρονή απροειδοποίητη έξωση νοικάρηδων, μα εμένα μου φέρνει στο νου άλλη εικόνα. Γνωρίζοντας τον πόνο οι πρωτόπλαστοι προετοιμάζονται για την πραγματική ζωή και μπορούν πια να πορευτούν ελεύθεροι κι αυτόβουλοι περίπου σαν τα αγρίμια που απελευθερώνονται από τα καταφύγια προστασίας άγριων ζώων…
Και μόνο αυτό το ποίημα να είχε γράψει ο Χ.Μ. θα ήταν αρκετό για να δηλώσει παρουσία ανάμεσα στους μεγάλους, σύγχρονους Έλληνες ποιητές, αν και υπάρχουν κι αρκετά άλλα στην συλλογή, στα οποία θα αναφερθώ εν συντομία: Το «Όπως κισσός» που επικοινωνεί με το «Νυχτερινό», στο πρώτο ποίημα αναφέρεται τα ζευγάρια που αγαπιούνται και «γέρασαν μαζί»,
«μα τις νύχτες
Όταν ξαπλώνουν στο κρεβάτι
Αγκαλιάζονται δειλά; Σαν έφηβοι
Με φόβο μη σπάσει η ανάσα
Το χάδι μη σκαλώσει στην κουβέρτα
Το όνειρο μη γίνει θάνατος!»

Στο δεύτερο ποίημα αναφέρεται στα ζευγάρια που έχουν αποξενωθεί, ανάμεσά τους κυλάει « ο Μισισίπης της σιωπής» και δίπλα στο κρεβάτι
«οι παντόφλες σε απόλυτη τάξη,
προς τα έξω κοιτάζοντας
να μπορούν να δραπετεύσουν γρήγορα…»

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στο υπέροχο «Νανούρισμα», όπου:

«Στα μνήματα νανουρίζει η μνήμη τα όνειρα»

και λίγο πιο κάτω με τον πιο παραστατικό τρόπο περιγράφει:

«εκείνο τον ήχο τον παγερό απ’ το τζαμάκι
που τουρτουρίζει όταν φυσά ο βοριάς
το ίσο κρατώντας στην μοναξιά
– Όχι των νεκρών –
της δικής μας μοναξιάς.»

Αφήνω στον αναγνώστη να ανακαλύψει μόνος του, τα πραγματικά διαμάντια που υπάρχουν και στα άλλα ποιήματα της συλλογής: «Έναστρες νύχτες», «Περιθινάλια υποψία άνοιξης» και το σπουδαίο «Μνήμη των εν Σεβάστεια αγίων τεσσαράκοντα μαρτύρων.
Συνήθως οι παρουσιάσεις της ποίησης είναι δύσκολο έργο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, για μένα ήταν πραγματική απόλαυση να διαβάσω και μετά να γράψω τη γνώμη μου για τον «Φωτογραφικό θάλαμο» του σεμνού, μα τόσο ταλαντούχου, ποιητή, του δικού μας Χάρη Μιχαλόπουλο!

Χρήστος Χαρτοματσίδης