Η Δρόσω * Νίκος Χαρτοματσίδης

In Uncategorized by mandragoras

 

1949 Φλεβάρης Όρος Βαρνούντας Φλώρινα.

Σουρουπώνει. Όπου να ναι θα βγει το φεγγάρι. Τα αστέρια θα σκορπίσουν στον ουράνιο θόλο, κλαριά θα θροΐσουν, άνεμος θα φυσήξει, τραγούδι κλέφτικό ο Βαρνούντας λέει.. Μόνο που για την Δρόσω το πιο πιθανό είναι όλα αυτά να μείνουν απαρατήρητα. Όπως και για όλη την ομάδα της. Υποχωρούν μετά από ακόμα μια άνιση μάχη, στην οποία η Ιστορία, όταν της έρθει το κέφι να ασχοληθεί μαζί τους, θα τους ανακηρύξει ηθικούς νικητές. Το κεφάλι της το έχει σκυμμένο και μπροστά στα μάτια της εμφανίζονται τα πόδια της εναλλάξ για να προσθέσουν και άλλη πλήξη στο συνεχόμενο άσπρο του χιονιού. Δεξί, Αριστερό, Δεξί, Αριστερό. Αυτή η μονότονη εναλλαγή την νυστάζει. Φοβάται πως θα την πάρει ο ύπνος και θα βρεθεί με την μούρη στο παγωμένο χιόνι. Και μόνο που φαντάζεται την επαφή του προσώπου της με το παγωμένο χιόνι ξαγρυπνάει. Δίπλα της περπατάει με κουρασμένο βήμα η Τζώνα, το μουλάρι. Ακούει την ανάσα της και τα χρεμετίσματα της. Δεν το αποκλείει να κουβεντιάζει και αυτή με τον εαυτό της, να επιλύει κάποιο σοβαρό μουλαρίσιο ζήτημα. Κάπου πίσω και όχι πολύ μακριά ακούγονται πυροβολισμοί. Ριπές πολυβόλου και σκόρπιες μοναχικές ντουφεκιές. Βλέπει τα αυτιά της Τζώνας να τεντώνονται και να διαπερνάει το κορμί της το ρίγος του τρόμου. Τόσο καιρό στο βουνό και το μουλάρι δεν έχει συνηθίσει ακόμα τους πυροβολισμούς. Η Δρόσω της δίνει ελαφριά χαϊδευτικά χτυπηματάκια στον λαιμό που την ηρεμούν. Τις ψιθυρίζει «Ηρέμησε. Στα τυφλά βαράνε». Τα λόγια της σαν να πιάνουν τόπο. Το μουλάρι κατεβάζει το κεφάλι και συνεχίζει να σκαρφαλώνει δίπλα της στην ανηφόρα. Και οι δύο τους είναι φορτωμένες. Το ζωντανό με όλα τα βάρη του αγώνα που οι άνθρωποι προτιμούν να κουβαλάνε άλλοι. η Δρόσω έχει περασμένους στους ώμους της τον ιμάντα του ντουφεκιού της και το σακίδιο των πρώτων βοηθειών. Ένα κομψό αμερικάνικο σακίδιο πρώτων βοηθειών. Θα μπορούσε στο χωριό να το μοστράρει στις φίλες για τσάντα. Θα ζήλευαν. Αυτές πάντα θα ζήλευαν. Θα την ζήλευαν ακόμα και για την σημερινή της κατάσταση. Μπορεί να την αντιλαμβανόταν σαν φυγή από το χωριό. Φανερά βέβαια θα έλεγαν άλλα, αυτά που θα ικανοποιούσαν τους άλλους. Μέσα τους όμως… Στα καπούλια την χτυπάει το κοντάκι του τουφεκιού της, ένα παλιοντούφεκο, μακρύκανο σαν σισανές. «Μάνλιχερ μοντέλο του 1911» απήγγειλε ο διμοιρίτης σου Φάνης όταν της το πρότεινε όλο επισημότητα, για να συμπληρώσει με περήφανη φωνή «λάφυρο από τους Βούλγαρους μοναρχοφασίστες το 1944!» Η σκέψη της Δρόσως απλούστευσε τα πράγματα «Λάφυρο από τους Βουλγάρους! Πώς πέρασε έτσι ο καιρός από το σαράντα τέσσερα;» Δεν θα απαντούσε ποτέ σε αυτή την ερώτηση. Στο Δημοτικό ο δάσκαλος ο κύριος Παναγιώτης τους είχε πει πως υπάρχει συγκεκριμένος όρος που χαρακτήριζε αυτές τις ερωτήσεις. Τώρα πια δεν τον θυμάται. «Ρητορικές ερωτήσεις;» Πετάγεται πίσω της ο Φάνης ο διμοιρίτης σαν να έχει ακούσει τις σκέψεις της. Μπορεί και να παραμιλούσε και να τις εξέφραζε φωναχτά. Μπορεί. Τίποτα δεν αποκλείεται σε αυτή την μονότονη σαν ύπνο πορεία. Συχνά ανοιγοκλείνει τα μάτια της για να ξενυστάξει. Χαϊδεύει τον λαιμό της Τζώνας το χτυπάει ελαφριά. Το μουλάρι αποκρίνεται στο χάδι με ένα σιγανό χρεμέτισμά που έχει την μυρωδιά φρεσκοκομμένου χόρτου. Ανοιξιάτικο δηλαδή. Άγνωστο γιατί η σκέψη της Άνοιξης την θυμώνει. Ίσως επειδή η Άνοιξη στο βουνό διαφέρει πολύ από την άνοιξη στο χωριό της. Μπορεί και να είναι ιδέα της. Ποιος θυμάται τώρα πώς ήταν η άνοιξη στο χωριό. Μπορεί ο θυμός της να είναι γέννημα της κούρασης. Σήμερα δεν έκαναν και κάτι διαφορετικό. Συνέχεια περπατούσαν. Βιαστικοί. Αρχικά για να φτάσουν στην θέση τους την ώρα που όριζε το σχέδιο μάχης. Και μετά στην υποχώρηση να μην τους προλάβουν «αυτοί». Η συμμετοχή τους στην μάχη της φάνηκε ευχάριστο διάλειμμα σε αυτό το συνεχές ποδοβολητό στις ανηφόρες και τις κατηφόρες του βουνού. Ευχάριστο επειδή κανείς από την ομάδα τους δεν έπαθε τίποτα ούτε μία γρατσουνιά. Αυτό και αν ήταν σπάνιο. Οι άλλες ομάδες; Αν κρίνει από τον αχό της μάχης σίγουρα θα είχαν πολλές απώλειες. Μια ερώτηση περνάει αστραπιαία από την σκέψη της «Πρόλαβαν έστω και πρόχειρα να τους θάψουν;» Ανήμπορη να δώσει απάντηση συνεχίζει το βάδισμα. Τώρα η διμοιρία τους είναι η οπισθοφυλακή και πάλι τρέχουν στην ανηφόρα.

Το παγωμένο χιόνι στα πόδια της έχει δανειστεί από το σούρουπο μπλε απόχρωση. Τα σημάδια από τα βήματα αυτών που προπορεύονται είναι βαθειά και έχουν παγώσει, όταν τα πατάς σπάνε με κρότο. Τα άρβυλα της τώρα που τα έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια της δείχνουν άσχημα και βρώμικα.

«Δεν υπάρχει τέτοιο χρώμα Δρόσω μου. Βρώμικο! Αλλά πως αλλιώς να τα πω; Άσε που μου πέφτουν μεγάλα, τουλάχιστον δύο νούμερα. Για να τα νιώσω καλά στο πόδι μου πρέπει να φορέσω δύο ζευγάρια χοντρά μάλλινα τσουράπια. Καταντήσαμε ανέκδοτο με αυτά τα άρβυλα, εγώ και ο ξάδερφος ο Λιάκος. Όταν ανεβήκαμε στο βουνό, τον Ιούλιο του ’47, εμφανίστηκα με το καλοκαιρινό μου το φόρεμα και τα πέδιλα, α ναι πρόλαβα και πήρα μια ζακέτα. Και ο Λιάκος με τα τσαρούχια. Αν δεν ήξεραν τους πατεράδες μας σίγουρα θα γελούσαν μαζί μας για μέρες. Εμένα πάντως αμέσως μου βρήκαν άρβυλα, μόνο που ήταν δύο νούμερα μεγαλύτερα. Έχωσα κάτι χαρτιά μέσα και τα βόλεψα κάπως. Του Λιάκου ήταν μικρά. Για μέρες κυκλοφορούσε με αυτά τα άρβυλα κρεμασμένα από το λαιμό του, δεν είχε που να τα ξεφορτωθεί. Πέρασε καιρός μέχρι να βρει άρβυλο στο νούμερο του. «Είναι Λάφυρο» –της περηφανεύτηκε. «Πέντε στρέμματα οργωμένο χωράφι ισοπεδώνει με μία του πατημασιά αυτό το άρβυλο. Ίδια με του Τσαμτσαμούδη την πατημασιά».

Υπάρχει ένα τέτοιο μέρος στο χωριό τους. Πάνω σε μεγάλο βράχο φαίνεται ένα βαθούλωμα που μοιάζει με αποτύπωμα μεγάλου ανθρώπινου ποδιού. Του Ταμτσαμούδη η πατημασιά, έτσι το λέγανε. Και του Λιάκου, εκεί που χάζευε χαρούμενος τα νέα του άρβυλα, του ξέφυγε αυτό ακριβώς. «Σαν του Τσαμτσαμούδη την πατημασιά, τέτοια αποτυπώματα θα αφήνω». Δεν έπρεπε να το πει φωναχτά. Κάποιος τον άκουσε και του το κόλλησε. Έγινε το αντάρτικο του ψευδώνυμο. Ο Τσαμτσαμούδης. Πολλοί στο βουνό με το έτσι θέλω πήραν ονόματα βουνών, αστραπών, βροντών και γενναίων κλεφτοκαπεταναίων. Ο Λιάκος έγινε ο Τσαμτσαμούδης. Του φορτώσανε και ένα «κροκόδειλο»* και μέσα στον αχό της μάχης συχνά ακουγότανε οι φωνές των ανταρτών «βάρα τους με τον κροκόδειλο ρε Τσαμτσαμούδη». Τους βάραγε. Πολλές φορές έσωσε την κατάσταση με τον «κροκόδειλο» του. Το «Τσαμτσαμούδης» όμως του έμεινε.»

Πρέπει να τους ξεφύγαμε. Σταμάτησαν να μας ακολουθούν. Μπορεί να φοβούνται μήπως στήσουμε ενέδρα. Λίγο πιο πάνω είναι ένα πλάτωμα. Θα σταματήσουμε να πάρουμε καμιά ανάσα. Θα βρει και η Τζώνα σου κάτι να φάει, είπε ο Φάνης. Η φράση του δεν ακούστηκε ακριβώς έτσι. Οι λέξεις έβγαιναν μία – μία με μεγάλες παύσεις μεταξύ τους, ακολουθώντας τον ρυθμό της λαχανιασμένης αναπνοής του διμοιρίτη.

Στο πλάτωμα η Δρόσω κατέβασε από το σαμάρι του μουλαριού ένα πάνινο σακί και για ώρα έτριβε την μουσκεμένη ράχη του ζωντανού. Επαναλάμβανε τις κινήσεις που έκανε ο πατέρας της όταν ξέζευε τα ζωντανά στην επιστροφή από το χωράφι. Μετά την σκέπασε με την κουβέρτα της. Ψαχούλεψε στο σακίδιο της και βρήκε δύο κομμάτια παξιμάδι. Μπορεί να ήταν και ψωμί τόσο μπαγιάτικο και ξερό που έμοιαζε παξιμάδι. Το ένα το έδωσε στην Τζώνα και το άλλο θρυμματίζοντας το σε μικρότερα κομμάτια άρχισε να το τρώει η ίδια. Δεν κάθισε. Φοβόταν μήπως νυστάξει και την πάρει ο ύπνος ακόμα και για πέντε λεπτά. Θα την ξυπνούσαν και μετά θα της ήταν δύσκολο να συνέλθει, θα έτσουζαν τα μάτια της και το στόμα της θα το ένιωθε θεόπικρο. Σαν να είχε καπνίσει ένα σωρό τσιγάρα. Δεν κάπνιζε, προσπαθούσε όμως να το φανταστεί. Είχε ακούσει τους άλλους να το λένε και της έμεινε. Περπατούσε λες και από κεκτημένη ταχύτητα. Περνούσε ανάμεσα στους συναγωνιστές ρίχνοντας τους γρήγορες ματιές, ευτυχώς κανένας τους δεν είχε ανάγκη την βοήθεια της. Κάποιοι είχαν ανάψει κιόλας τσιγάρο. Το καταλάβαινε από τις σχεδόν ακουμπισμένες στο στόμα χούφτες τους και από την αχνή κόκκινη αναλαμπή στο πρόσωπό τους. Είχαν καθίσει στις παρυφές του δάσους. Πίσω τους οι οξιές ύψωναν προστατευτικό τοίχος, μαύρο στο φως τού σούρουπου. Το χιόνι δεν κατάφερε να φτάσει στο έδαφος και το χώμα κάτω από τα δέντρα έδειχνε και αυτό μαύρο. Λίγο πιο μέσα ξάσπριζε με την λεπτή του στρώση από χιόνι ένα ξέφωτο, υπήρχε όμως κάτι που χαλούσε την ομοιομορφία του λευκού στο ξέφωτο, ένας σωρός από φύλλα και κλαριά. Η Δρόσω γνώριζε τι μπορεί να κρύβει. Και άλλα τμήματα πρέπει να είχαν ακολουθήσει αυτή την διαδρομή υποχώρησης. Και κάτω από τέτοιους σωρούς έκρυβαν, ποτέ της δεν θα χρησιμοποιούσε την λέξη «έθαβαν», τους νεκρούς πια συναγωνιστές. Κάθε φορά που συναντούσε τέτοιους σωρούς δεν άντεχε να μην τους πλησιάσει. Καθόταν ακίνητη, με το βλέμμα καρφωμένο στα στοιβαγμένα κλαριά και προσευχόταν, ναι προσευχόταν, ο σωρός να μην κρύβει κάποιον δικό της. Για τις ψυχές τους; Υπήρχαν; Ποιος ξέρει. Παλιά, πριν τον πόλεμο, όταν η ζωή έμοιαζε ταχτοποιημένη υπήρχαν. Αυτές οι σκέψεις προϋποθέτουν την ηρεμία μιας κάποιας μόνιμης ειρηνικής εγκατάστασης και όχι το αδιάκοπο κυνηγητό της αντάρτικης ζωής. Μπορεί να την απασχολούσαν ξανά μετά από χρόνια, αν επιβίωνε. Ούτε αυτό το σκεφτόταν. «Όταν ο φόβος του θανάτου εισχωρήσει μέσα σου, έχεις σχεδόν ηττηθεί. Καλύτερα να πας να παραδοθείς, έτσι μπορεί και να φανείς πιο χρήσιμος για τον αγώνα.» (σ.σ. Ας μην πέσουμε στην λούμπα και αποδώσουμε τέτοιες σκέψεις στην Δρόσω). Στεκόταν μπρος στον σωρό των κλαδιών και επαναλάμβανε άφωνη «Θεέ μου ας μην είναι κάποιος δικός μου εκεί μέσα» το μισό της σόι ήταν στο βουνό και ήδη μερικούς τους είχε χάσει. Και τότε είναι που είδε το τόσο γνωστό της άρβυλο του Λιάκου. Προεξείχε από τον σωρό και μάλιστα της φάνηκε πως κουνιόταν. Σίγουρα υπήρχε πιο ακριβής όρος για να περιγράψει κανείς αυτή την κίνηση, αλλά η Δρόσω δεν τον γνώριζε. Αυτοδίδακτη νοσοκόμα του βουνού ήταν.

Ο Φάνης ο διμοιρίτης άκουσε την τρομοκρατημένη κραυγή της Δρόσως. Τινάχτηκε όρθιος, ο δείκτης του δεξιού του χεριού ακούμπησε την σκανδάλη του αυτόματο του και έτρεξε προς το μέρος της. Την είδε γονατιστή στο πλάι ενός σωρού από κλαριά να προσπαθεί να τραβήξει κάτι έξω από αυτόν τον σωρό. Στην αρχή του φάνηκε πως ήταν ένα μεγάλο κλαρί και ήταν έτοιμος να της βάλει και κατσάδα. Ο εχθρός, όσο να ’ναι, ήταν κοντά και όλος αυτός ο θόρυβος και οι κραυγές θα μπορούσε να προδώσουν την θέση τους. Τον είδε και τον υποδέχτηκε έξαλλη:

—Ζει Φάνη μου ζει! Ζωντανό τον χώσανε μέσα!

 Ο Φάνης δεν καταλάβαινε τίποτα, προσπάθησε να την πιάσει από τους ώμους

—Μην μ ακουμπάς! Σου λέω ζωντανό τον έχωσαν!

 Μόνο τότε ο Φάνης πρόσεξε πως αυτό που κρατούσε η Δρόσω στα χέρια της δεν ήταν κλαρί. Προσπάθησε να την απομακρύνει, δεν τα κατάφερε. Η κοπέλα στεκόταν εκεί πλάι στο σωρό και προσπαθούσε να τραβήξει το πόδι. Δεν θα μπορούσε με τίποτα να την μετακινήσει.

—Το πόδι του είναι ζεστό και κουνιέται –είπε με σπασμένη φωνή η Δρόσω–Βοηθήστε με! Ζει ακόμα!

Οι μαχητές της διμοιρίας, που είχαν πλησιάσει, δεν περίμεναν την διαταγή του Φάνη, είχαν πλησιάσει και είχαν αρχίσει να απομακρύνουν τις κλάρες από την σωρό. Το επαναλαμβανόμενο σχεδόν ψιθυριστό «Ζει ακόμα! Ακόμα Ζει!» τους παρότρυνε να συνεχίσουν παρόλο που διαισθανόταν πως το θέαμα που θα αντίκριζαν θα ήταν φριχτό. Μεθοδικά απομάκρυναν τα κλαριά. Ήταν τέσσερεις. Οι τρείς είχαν χτυπηθεί στο στήθος και ήδη τα χέρια τους είχαν παγώσει στην στάση που τους είχαν αποθέσει. Ο τέταρτος ήταν όντως ο Λιάκος ο Τσαμτσαμούδης, του είχαν επιδέσει το κεφάλι και ο επίδεσμος ήταν νοτισμένος. Έτρεμε. Ήταν ζωντανός. Τον τράβηξε σέρνοντας τον μακριά από τους άλλους. Τα παιδιά της διμοιρίας άρχισαν αμέσως ξανά να τους σκεπάζουν. Ψαχουλευτά έβγαλε από το σακίδιο της ότι χρειαζόταν καθάρισε εκ νέου τα τραύματα. Ο Θάνος έτρεμε. Έστρωσε στο έδαφος μια κουβέρτα που της έδωσε κάποιος από τους μαχητές και απόθεσε πάνω της τον Λιάκο. Τον τακτοποίησε έτσι που το κεφάλι του να είναι σταθερά πάνω στην κουβέρτα. Τα πόδια του προεξείχαν και σίγουρα θα χτυπούσαν στο χιόνι αφήνοντας μιαν αυλακιά σαν να πέρασε μεγάλο βαρύ έλκηθρο. Αν πράγματι τους ακολουθούσαν «αυτοί» θα ήταν ο σταθερός οδηγός τους. Μπορεί όμως και να μην έδιναν σημασία. Τόσα ίχνη πατημασιών στο χιόνι είχαν στην διάθεση τους.

Συνέχισαν την πορεία τους. Προπορευόταν η Δρόσω που οδηγούσε κρατώντας από τα γκέμια την Τζώνα. Το βήμα της τώρα ήταν βιαστικό στο μυαλό της μια χορωδία τραγουδούσε ένα ζωηρό εμβατήριο. Τα πόδια της ασυναίσθητα ακολουθούσαν τον ρυθμό του. Σίγουρα είχε την αγωνία της για τον Θάνο. Μα ένιωθε ανακουφισμένη. Ή μήπως ανάλαφρη; «Ο δάσκαλος ο κύριος Παναγιώτης ας έβρισκε την σωστή διατύπωση, ή ο Φάνης, ο διμοιρίτης, αυτός πάντα πεταγόταν και έλεγε την σωστή απάντηση. Ποιος ξέρει μπορεί να ήταν καλός μαθητής, είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Τώρα είναι διμοιρίτης και έχει βρει για τον εαυτό του το ψευδώνυμο ο “Έλατος”, με το μπόι του δεν ήταν η σωστή επιλογή. Τι το χρειαζόταν; Το “Φάνης” μια χαρά όνομα είναι και ο ίδιος μια χαρά παλικάρι».

Πού και πού η Δρόσω σήκωνε το κεφάλι της στον σκοτεινό πια ουρανό. Τα άστρα φιλικά της έκλειναν το μάτι, τους το ανταπέδιδε. Ακολουθούσαν οι τέσσερεις μαχητές που κουβαλούσαν τον βαριά τραυματία Τσαμτσαμούδη, τα σακίδια τους τα είχανε φορτώσει στο μουλάρι, τα άλλα παιδιά τα διμοιρίας και τελευταίος με την πλάτη γυρισμένη στους υπόλοιπους ως οπισθοφυλακή ο Φάνης.

Το γράμμα του Τσαμτσαμούδη

Τασκένδη Φεβρουάριος του 1953, τέσσερα χρόνια μετά.

Ο Φάνης, το αντάρτικο του όνομα «Έλατος» έμεινε στα βουνά του Γράμμου, έφτασε στην αίθουσα μισή ώρα πριν την έναρξη της εκδήλωσης των πολιτικών προσφύγων για τη δέκατη επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ. Ήταν αγχωμένος. Θα εκφωνούσε τον πανηγυρικό για την σύντομη μεν ηρωική δε διαδρομή της οργάνωσης. Δύο μήνες δούλευε αυτή την ομιλία, ζύγιαζε την κάθε λέξη που χρησιμοποιούσε. Ήθελε ό,τι έλεγε να είναι κατανοητό από τους συναγωνιστές μα και να αποδίδει σωστά το νόημα των όσων ήθελε να πει. Είχε χαρεί με την τιμή που του έκαναν, δεν είναι μικρό πράγμα να αναθέτουν σε έναν πρωτοετή φοιτητή της Ιστορίας να εκφωνήσει τον πανηγυρικό μιας τέτοιας επετείου. Είχε πείρα με τις ομιλίες. Το 1945 είχε αλωνίσει όλο τον νομό Ροδόπης εκλαϊκεύοντας την απόφασή της 12ης ολομέλειας και το Πρόγραμμα της Λαϊκής Δημοκρατίας. Οι χωρικοί τον άκουγαν με προσοχή, το καταλάβαινε από τις διευκρινιστικές ερωτήσεις τους. Θα τα κατάφερνε και τώρα.

Για μέρες ζάλιζε τη σύντροφο του, τη Δρόσω, διαβάζοντάς της αποσπάσματα. Πρέπει να τα διάβαζε δυνατά γιατί ο γείτονας τους ο Κίμωνας ο χωρατατζής μια μέρα τον καλημέρισε απαγγέλλοντας:

Κάστρο δεν ήταν, μα άντεξε σαν Κάστρο.
Ολάκερη μια μέρα και βωμός
υψώθηκε κι ολόκληρο σαν άστρο
στην αίγλη του το πήρεν ο ουρανός.  

Τρία παιδιά, τρεις νέοι, τρεις επονίτες
ήταν οι μόνοι άξιοι του φρουροί
και γύρω ένα τσούρμο γκεσταπίτες,
τσολιάδες, καστροπάρτες Γερμανοί.

Αναγκάστηκε τις αναγνώσεις του να τις κάνει ψιθυρίζοντας, τόσο που μια δυο φορές τη Δρόσω την πείρε ο ύπνος πάνω στο καλύτερο. Κουρασμένη ήταν. Δούλευε σε ένα εργοστάσιο αρωματοποιίας και τα βράδια ακολουθούσε τα μαθήματα του νυχτερινού σχολείου. Το όνειρό της ήταν να γίνει μαία και χωρίς το απολυτήριο της μέσης εκπαίδευσης δεν γινόταν ούτε να πλησιάσει τη σχολή.

Μια μέρα πριν την εκδήλωση για την επέτειο ο Φάνης έδειξε την ομιλία του στον κομματικό γραμματέα της πολιτείας τους. Τη διάβασε προσεκτικά, ακολουθώντας τις σειρές με ένα κόκκινο μολύβι. Μια δύο φορές το μολύβι επέστρεψε και αιωρήθηκε ξανά πάνω από κάποια σημεία αφήνοντας το χαρτί ανέπαφο. Μάλιστα τον πένεψε: «Μπράβο σου. Τα κατάφερες. Θα μας βγάλεις ασπροπρόσωπους. Στην εκδήλωσή μας θα είναι και ο πατριώτης σου ο Μπάρμπας το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής. Έχει έρθει για λίγες μέρες από τη Ρουμανία. Ξέρεις τώρα, δουλειές του Κόμματος.»

Τι το ήθελε και το είπε. Όλο το βράδυ ο Φάνης δεν κοιμήθηκε, τριγύριζε στο κρεβάτι κατάφερε να ξυπνήσει τη Δρόσω να φάει και κατσάδα. Αυτήν δεν την φοβέριζε η παρουσία του Μπάρμπα. Η αντίδραση της ξάφνιασε τον Φάνη. «Τον γνωρίζω. Έχει φάει μαζί μας στο σπίτι του παππού μου όχι μία και δύο φορές, τι αγχώνεσαι μια χαρά απλός άνθρωπος είναι. Θα δεις. Ούτε ο Λιάκος τον φοβάται». Αυτό και αν ήταν επιχείρημα. Ο Λιάκος ο Τσαμτσαμούδης, ο ξάδερφος της Δρόσως, ήταν το πιο ακατάλληλο παράδειγμα. Δεν φοβόταν τίποτα. Αν του έλεγε για τον Μπάρμπα σίγουρα θα του απαντούσε: «Από τότε που η Δρόσω με έβγαλε από τον σωρό με τους νεκρούς δεν φοβάμαι τίποτα. Τον Μπάρμπα, που τον έχω γνωρίσει κιόλας, να φοβηθώ;» Αλλά με τον Λιάκο ποτέ δεν μπορούσε κανείς να είναι σίγουρος, μπορεί και να μην ερχόταν στην εκδήλωση, τις βαριόταν όλες αυτές τις επετειακές μαζώξεις των προσφύγων. «Πολλά τα λόγια ξάδερφε. Τόσα πολλά που δεν τα αντέχω.» Σίγουρα δεν τα άντεχε, προτιμούσε τις νέες παρέες του στο εργοστάσιο που δούλευε. Εκείνον τον ανεμοπαρμένο τον Ντίμα. Παρασημοφορημένος τρείς φορές στο μέτωπο στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Συχνά ο Φάνης ρωτούσε τον Λιάκο πώς τα κατάφερε και κέρδισε ο φίλος του τα παράσημα τέτοιος κεβεζές** που ήταν. Του το ξέκοβε με ένα βροντερό «Έχουμε σταματήσει να μιλάμε για τέτοια. Τα κέρδισε πάντως με το σπαθί του». Φαντάσου ποια θα ήταν τα θέματα των συζητήσεων αυτών των δύο.

Ο Φάνης μπήκε στην ακόμα άδεια και σκοτεινή αίθουσα των εκδηλώσεων. Μια γρήγορη ματιά του ήταν αρκετή για να διαπιστώσει πως όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει την τελευταία φορά τον Νοέμβρη στον εορτασμό των 34 χρόνων από την ίδρυση του Κόμματος. Η μεγάλη λάμπα πάνω από τη σκηνή φώτιζε σαν προβολέας θεάτρου το μεγάλο στρωμένο με κόκκινο ύφασμα τραπέζι του προεδρείου και τις δύο σειρές καρέκλες αραδιασμένες πίσω από αυτό. Ακουμπισμένη πάνω στο κόκκινο τραπεζομάντηλο η ίδια καράφα. Ο Φάνης πίστευε πως αν άνοιγε το πώμα της θα του ερχόταν η μυρωδιά του πολυκαιρισμένου στάσιμου νερού. Τα πορτρέτα του Στάλιν και του Ζαχαριάδη ευθυγραμμισμένα με τις σημαίες την Σοβιετική και την Ελληνική. Μόνο το πανό με την επιγραφή «Ενωμένοι με την σκέψη στην Πατρίδα» έδειχνε αλλαγμένο. Είχε ξεκολλήσει η πάνω αριστερή γωνία του και γέρνοντας προς τα κάτω «απέμεινε ένα «“-ένοι” με την σκέψη στην Πατρίδα». Δεν ανησύχησε όμως μην και το παρεξηγήσουν, αυτοί που θα ερχόταν ήξεραν το σύνθημα απέξω κι ανακατωτά. Αν ήταν εδώ ο ξάδερφος ο Λιάκος ο Τσαμτσαμούδης, αυτός παραδόξως είχε κρατήσει το αντάρτικό του όνομα για επίθετο, θα έβρισκε να πει κάτι για αυτό το «-ένοι». Χοντράδα θα ήταν και ο Φάνης θα γέλαγε έτσι από ευγένεια.

Ανέβηκε στην εξέδρα. Ήθελε να έχει μια εικόνα της αίθουσας. Ευτυχώς ήταν σκοτεινή. Καλά θα ήταν να παρέμενε και το ίδιο ήσυχη. Φοβόταν τις αντιδράσεις του κοινού ακόμα και τις ακούσιες. Πάντα βρίσκεται κάποιος που θα τον πιάσει παροξυσμός βήχα. Στάθηκε πίσω από το βήμα. Έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του τα διπλωμένα χαρτιά της ομιλίας του, έβηξε και αυτός όπως κάνουν πολλοί ομιλητές από αμηχανία ή για να καθαρίσουν τον λαιμό τους και πριν προλάβει να απαγγείλει το εναρκτήριο «Συντρόφισσες και Σύντροφοι», από την αίθουσα ακούστηκε ένα δυνατό ροχαλητό. Κάποιος είχε τρυπώσει και χαλαρωμένος από τη ζέστη της αίθουσας έπαιρνε, κάπως καθυστερημένα, τον απογευματινό του υπνάκο. Ο Φάνης δεν είχε προσέξει την παρουσία του όταν μπήκε. Τον εντόπισε στην προτελευταία σειρά ακουμπισμένο με τον δεξί του ώμο στον τοίχο και με το κεφάλι χωμένο στο καπιτονέ σακάκι του. Ήταν ο ξάδερφος ο Λιάκος ο Τσαμτσαμούδης. Θα τον αναγνώριζε και μόνο από τις απλωμένες ποδάρες του με τις μπότες στο νούμερο του Ηρακλή…

Ο Λιάκος ο Τσαμτσαμούδης, πάντα ένιωθε κάτι που τελείωνε σε «-ένος», ας πούμε κουρασμένος, ειδικά τα απογεύματα σαν το σημερινό, κρύο και χειμωνιάτικο, γεμάτο κούραση και μια κάποια χαλαρότητα από την βότκα που ήπιαν με τον Ντίμα στην καντίνα του εργοστασίου. «Είναι η καλύτερα εφοδιασμένη καντίνα της Τασκένδης. Μόνο εδώ και στην καντίνα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ουζμπεκιστάν θα βρεις σαρδέλες από την Ρίγα. Φαντάσου φίλε ταξίδεψαν από την Λετονία ειδικά να της φάει η αφεντιά σου». Τον παρέσυρε ο Ντίμα, όχι πως ο Λιάκος έφερε μεγάλη αντίσταση. Στο επιχείρημα «πρέπει να είμαι στην ώρα μου στην εκδήλωση θα μιλήσει ο Φάνης» ο Ντίμα απάντησε με το ακαταμάχητο «μαζί θα πάμε». Δεν θα ερχόταν μα θα θύμιζε στον Λιάκο πως πλησιάζει η ώρα. Η κουβέντα τους εύκολα ξεστράτισε στο αν ο φίλος του Λιάκου ο Ρώσος Ντίμα καταλαβαίνει ελληνικά, έτσι ούτε που κατάλαβαν πότε αδειάσαν το μισό κιλό βότκα. Και αυτές τις σαρδέλες της Ρίγα τι τις ήθελαν. Έφεραν στην κουβέντα τους τις σαρδέλες της Καλλονής και έπρεπε ο Θάνος να εξηγήσει με τα φτωχά ρώσικα του πολλές καινούργιες για τον φίλο του έννοιες όπως νησί, Μυτιλήνη, Καλλονή, ούζο. Την Μυτιλήνη την θυμόταν αμυδρά από τον κρεμασμένο πλάι στο μαυροπίνακα χάρτη της Ελλάδας. Και την ελαστικότητα του αυτιού του την θυμόταν όταν τον έπιασε αδιάβαστο ο δάσκαλος για αυτά τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. «Αύριο Λιάκο να τα έχεις μάθει όλα νεράκι. Δεν μπορεί ο γιός ενός ήρωα να μην γνωρίζει τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Το φαντάζεσαι πως θα αντιδράσει ο πατέρας σου;» Το φανταζόταν. Δεν αντιδρούσε, απλά θα κουνούσε το κεφάλι του. Την κατσάδα και την τιμωρία την έτρωγε από τη μάνα του. Να γυρίσει κανείς στο χωριό από τρεις πολέμους ζωντανός και παρασημοφορημένος σίγουρα είναι ηρωική πράξη. Ο πατέρας του μπορεί να καμάρωνε στο καφενείο όταν οι άλλοι μιλούσαν για τα ανδραγαθήματά του στο μέτωπο της Μακεδονίας στην Ουκρανία και στην Ανατολική Θράκη. Του ιδίου του έφτανε το ότι επέστρεψε σπίτι ζωντανός και αρτιμελής.

Αυτά λοιπόν για τη Μυτιλήνη τις σαρδέλες και τα ούζα της. Πάντα του θύμιζαν την ελαστικότητα του αυτιού του και παραδόξως την οικογένειά του στην Ελλάδα. Με την ξαδέρφη του τη Δρόσω την γυναίκα του Φάνη, είχαν αποκοπεί από τους υπόλοιπους της οικογένειας, ακολουθώντας την ηρωική πορεία της ομάδας των ενισχύσεων από την Θράκη στον Γράμμο τον Ιούνιο του 1948. Δεν ήξερε τι είχαν απογίνει. Οι φήμες έλεγαν πως είχαν σκοτωθεί. Τις πίστεψε και νόμισε πως αυτός και η Δρόσω ήταν οι μόνοι έμειναν ζωντανοί από όσους ανεβήκαν το καλοκαίρι του ’47 στο βουνό, πατέρας, αδερφές, μπαρμπάδες.

Ο Λιάκος κοίταξε προς τη σκηνή, εντυπωσιάστηκε ξανά με το «-ένοι» στο πανό. Επανέλαβε στον εαυτό του «αυτή την ώρα επιθυμώ να είμαι κάτι από όλα αυτά τα «-ένος» που κατά καιρούς μου έρχονται στο μυαλό. Οτιδήποτε: σουρωμένος, αποκαμωμένος, μπερδεμένος, να κάτσω σε μια καρέκλα και να γίνω βολεμένος. Διάλεξε προσεχτικά την καρέκλα που θα καθόταν. Βολεύτηκε απλώνοντας τα κανιά του, ακούμπησε στον τοίχο χωρίς να βγάλει τον σκούφο του και μουρμουρίζοντας άρχισε να αραδιάζει όλα τα άλλα «-ένος» που του ερχόταν εκείνη την στιγμή: κουρασμένος, λερωμένος, πεινασμένος, ζαλισμένος, νυσταγμένος, βλαμμένος, χαμένος, χεσμένος. Όλα αυτά τα επίθετα λειτούργησαν νανουριστικά σαν να μετρούσε προβατάκια για να κοιμηθεί. Δεν ξαγρύπνησε ούτε και με την λέξη επίθετο που εμφανίστηκε από κάποια κρυψώνα της μνήμης όπου είχαν βρει καταφύγιο όλες οι άχρηστες γνώσεις του Δημοτικού. Ναι του έμειναν άχρηστες. Με το που το τελείωσε την έκτη τον έστειλαν στην στάνη στο βουνό να φυλάει τα πρόβατα. Εκεί στο βουνό με τα ζωντανά η λέξη επίθετο του ήταν τελείως άχρηστη, μια χαρά τα βόλευε με σκέτα επιφωνήματα και σφυρίγματα. Συνειδητά απέφευγε να απαντήσει στο ερώτημα αν ήθελε να συνεχίσει στο γυμνάσιο άσε που κανένας δεν του έκανε ποτέ αυτή την ερώτηση. Ο πατέρας μπορεί και να ήθελε μα με τα τέσσερα αδέρφια που ακολουθούσαν, τα χρήματα δεν έφταναν. Και σε ποιον έφταναν Λυπημένος, γεροδεμένος, ανδρειωμένος, κουρασμένος, κουρασμ….

Τον ξύπνησε ένα ελαφρύ σκούντημα στον ώμο. Τινάχτηκε.

Άνοιξε τα μάτια του και είδε την τόσο γνωστή φάτσα του Φάνη. Του χαμογελούσε.

«Έλα ξύπνα, θα αρχίσουν να έρχονται και οι άλλοι.»

«Κοιμήθηκα. Ε; Ούτε που το κατάλαβα πώς τον άρπαξα. Η Δρόσω;»

«Εδώ είναι η ξαδέρφη σου. Δεν με άφησε να σε ξυπνήσω. Ξέρεις είναι και ο Μπάρμπας εδώ. Χάρηκε που τον πανηγυρικό της ημέρας θα τον εκφωνήσει πατριώτης του. Θέλει να μας δει όλους που είμαστε από την Κομοτηνή. Όπως βλέπεις δεν δυσκολεύτηκα να τους βρω. Πόσοι απομείναμε;»

Ο Λιάκος τσίμπησε και απάντησε στην ερώτηση του Φάνη, σαν σε δάσκαλο που μετρούσε τις γνώσεις του:

Στην Πολιτεία μας; Εσύ η Δρόσω και εγώ. Τέσσερις μαζί με τον Μπάρμπα. Ξέχασα κάποιον;

Ωραία. Μετά το τέλος μένεις εδώ. Έλα να καθίσεις πιο μπροστά. Μην φοβάσαι δεν θα σε σηκώσουν να πεις μάθημα. Και μην κοιμηθείς ξανά.

 Ο Φάνης και τα αστεία του. Και να ήθελε o Λιάκος δύσκολα θα κοιμόταν ξανά. Τον είχε αναστατώσει αυτό το «είναι ο Μπάρμπας εδώ».

Η εκδήλωση προχωρούσε ακολουθώντας την πεπατημένη όλων αυτών των εκδηλώσεων στις οποίες παραβρέθηκε ο Λιάκος τα τελευταία δύο χρόνια. Η ομιλία του ξαδέρφου ήταν όντως πολύ καλή και χειροκροτήθηκε θερμά. Η χορωδία των συναγωνιστών είπε σωστά, χωρίς φάλτσα και με πάθος τα τραγούδια των αγώνων. Μα όλα αυτά δεν ήταν η ΕΠΟΝ αλλά ο απόηχος της, έτσι όπως είχε φτάσει εδώ στην Τασκένδη τόσο μακριά από την γενέτειρα της, εκείνο το σπίτι στους Αμπελόκηπους της Αθήνας. Πού τους ήξερε τους Αμπελοκήπους ο ξάδερφος ο Φάνης; Πέρα από το παζάρι και το Γυμνάσιο της Κομοτηνής δεν είχε πάει. Το πιο μακρινό τους ταξίδι ήταν η πορεία τους μέσα από τα βουνά από τη Θράκη ως τον Γράμμο. Ναι αυτή ήταν μία δύσκολη αιματοβαμμένη μακριά πορεία. Για τον Λιάκο τον Τσαμτσαμούδη η ΕΠΟΝ ήταν κάτι τελείως διαφορετικό, η γιορτή της απελευθέρωσης, η μέθη της νίκης έτσι όπως την έζησε στο χωριό το Φθινόπωρο του 1944. Πάνε αυτά. Τελείωσαν. Εδώ τόσο μακριά τα αντικατέστησαν αυτές οι επετειακές εκδηλώσεις. Με τις ομιλίες, τις χορωδίες και τα χορευτικά συγκροτήματα με τις πρόχειρα φτιαγμένες φουστανέλες, με τους συντρόφους κορδωμένους στο τιμητικό προεδρείο. Μόνο ο Μπάρμπας έδειχνε να κάθεται φυσικά εκεί πάνω. Θέμα συνήθειας. Ποιος ξέρει σε πόσες τέτοιες εκδηλώσεις είχε παραβρεθεί και σε πόσες είπε τα ίδια με σήμερα εμψυχωτικά λόγια. Τελικά αυτές οι σαρδέλες της Ρίγα πρέπει κάτι να είχαν. Τόσες πολλές σκέψεις μέσα σε μια ώρα σπάνια έκαναν την χάρη να περάσουν από την κούτρα του Λιάκου του Τσαμτσαμούδη….

Ο Μπάρμπας γνώριζε πως το στελεχικό δυναμικό των πόλεων στις οποίες είχαν εγκατασταθεί οι μαχητές του ΔΣΕ, ο όρος πολιτικοί πρόσφυγες του φαινόταν ξένος, του είχε κολλήσει το παρατσούκλι «ο Επιθεωρητής». Δεν συμφωνούσε αλλά το χαιρόταν, ήλπιζε μάλιστα να είχαν δει ή διαβάσει το έργο του Γκόγκολ. Ο ίδιος προτιμούσε το Μπάρμπας. Του έδινε την ψευδαίσθηση του αγαπητού στους συναγωνιστές. Δεν είχε καμία δουλειά να κάθεται σαν καρφωμένος και στρυμωγμένος ανάμεσα στους Υπεύθυνους συντρόφους της Τασκένδης. Να καμαρώνει φωτισμένος λες και έπαιρνε μέρος σε μια χαζή παράσταση. Το είχε πει και στην Κεντρική Επιτροπή πως προτιμούσε αντί να τον σέρνουν σε συνεδριάσεις, συσκέψεις και εκδηλώσεις να επισκέπτεται τα σπίτια των συντρόφων, να καθίσει στο τραπέζι τους, να ρίξει μια ματιά και να δει τι μαγείρευαν στο τσουκάλι τους και να κουβεντιάσουν όπως θα κουβέντιαζαν αν βρισκόταν στην πλατεία του χωριού τους. Δεν γινόταν δυστυχώς. Έτσι περιοριζόταν στις κουβέντες που ξέκλεβε στο τέλος των εκδηλώσεων σαν την σημερινή για την επέτειο της ίδρυσης της ΕΠΟΝ. Άκουσε με προσοχή τον πατριώτη του τον Φάνη. Τα πήγαινε καλά στην ομιλία του. Τον κοίταξε προσεχτικά. Δεν τον γνώριζε. Έδειχνε πολύ νέος ακόμα. Πρέπει να ανέβηκε στο βουνό μόλις αποφοίτησε από το γυμνάσιο. Αν πρόλαβε να αποφοιτήσει. Ωραία και στρωτή ομιλία, χωρίς λάθη και με καθαρό το νόημα. Θα ήθελε να δει το χειρόγραφό της. Ο παλιός δάσκαλος μέσα του δεν τον εγκατέλειπε ποτέ. Πόσα πολλά μπορούσε να μάθει για κάποιον μελετώντας τα χειρόγραφά του. Πόσοι να ήταν οι πατριώτες του σε αυτή την πολιτεία; Πόσοι επέζησαν από αυτούς που συμμετείχαν στην μεγάλη πορεία από τα βουνά της Ροδόπης ως τον Γράμμο και μετά στις μάχες του Γράμμου; Μόνο τρεις. Έτσι του είπαν.

Μετά το τέλος της εκδήλωσης τον πλησίασε ο ομιλητής ο Φάνης συνοδευόμενος από μία κοπέλα και έναν ψηλό νέο. Την κοπέλα την γνώρισε αμέσως η Δρόσω η ανιψιά του φίλου του, του Μιλτιάδη και ο …. Αδύνατον! Ο άλλος ήταν ο Λιάκος ο γιός του Μιλτιάδη. Ο νεκρός γιός του φίλου του. Ο ίδιος είχε δει την ειδοποίηση για τον θάνατο του

στη μάχη της Φλώρινας.

«Λιάκο παιδί μου εσύ είσαι; Ζεις;» ο Μπάρμπας έδειχνε αποσβολωμένος «Οι αδερφές σου και ο πατέρας σου σε έχουν για σκοτωμένο.»

«Ζουν;»

«Βεβαίως και ζουν. Βρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία.»

«Εγώ ζω χάρη στη Δρόσω, με τράβηξε και με έβγαλε από ένα σωρό σκοτωμένων συναγωνιστών σκεπασμένο με κλάρες. Η μονάδα της φαίνεται πως περνούσε τυχαία από εκείνο το σημείο υποχωρώντας μετά από την μάχη της Φλώρινας»….

Από το σημείο αυτό και μετά η αφήγηση παίρνει την μορφή ασπρόμαυρης ταινίας. Ο γράφον θέλει να κρατήσει μία απόσταση από τους ήρωες του. Ο Μπάρμπας δείχνει πραγματικά αναστατωμένος. Βγάζει από την τσέπη του χαρτί και μολύβι και τα δίνει στον νεαρό που ο συγγραφέας τον έχει ονομάσει Λιάκο. Ο νεαρός κάθεται σε ένα από τα καθίσματα της πρώτης σειράς. Ακουμπάει στο γόνατο του το χαρτί και γράφει. Από τις εκφράσεις του προσώπου του γίνεται αντιληπτό πως το γράψιμο τον δυσκολεύει. Ο Μπάρμπας όρθιος πάνω του παρακολουθεί με ενδιαφέρον τι γράφει ο νεαρός. Το περιεχόμενο του γράμματος θα μπορούσε να είναι:

«Αγαπητή μου αδερφή. Είμαι ζωντανός. Είμαι καλά. Σήμερα συνάντησα εδώ στην Τασκένδη τον Μπάρμπα και μου είπε πως όλοι σας είστε ζωντανοί και καλά στην υγεία σας. Η χαρά μου είναι μεγάλη. Είχα ακούσει για εσένα και για τον Πατέρα πως χαθήκατε, μα ευτυχώς δεν είναι αλήθεια. Λάθος μου πως στις εδώ καταστάσεις με έγραψαν με το αντάρτικο μου ψευδώνυμο Τσαμτσαμούδης. Μαζί μας εδώ είναι και η Δρόσω η ξαδέρφη μας και ο άνδρας της ο Φάνης από την Ξυλαγανή, μπορεί και να τον θυμάσαι. Αυτή μου έσωσε την ζωή. Η διεύθυνση μου είναι…. Σας φιλώ. Ο αδερφός σου ο Λιάκος»

Ο Μπάρμπας διαβάζει στα πεταχτά τα γραφόμενα. Δείχνει να του αρέσει το περιεχόμενο του γράμματος. Το διπλώνει προσεχτικά και το μαζεύει στην τσέπη του σακακιού. Συνεχίζουν την κουβέντα τους για λίγο ακόμα. Η Δρόσω ο Φάνης και ο Λιάκος χαιρετούν με σεβασμό τον Μπάρμπα και απομακρύνονται προς την έξοδο της αίθουσας. Ο Λιάκος ταχτοποιεί το βαρύ καπιτονέ πανωφόρι του, γυρίζει για μια στιγμή και βλέπει τον Μπάρμπα να στέκεται μπροστά στην εξέδρα της αίθουσας. Tον πλησιάζουν οι Υπεύθυνοι Σύντροφοι για να τον συνοδέψουν ως το κατάλυμα του. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μουρμουράει μπροστά στον καθρέφτη «Ακούς εκεί στις καταστάσεις να δηλωθεί Τσαμτσαμούδης».

Κινηματογραφικά το αφήγημα αξίζει να έχει ευτυχές τέλος. Ο γράφων, που έχει το πλεονέκτημα να γνωρίζει τις μοίρες των ηρώων, το επιβεβαιώνει. Πάντα όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες. Και έζησαν αυτοί καλά δηλαδή; Ναι. Γιατί όχι;

*Γερμανικό πολυβόλο MG 42.
**Πολυλογάς, φλύαρος, φαφλατάς στην ποντιακή διάλεκτο. Προέρχεται από το τούρκικο geveze, δάνειο του αντίστοιχου περσικού, με την ίδια σημασία.