Ημερολόγιο 202: Η Πυροσβεστική καλεί τον Ασάφ για εξηγήσεις (λίγο καθυστερημένα) / Ο Ερντογάν “βολτάρει” / Γκαλίνα Ρίμπου | Δημήτρης Τζουμάκας

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημαby mandragoras

 

18.10.19 Παρασκευή όλη την ημέρα με καταρροή μέσα και με ολίγα ρίγη. Έχω και τις εξετάσεις, τις ωραίες ενδοσκοπήσεις μου την Τετάρτη. Πάνω που έστρωσε το στομάχι μου πρέπει να πάρω καθαρκτικά.

Βλέπω στο τραπέζι του θυρωρού πρόσκληση στον Assaf Safwan για να μεταβεί στην πυροσβεστική υπηρεσία Αθηνών να καταθέσει για την πυρκαγιά που έγινε στο διαμέρισμα του –στον από πάνω όροφο από μένα– την 1 Σεπτεμβρίου του 2018. Ζητάνε την κατάθεσή του μετά από 14 μήνες! Φανταστικό! Τι θυμηθήκανε! Στη γραφειοκρατία πρώτοι. Έτσι περιμένουμε να βγει και η δική μου σύνταξη μετά θάνατον, σαν χελώνα. Ο Ασάφ δεν ξέρει γρι ελληνικά αλλά αυτό δεν εμποδίζει την κατάθεση αφού υπάρχουν διερμηνείς στο άψογα οργανωμένο πολυπολιτιστικό μας κράτος. Άλλωστε ο Ασάφ θα τους δείξει: «Μπουμ» έκανε το γκαζάκι και κάηκαν οι κουβέρτες, το σακάκι, τα κουφώματα και το διαβατήριο.

Ο Ερντογάν προελαύνει μέσα στην τρελή χαρά στη Συρία για καλά. Ο πολύς και μέγας Μάο Τσε Τουγκ είπε ότι η δύναμη βρίσκεται στην άκρη του τουφεκιού κι ο θρασύτατος Μωαμεθανός, ως καλός μαοϊκός τηρεί τη ρήση του μεγάλου Τιμονιέρη. Αλλά και πόσο έξω πέσανε οι πανεπιστημιακοί αναλυτές: «Στριμωγμένος ο Ερντογάν», «Δεν μπορεί να τα βάλει με τις εταιρείες και την Αμερική, την Ιταλία και τη Γαλλία που είναι από πίσω». «Αυτή η λυκοφιλία με τους Ρώσους θα τον καταστρέψει», «Όποιος παίζει σε δύο ταμπλό χάνει και στα δύο».

Μια χαρά τα πάει ο Ερντογάν, μοιράζει με τους ρώσους τα χωράφια στη Σύρια, μπήκε στην κυπριακή ΑΟΖ θα μοιράσει και τα πετρέλαια αφού δεν θέλανε να τον παίξουνε, κι όπως φαίνεται θα τους παίξει αυτός. Το «τουφέκι» που έλεγε ο ΜΑΟ και από πίσω 100 εκ. αναλώσιμοι τούρκοι σαν τους κινέζους.

Σαν σήμερα στις 18 Οκτώβρη του 1920 γεννήθηκε η Μελίνα Μερκούρη. Θα αναστηθεί λέει όταν επιστρέψουν τα Ελγίνεια του Παρθενώνα. Τώρα τη δουλειά την κάνει η κυρία Μενδώνη σαν καλή νοικοκυρά: τα αρχαία μάρμαρα σε κοινή θέα στην ελεύθερη αγορά, στα πόδια της ρουλέτας.

Διαβάζω ένα κείμενο του Τσαλαπάτη πάλι στην Εφημερίδα των Συντακτών 12.10.19 «Ο ήρωας και ο εαυτός του», από τα καλύτερα που έχω διαβάσει σε καθημερινή εφημερίδα, σχετικά με θέματα λογοτεχνίας:

Τι είναι αυτό που διαχωρίζει έναν λογοτεχνικό ήρωα από ένα πραγματικό πρόσωπο; Ποιο είναι το στοιχείο αυτό που τέμνει την αλήθεια και το ψέμα με αιχμηρή απολυτότητα, στέλνοντας τους φανταστικούς ήρωες στις σελίδες των βιβλίων και τους ανθρώπινους ανθρώπους πίσω στις οικογένειές τους; Και μεις, από πού αντλούμε τις βεβαιότητές μας;

(…) Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε λογοτεχνικούς ήρωες και πραγματικούς ανθρώπους, αποφαίνεται ο Τσαλαπάτης. Υπάρχει μόνο διαχωρισμός ανάμεσα σε παρόντες και απόντες. Λογοτεχνικός ήρωας είναι ο άνθρωπος αυτός που είναι διαρκώς απών. Ακόμα και μέσα στην παρουσία του. Και ίσως τελικά όλοι αυτοί που φεύγουν να γίνονται λογοτεχνικοί ήρωες. Να αποχωρούν συνταξιοδοτημένοι από την πραγματικότητα στις απάνεμες σελίδες ενός σιωπηλού βιβλίου. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα εξηγούσε και το γεγονός πως κάποιες φορές η σιωπή του αναγνώστη μπροστά στο βιβλίο έχει κάτι το πένθιμο.

19.10.19 Σάββατο. Κρυωμένος, συνεχίζεται ο εγκλεισμός μου. Τα γνωστά: κάνω μπάνιο και κρυώνω. Ανοίγω το παράθυρο βλέπω τον ήλιο με τους 27 βαθμούς και φτερνίζομαι. Ίωση, όχι γρίπη που αρχίζει με καταρροή, φτερνίσματα και μετά βήχας. Διαβάζουμε ποίηση:

O πατέρας μου κοιμάται στο πάτωμα κι εμείς περιμένουμε το μισθό του σαν θαύμα, σαν τον μεσσία σαν τα παιδικά χρόνια, σαν το τέλoς του κόσμου(…)
Ο πατέρας μου κοιμάται στο πάτωμα στην κουζίνα κι εμείς με τη μαμά και τον γιο μου στο δωμάτιο και κατά πως φαίνεται ακόμα και τη νύχτα αναπνέουμε συγχρονισμένα ξυπνώντας ακούμε η μία τον άλλο (…).
Θέλουμε να σκοτώσουμε η μία τον άλλον, σαν συγγενείς, αλλά ξανακοιμόμαστε,
Και ακόμη και στον ύπνο εγώ με τη μαμά περιμένουμε το μισθό του πατέρα
Για να αγοράσουμε σαμπουάν και αφρόλουτρο,
Για να κάνει βαρκάδα ο γιος μου,
Για να πάρουμε το λεωφορείο και να κατέβουμε στο κέντρο, στην έκθεση λουλουδιών
Και για να φάμε επιτέλους ό,τι θέλουμε,
να τρώμε και να τρώμε μέχρι να τελειώσει ο χρόνος
κι ο πατέρας κοιμάται στην κουζίνα και βήχει
τα πνευμόνια του δεν ανοίγουν σαν πορφυρό άνθος όπως στην ποίηση
αλλά υπόκωφα
παφλάζουν μέσα του,
κοιμάται και δεν ξέρει τίποτα για το μισθό του,
μιλάει στον ύπνο του με τον αδελφό του στα μολδαβικά.

Γκαλίνα Ρίμπου (Σιβηρία 1990) στο περ. Τεφλόν τευχ. 21


Δημήτρης Τζουμάκας