Οι πατεράδες
Οι πατεράδες τριγυρνάνε στις σκέψεις των παιδιών,
μπαινοβγαίνουν στα όνειρα και τις ελπίδες τους
Έχουν καραμέλες στις τσέπες τους και θλίψη στις χούφτες τους
Οι πατεράδες στρώνουν τους δρόμους και τις πλατείες
για να βγουν τα παιδιά να ξεφαντώσουν με το φεγγάρι
Σέρνουν το κάρο του χρόνου εκεί που δεν έχει φτάσει ακόμα
Οι πατεράδες ξεκουράζονται, ταΐζοντας
τα διαβατάρικα πουλιά στις αυλές των σχολείων
Σκουπίζουν το δάκρυ τους κρυφά από το φως του ήλιου
Οι πατεράδες πετάνε πάνω από τις στέγες των παιδιών
Στριμώχνονται στις σελίδες από τα λευκώματα των κοριτσιών
και στα λευκοπλάστ στα γόνατα των αγοριών
Στύβουν τη μέρα και γεμίζουν τα σπίτια με γέλια
Σκύβουν μέχρι το πάτωμα για να πάρουν τα παιδιά στους ώμους
και τα σύννεφα στον κόρφο τους
Σέρνονται κάτω από το κρεβάτι για να διώξουν
την σκόνη του φόβου
Περπατάνε στο ταβάνι για να στολίσουν τον ουρανό με άστρα
Οι πατεράδες ξαποσταίνουν πέρα μακριά μέσα μας,
εκεί που πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε πιά,
ζακέτες ξεχασμένες στις κούνιες, μια λιακαδερή μέρα
Λεηλασία
Στην αρχή πορευόμασταν
πουλώντας μικρές πέτρες,
ψηφίδες και θραύσματα
Οι ξένοι με τα παντελόνια
και τις διχαλωτές γλώσσες
μας πλήρωναν καλά
Όμως η απληστία τους
μας έκανε επιφυλακτικούς
Στο τέλος χύσαμε το αίμα μας
για να γλυτώσουμε από την λεηλασία
Δεν είχε απομείνει πια
σχεδόν τίποτα για πούλημα
εξόν τα μεγάλα μνημεία
και οι μεγάλες ιδέες
Κι έτσι μας έδωσαν δανεικά
και μας έκαναν σκλάβους
Μετά μας έχρισαν – τιμής ένεκεν –
θεματοφύλακες μιας παράδοσης
που μας βαραίνει όσο τα δάνειά τους
Συνεχίζουμε να πορευόμαστε μπερδεμένοι,
θαλλασοπράσινοι και αλλήθωροι
σκιρτώντας ακόμα στις γωνιές της ιστορίας
με ότι έχουμε πρόχειρο,
κρατώντας ένα μικρό χελιδόνι
μες τα άδεια χέρια μας
Μικρό ταξίμι για τον Νίκο
Με ένα λατίνι άλικο
δεμένο, στης μούσας το κατάρτι
αρμενίζεις, πέρα από χρώματα και μουσικές
σε δρόμους λιόπυρους και φωτερούς
Στης παρέας την γωνιά συνήθως μουρμουρίζεις
σκοπούς αλλιώτικους και στίχους μαγικούς,
φύσα αέρα, φύσα με, να πάμε παραπέρα,
ο τόπος δεν χωρά τ’ αρώματα και τη μέρα
Μαζί σου ταξιδεύω σε ίσκιο κόκκινο, βαθύ
Σειρήνες θα τραγουδούν την μουσική σου, όσο
θα μετρώ την άμμο στην κλεψύδρα της λήθης,
δεμένος στο κατάρτι της φυγής
***
Ο Παναγιώτης Οικονομίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Δεν είναι ούτε μικρός ούτε μεγάλος. Μεγάλωσε στον Πειραιά με την γεύση της θάλασσας τον χειμώνα και την μυρωδιά από τις νεραντζιές την άνοιξη. Ανδρώθηκε σε διάφορες περιοχές του λεκανοπεδίου ψάχνοντας αυτά που έκρυψε η «μεταπολιτευτική» βιτρίνα. Χάθηκε μέσα στις περιπλανήσεις του αλλά τελικά ανακάλυψε και κατασκεύασε έναν «εαυτό» του. Πιστεύει ότι η τέχνη, πρέπει να μεγεθύνει τα πράγματα και όχι να τα αντανακλά, χρειάζεται να παίρνει θέση στα τεκταινόμενα και να είναι συγκεκριμένη.