[Με αφορμή την υπό έκδοση μεταθανάτια ποιητική του συλλογή Αδιόρθωτος]
Άντε μετά να μη δακρύσεις μ’ αυτήν τηn παλιοσκόνη[i]
Σε πάχνη γράφω
Περνάς, οι λέξειςλιώνουν
Καθρεφτίζομαι[ii]
Η διαστολή του χρόνου
Όταν φιληθούμε
Εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο
θα πάρει τόσο φως
που θα γίνει άπειρο.
Καλά, εσύ γελάς τώρα
Όμως φαντάσου
Η αθανασία μάς περιμένει
μόλις ένα φιλί μακριά.
Πάλι σου γράφω
Ποίημα που δεν θα δεις
Παρηγοριέμαι
Και μπορεί ο χρόνος να αντιμάχεται τη ζωή αντιστρόφως (όπως περίπου και τα χιλιόμετρα ενός αγώνα δρόμου που αφήνουμε πίσω μας), έρχεται όμως η ποίηση να διατηρεί αναλλοίωτη τη μνήμη (και τη μορφή κάθε ανθρώπου) μεταβάλλοντας το χθες σε ένα διαρκές σήμερα με τον λόγο να παραμένει παρών και εν εξελίξει κάθε φορά που συνομιλούμε μ’ όσους νομίζουμε απόντες: Είναι κι αυτές οι χρονομηχανές…/ Μεγάλου κυβισμού, ορμάνε ξαφνικά/ Βρρρουμ…/ Θέλεις δε θέλεις καβαλάς/ μαρσάρουν με χίλια χείλια σε χωματόδρομο…[1]. Γι’ αυτό ξαναδιαβάζω τα βιβλία κι ανακαλύπτω νέα σήματα μορς που δεν είχα καν φανταστεί. Κάθομαι τότε, με τη σειρά μου, στον υπολογιστή κι ανοίγω διάλογο, προσθέτω κι αφαιρώ λέξεις, αναρωτιέμαι σημασίες και συμβολισμούς κι εντέλει συνομιλώ: «Για την ώρα καλά είμαι (στην όποια πτώση, ακόμα βρίσκομαι εναέρια, πριν τον γδούπο…). Σε ευχαριστώ πολύ, με συγκινείς (και) με το δελτίο τύπου. Να είσαστε όλοι του “Μανδραγόρα” καλά, θα ανταμώσουμε σύντομα ελπίζω!», είναι η φωνή του Δημήτρη Βέλλα σ’ ένα δικό μου enter. Προσθέτοντας με στίχους του τις παρηχήσεις του «Ταυ» απ’ όπου σίγουρα απουσιάζει ο Τρόμος ενώ πλειοδοτεί η Τέχνη: Τοιχώματα/ Τόσο φως/ Τόσα σύννεφα καπνού παντού/ Τόσα κι όλα τα φέρνεις/ Τόσα θαύματα φέρε μου…/ «Φέρε μαζί σου χρόνο». (Τα γράμματα της αλφαβήτου, εν σειρά, ως κωδικοί επικοινωνίας).
Ο Δημήτρης Βέλλας γεννήθηκε στις 26.10.1952 στην Αθήνα, μεγάλωσε ανάμεσα στα καμίνια του Γαλατσίου, σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (βλ. το ποίημα «Déjà vu?» με τη Ζωή να του συστήνεται συνεπιβάτης στο πλαϊνό κάθισμα του λεωφορείου επιστροφής Θεσσαλονίκη-Αθήνα). Οι δεκαετίες του βημάτισαν τυχερές διδασκόμενος και διδάσκων μπροστά σε πίνακες Δημόσιων Γυμνασίων, διατρέχοντας παράλληλα χιλιάδες μοναχικά χιλιόμετρα «μαραθωνίου δρόμου» (ατομική επίδοση 2.23.41). Βλέπε και το ποίημα «Μεγάλες στροφές (αντί προλόγου)» από τη συλλογή Του δρόμου:
Φυσικά έτρεχε…/ Τι διαδρομή!/ Διέγραφε τις μεγάλες στροφές./ Παράξενο, καμιά δεν ήταν ίδια με τις προηγούμενες./ Άγνωστος ο τερματισμός.// Μακρινή –ή μήπως κοντινή– καμπάνα χτυπούσε τις ώρες./ Στον επόμενο τόνο είχαν περάσει κιόλας τριάντα χρόνια. [ ] Η χρονιά που τέλειωνε είχε κάνει νέες αυξήσεις δευτερολέπτων/ στα χιλιάρια του μα δεν τον ένοιαζε.// Ήταν ένα όμορφο απόγευμα στο άλσος./ Φυσικά έτρεχε…
Με τον Δημήτρη Βέλλα γνωριστήκαμε πριν δέκα χρόνια, μόλις είχε εκδοθεί από τον Σάμη Γαβριηλίδη η πρώτη ποιητική του συλλογή Η Σαλώμη ήταν πάντα σκοτεινή. Μου τηλεφώνησε για την επόμενη έκδοση που αφιέρωσε στη μνήμη της αδελφής του Ελένης Πλουμιστού, η οποία μόλις είχε φύγει απ’ τη ζωή. Το ποίημα «Αδελφικές νουθεσίες», σελ. 39, Μεταφορές (2017), είναι χαρακτηριστικό της εκφραστικής του λιτότητας με τον πόνο να διαγράφεται υποδόρια αποφεύγοντας τους περιττούς συναισθηματικούς σκοπέλους. Παραμένοντας εντούτοις ισχυρός και επακριβώς διατυπωμένος: Να πετάς όταν ζωγραφίζεις./ Θέλω να νιώθω τον αέρα απ’ τα φτερά/ σαν ζωγραφίζεις μια ψυχή.// Αν πάλι φτιάξεις της βροχής/ σταγόνες των τζαμιών/ ν’ ακούω θέλω καθαρά/ των πλιτς τις συγχορδίες.// Κι αν ζωγραφίσεις άστεγο/ μες στο χαρτόκουτό του/ δες να φωτίζεται καλά/ το Fragile στη ματιά του.
Με έργα της αδελφής του φιλοτεχνήσαμε τα δυο επόμενα βιβλία του, τις Μεταφορές και τη δίγλωσση συλλογή Του δρόμου (2022) σε μετάφραση στ’ Αγγλικά της Μαρίας Πετρουλάκη. Με αφορμή το βιβλίο αυτό μου ανέφερε πως ήταν δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Με εντυπωσίασε και ταυτοχρόνως αιτιολόγησα την άρτια φυσική του κατάσταση –ερχόταν πάντα με ποδήλατο στα γραφεία του Μανδραγόρα–, την οικονομία των λόγων και την κάπως μονήρη[2] ιδιοσυστασία του. Όσοι επιλέγουν τις μεγάλες αποστάσεις, πέραν του σθένους για να τερματίσουν, διανύουν μονάχοι και ενώπιος ενωπίω όχι μόνο τη διαδρομή του αγώνα αλλά και την πορεία ζωής. Στο βιβλίο του περιγράφει επακριβώς «τα ζόρια –κυρίως τα ζόρια», «τους τελευταίους που δεν δείχνουν οι κάμερες», προσπερνά το εμπόριο που άλλωστε συνυπάρχει σε τόσες εκφάνσεις του βίου μας, για να σταθεί στο πείσμα της τελικής δικαίωσης. (Βλ. και το ποίημα «Στη μοναξιά του Ευχίδα», όπου ο πολεμιστής στη μάχη των Πλαταιών, τον Αύγουστο του 479 π.Χ., διήνυσε απόσταση 184 χιλιομέτρων σε 12 περίπου ώρες! Ηρωισμός όμοιος με του μαραθωνοδρόμου της ΑΕΚ Βαγγέλη Πασσαλή, (που πάλευε απτόητος με αλλεπάλληλα θέματα υγείας, εγκαταλείποντας κι αυτός νωρίς δίχως τη θέλησή του, κι ας «έγραφαν τα πόδια στο ταρτάν/ χιλιόμετρα δεκαοχτώ γρήγορης μελωδίας»), όπως περιγράφει ο Βέλλας στο αφιερωμένο στον Πασσαλή ποίημα «45άρι», όπου στους στίχους του ενσωμάτωσε τη φράση του Βαγγέλη Πασσαλή «Γυρίσαμε δίσκο 45 στροφών» υπονοώντας πως έγραψαν τη μέρα κείνη 45 γύρους στο γήπεδο!
Και σκέφτομαι, διαβάζοντας το ποίημα-επίμετρο «Της απόστασης», (σελ. 45 Του δρόμου), που αφιερώνει στους συναθλητές και τους προπονητές του, πως συνειδητά ο Δημήτρης Βέλλας αφοσιώθηκε στους δύο έρωτές του, τους αγώνες μεγάλων αποστάσεων και την ποίηση, αφού ταυτίζονται στην αφετηρία τους: θέλουν προσπάθεια, μεγάλη προσπάθεια, αντοχή στον χώρο και τον χρόνο, οικονομία για καλή διαχείριση δυνάμεων… Κι αν κάποτε πισωγυρίζεις, και στα δυο, κάμπτεσαι μπρος στην Αγορά του δήμου ή την απόσταση της διαδρομής, αν συναντάς ήττες, διαψεύσεις, κούραση, ακόμη κι αν λυγίσεις προς στιγμήν, στο τέλος θα ’ρθει η δικαίωση πως τα κατάφερες να τερματίσεις όρθιος:
Ισόβιος λάτρης της απόστασης, στέκω ενίοτε ευλαβής παρατηρητής των δρόμων./ Ανέκαθεν με συγκινούσε η προσπάθεια της απόστασης./ Ειδικότερα όταν πρόκειται για μαραθώνιο./ Παρατηρώ λεπτομέρειες εκφράσεων, τη ροή των κορμιών στην άσφαλτο (ε ναι, ο μαραθώνιος είναι άλλο πράγμα)./ Με συγκινούν βαθύτατα οι πτήσεις των πουλιών της σιωπής, το ένα δίπλα στο άλλο./ Μόνο στους δρόμους γίνεται./ Απογειώνονται στους χιλιάδες διασκελισμούς. Καθένας με τους στόχους του και το προσωπικό του στιλ. Θαυμάζω τα πατήματα, κάποια τέλεια, αργότερα της κόπωσης, κάποια «στραβά», κάποια τόσο γρήγορα! Χαζεύω σαν κινούμενο πίνακα, έργο τέχνης, τα χρώματα, την αυτοσυγκέντρωση, τα ζόρια –κυρίως τα ζόρια– , τα χαμόγελα και τις αγκαλιές του τερματισμού. Κυρίως των πιο πίσω, των πιο πίσω…/ Γίνομαι ένα με τον ιδρώτα της Γιαπωνέζας με την «άβολη» θέση των χεριών, γίνομαι το μπουκάλι του τελευταίου που δεν δείχνουν οι κάμερες και προσγειώνομαι μετά τη γουλιά στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Αριθμοί, σημαίες, χρώμα δέρματος μ’ αφήνουν αδιάφορο./ Το χρονόμετρο βέβαια έχει τη γοητεία του. Ανέκαθεν αμείλικτο μα και τόσο αντικειμενικό./ Τώρα θα πείτε: Και η «αόρατη» χημεία; Η τόση ιατρική υποστήριξη; Τόσο εμπόριο;/ Ναι, δίκιο έχετε, υπάρχουν όλα αυτά και άλλα, μα ότι κι αν πείτε η απόσταση είναι ισόβιος έρωτας! Είναι τα πόδια που σπρώχνουν το ταρτάν, την άσφαλτο./ Είναι το στιγμιαίο σφίξιμο των δοντιών πριν την αλλαγή, το δάκρυ της εγκατάλειψης./ Είναι το σφουγγάρι που κάποτε μοιράστηκα για δροσιά με Τούρκο συναθλητή./ Η απόσταση είναι τα χιλιάδες και χιλιάδες προπονητικά χιλιόμετρα/ είναι ν’ αφουγκράζεσαι την ανάσα δίπλα σου, να τη μυρίζεις μεθυσμένη για τερματισμό./ Η απόσταση είναι ερωτική κυρία που δεν σηκώνει απάτες και αυταπάτες./ Απαιτεί αφοσίωση, συνέπεια και συνέχεια, πείσμα από μικρή μάζα κι επιμονή να ξεπερνάς ήττες, τραύματα και πόνο./ Η απόσταση είναι ερωμένη που σου παίρνει άπειρα λαχανιάσματα, καθένα κι ένας τόσος δα οργασμός!/ Και για όσους αναρωτιούνται «Τι έχει κάνει τούτος ’δω και μιλάει;»/ Θα απαντήσω: Σαράντα χρόνια και τη χαίρομαι!
Μεστές εικόνες, συναισθήματα, αναμνήσεις εμπύρετες οδυνηρές κι επώδυνες για οικείους απόντες (αλλά πάντοτε δίπλα μας), για άγνωστους ρακοσυλλέκτες του ερειπωμένου κόσμου μας, για ανθρώπους που ζουν και χάνονται ανάμεσά μας: Ρακοσυλλέκτης για χρόνια/ κατάπινε και κατάπινε./ Χάρτινα όνειρα κιτρινισμένα/ πλαστικούς πόθους/ ελπίδες αποξηραμένες.// Τον είχαν παραγεμίσει.// Βρέθηκε απανθρακωμένος/ μ’ ένα Καυκάσιο κυδώνι στο στόμα.[3]
Να σημειώσω πως σε όλα του τα βιβλία, με τον γνωστό λακωνικά υπαινικτικό και αποφορτισμένο, με χιούμορ τρόπο (αφού τα δύσκολα δεν εκστομίζονται αλλιώς, με τις λέξεις σαν σφαίρες να τον διαπερνούν: «Ο ήχος της ριπής/ έφτασε αργότερα.// Όταν έσβηνα/ με το μολύβι/ τις οπές»), γίνεται φανερή η πολιτική του θέση και η κοινωνική του ευαισθησία (με τους λίγους, τους τελευταίους, τους μη επιφανείς) ν’ αποτελούν την ταυτότητα της δουλειάς του: Μισούσε τον πόλεμο/ όπως άγνωστος στρατιώτης/ που πνίγηκε στο αίμα και στο ψέμα./ Αηδίαζε με τα παράσημα/ κι όμως πολεμούσε.// Λάτρευε στίχους/ όπως άγνωστος ποιητής/ που πνίγηκε στην αδικία και στον πόνο./ Αηδίαζε με τα βραβεία/ κι όμως έγραφε.// Να δεις που θα τον πούνε στρατευμένο («Η ρετσινιά», Αυτοψία, σελ. 74).
Μια γραφή έντασης, πολλαπλών αναγνώσεων που διαλέγεται με συγγραφείς (Θερβάντες, Ουγκώ, Walker Richard), ποιητές (Σολωμός, Μαγιακόφσκι, Καρυωτάκης, Ρίτσος, Λειβαδίτης, Δημουλά, Γώγου, Γιάννης Αντιόχου), τραγουδοποιούς (Παύλος Σιδηρόπουλος), ζωγράφους (Βαν Γκογκ), διατηρώντας ταυτόχρονα μια διακριτή ανάσα, σχεδόν υπόκωφη, απορημένη απ’ όσα πολλά συμβαίνουν ερήμην μας. με παρόντα τον κώδικα των αξιών του: «Οι σφαίρες διαπερνούν τις μέρες. [ ] Δάχτυλα στα εδώλια και τις σκανδάλες [ ] Κατρακυλούσα στον ύπνο μου κουλουριασμένος./ Στην Πανεπιστημίου, προς τη δύσκολη Ομόνοια,/ πέφτω πάνω στον Τζον Λένον./ Είδα πίσω από τα μυωπικά του γυαλιά τα μάτια του θλιμμένα./ Ψύχραιμος τον ρωτάω: Τι λες για όλα αυτά;// “Imagine”/ “Is not enough”// ψιθύρισε κι έστριψε στη γωνία/ 28ης Οκτωβρίου προς το Πολυτεχνείο.// Οι σφαίρες, πιστά σκυλιά, τον ακολούθησαν». («Δεν αρκεί», Μεταφορές).
Τις Μεταφορές παρουσιάσαμε το Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017 στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγάλεω «Γιάννης Ρίτσος» με πλήθος φίλων και μαθητών του που απλώς επιβεβαίωναν την πρόσω πορεία των πολλαπλών διαδρομών του Δημήτρη Βέλλα. Κι ας επιμένει ο ίδιος στο ποίημα «Κομπορρημοσύνη», (Αυτοψία, σελ. 19): Από κόμπους δεν γνωρίζω/ μήτε πρόσκοπος έκανα μήτε ναυτικός./ Λέξη με τη λέξη το παλεύω/ για την ανεμόσκαλα.`
Στον ίδιο χώρο, και πάλι Σαββατόβραδο, με κόσμο πολύ κι αγαπημένο στις 15 Ιουνίου 2024 παρουσιάστηκε από φίλους και μαθητές, που διάβασαν ποιήματα, η Αυτοψία. Ο Δημήτρης και τα παιδιά του φορούσαν μπλουζάκια με σταμπαρισμένο το εξώφυλλο του βιβλίου (που φιλοτέχνησε η Τζίνα Παπαδοπούλου). Στο πιάνο ο παλιός μαθητής του, μουσικός, Φώτης Κοπανιτσάνος εκτέλεσε, μοναδικά, μελοποιημένα ποιήματα του Βέλλα.
Σε λιγότερο από ένα χρόνο (18.5.2025 Καμπάνες πρωινές της Κυριακής/ Κλήσεις αγγέλων μακρινές/ και αναπάντητες[4]) τον ξεπροβοδίσαμε, και πάλι Σάββατο 24.5.2025, στη Ριτσώνα: Όπως παλιό λαμπιόνι πυράκτωσης/ πάνω του πέφτει σταγόνα του έρωτα// Κι εκείνο βγάζει υπόκωφο στεναγμό/ σε στερνή του αναλαμπή και σβήνει// Έτσι θέλω να φύγω… («Το εισιτήριο της σταγόνας», Μεταφορές, σελ. 58). Στην τελετή αποχαιρετισμού διαβάστηκαν τα «Περγαμηνής Σπαράγματα» που ανοίγουν την παρούσα μεταθανάτια έκδοση. Να πω εδώ πως με εξαίρεση την πρώτη ποιητική συλλογή ο Δημήτρης Βέλλας επιλέγει μονολεκτικούς τίτλους στα βιβλία του και σε μεγάλο βαθμό, σχεδόν μονολεκτικούς, τους τίτλους των ποιημάτων του. Μια ακόμη απόδειξη εγκράτειας και ακρίβειας σε ζωή και έκφραση.
Εντέλει η ποίηση (λέξεις, ήχοι, συναίσθημα, εικόνες, που αφθονούν στο έργο του Βέλλα), όπως και οι μάσκες, στο αρχαίο θέατρο, με όσα συμβολίζουν, υπονοούν και αποκρύπτουν, είναι ο τρόπος να αντιμετωπίζουμε το ανείπωτο, είναι το προσωπείο μας για όσα διστάζουμε να πούμε και να δείξουμε. Και από την άποψη αυτή ας διαβαστεί και το τελευταίο ποίημα «Της Θήρας», (Φεβρουάριος – Μάρτιος 2025), που ανήρτησε ο Δημήτρης Βέλλας: Χρόνια και χρόνια εκείνο το εκείνο το καράβι/ Ταξίδευε σε θάλασσες/ Έτριζαν τα σχοινιά του έρωτα/ Σφύριζαν αλλότριοι άνεμοι/ Ακόμα δονούμαι σε ’κείνα τα θεόρατα τσουνάμι/ Δονούμαι πιο πέρα απ’ τη σιωπή πήγα/ Πήγα, πέρα από το ανεξήγητο ηφαίστειο/ Εκεί που πασχίζουν με πάθος/ Αναζητώντας εξηγήσεις κι εμμονές/ Την άγνωστη αλήθεια ταξιδιώτες και επιστήμονες/ Χρόνια σου λέω, μαζί καμένοι στην καλδέρα/ Τόσα χρόνια το ίδιο αλάτι/ Στην άλμη ξαφνιάζομαι τις νύχτες ακόμα/ Που δεν ήσουν πια στο κατάστρωμα/ Που δεν είμαι δίπλα σου/ Τότε που χάνομαι παφλάζοντας/ Φοβηθήκαμε τους σεισμούς/ Τα μυστικά του βυθού δεν φανερώσαμε/ Τις άγριες νύχτες του τρομερού μάγματος/ Με τα βάθη να κοχλάζουν/ Τις απαντήσεις νομίζοντας βέβαιες/ Σ’ άλλη ζωή που ζωή δεν ήταν/ Κι ο Σκάρος να φλέγεται/ Να τρέμει τις σκιές στενάζοντας σε χώρια κουπιά/ Εκεί που λάμπουν το σκοτάδι με το φως μας.
Μια άρτια γραφή –όπως αποτυπώνει και η παρούσα συλλογή Αδιόρθωτος–, καταστάλαγμα της συνειδητής παρουσίας του στα γράμματα. Μια σημαντική πορεία που ο Δημήτρης Βέλλας διανύει, με απόλυτη επιτυχία, έρχεται να διαμορφώσει το ποιητικό του στίγμα. Με το γνώριμο μεταφορικό συμβολικό του λόγου, με ρυθμό και μέτρο ενίοτε 15σύλλαβο (Σαν της ζωής τα θαύματα/ σαν της ζωής το ψέμα ή: Να μαθητεύει το άρρητο/ σε γρίφου το ταξίδι) υπονοώντας περισσότερα από όσα εκθέτει, ακόμη και στα ερωτικά του ποιήματα. Βλ. «Το μνημείο», (Αυτοψία, σελ. 28):
Κάποτε να δεις που θα το φτιάξουν/ μνημείο σεμνό από μάρμαρο λευκό/ τοποθετημένο σε κεντρική πλατεία/ διακριτικό, όπως σε λευκές νύχτες αρμόζει.// Καταθέσεις να δέχεται μοναχικές/ Σημειωμάτων, κυκλάμινων ανεπίδοτων./ Σιωπηλές κραυγές που λούφαζαν καιρό/ σε συρτάρια και σχισμές.// Στη βάση του θα γράφει: Στον Άγνωστο Έρωτα.
Παρών στο προσκλητήριο του Βέλλα κι ο Τάσος Λειβαδίτης (ας τον ακούσουμε ν’ απαγγέλει στίχους του) φωτίζοντας διακριτικά την πολιτική θέση της ποίησης, τη στάση ζωής μας δηλαδή: [ ] Μια νύχτα φεγγαρόλουστη/ περπατούσα υπνοβάτης στη Μακρόνησο./ Πίσω από μια πέτρα σιγοσφύριζε ο Ρίτσος/ τριγύρω γάβγιζαν χωροφυλάκοι./ Μήπως είδες τον Ντικ; Ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι./ Ζωγράφιζε ολόλαμπρη πολιτεία σ’ ένα πλακουτσό βότσαλο./ Ξάφνου σηκώθηκε και το πέταξε με άφθαστη τέχνη./ Χοροπηδούσε αβύθιστο στα κύματα./ Θα ταξιδέψει μέχρι Μονεμβασιά, χαμογέλασε./ Μετά άναψε τσιγάρο ψιθυρίζοντας: κάπου εδώ είναι κι ο Τάσος./ Όντως ο Λειβαδίτης ήταν εκεί/ στεκόταν ολόρθος στην ακροθαλασσιά/με τον φλοίσβο στα μεγάλα του μάτια./ Οι αστερισμοί κρατούσαν την ανάσα τους./ Τον άκουγαν ν’ απαγγέλλει την 25η ραψωδία του.[5]
Κώστας Κρεμμύδας
[1] Δημήτρης Βέλλας, «Το μαρσάρισμα της μνήμης», Αδιόρθωτος, ό.π
[2] Βλ. το ποίημα «Μονήρης», Μεταφορές, (2017), σελ. 52.
[3] «Αυτανάφλεξη», Μεταφορές, σελ. 32.
[4] Αυτοψία, ό.π.
[5] «Αχ, αυτή η μαργαρίτα», Αυτοψία, σελ. 49.