Δημήτρης Τζουμάκας | Ημερολόγιο 50: Ετοιμάζω τις βαλίτσες μου/Οι Αλβανοί δεν ξέρουν ποτέ πού πάνε/Είμαι Αλβανός ή γύφτος;

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημα by mandragoras


Χρονογράφημα


 

25.12.17 Δευτέρα. Χριστούγεννα στην κυρία μητέρα μου στο Νέο Ηράκλειο. Κι όχι στο Χίλτον που χτες βράδυ τραγουδούσε η Διόνη, φοιτήτριά μου από το Σύδνεϋ και σερβίρανε 7 πιάτα με 165 ευρώ το άτομο, αλλά σου προσφέρανε και σαμπάνια mum. Το μενού περιελάμβανε καπνιστό σολομό Balik, σούπα από σελινόριζα με λάδι από σχοινόπρασο, σαλάτα με ραδίκια της Καισαριανής με λίγο αίμα τουφεκισμένων συμμοριτών, τυρί Vacherin Mont d’ Or, ζαμπόν Πάρμας και αχλάδι ποσέ. Ψητά χτένια με κρέμα κάστανου, σορμπέ με άρωμα γιασεμί και ως κυρίως πιάτο Φιλέτο μαύρου χοίρου Iberico με κρέμα από αγκινάρες Ιερουσαλήμ, λαχανάκια Βρυξελλών και σος βατόμουρου, καθώς και μυαλά μικρού παλαιστινίου με σφαίρα από μαύρη σοκολάτα Βελγίου με cremeux κάστανο.

 

Όλα τα μαγαζιά κλειστά. Και σε ένα δρομάκι, που δεν υπάρχει ζωή, κυλάει ένα μικρό ρυάκι στο πεζοδρόμιο καθώς σε μια κόχη κάποιος απαλλάσσεται από τα δικά του υγρά. Στο σταθμό Ειρήνης δεν υπάρχει ψυχή. Έχουν κατεβάσει και τις ζωγραφιές του Ψυχοπαίδη που ψιλοβανδαλίστηκαν και φιλοξενούνται πλέον στον ασφαλή σταθμό της πλατείας Συντάγματος. Ούτε στους χώρους του Ολυμπιακού Σταδίου γυμνάζεται κανείς, αν και η ημέρα είναι ηλιόλουστος και κρύα. Στο τρένο κυκλοφορούσε κάποιος κόσμος, εδώ τίποτα. Τι έγιναν όλοι; Το τραπέζι στο πατρικό είναι γεμάτο της Παναγίας τα μάτια, όχι βέβαια Χίλτον, much better, η μητέρα μου έχει όρεξη, τρώει το αρνάκι της πίνει τη μαυροδάφνη της κι ένα καφέ με τρεις κουταλιές ζάχαρη και δεν ανεβάζει πίεση. Μαζεύω πορτοκάλια και γκρέιπ φρουτ από τον κήπο. Η Μπουμπού μου δίνει μελομακάρουνα, κουραμπιέδες και κάλτσες, πέντε νούμερα μεγαλύτερο. Με πηγαίνει μέχρι τη στάση του τρένου.

Στην Πλατεία Βικτωρίας στις τέσσερις το απόγευμα δεν μπορώ να δω ούτε έναν Ευρωπαίο. Κάνω μία βόλτα. Μόνο Μέση Ανατολή και Ασία. Αθηναίοι, βαλκάνιοι, κεντροευρωπαίοι, τουρίστες, γάλλοι, άγγλοι, πορτογάλοι, τίποτα. Έχουν εξαφανιστεί. Έχω εξαφανιστεί κι εγώ και τρέχουν χριστουγεννιάτικα οι μύτες μου και κατεβαίνω σε λάθος σταθμό, που κανείς δεν με περιμένει και κανένα δεν ξέρω.

 

Τηλεφωνώ στον Τάσο. Είναι στη Μάνη με τη Μαρία και τα μικρά. Από αυτόν μαθαίνω ότι απεβίωσε πριν λίγες μέρες ο πατέρας της Nancy στο Σύδνεϋ. Της στέλνω συλλυπητήριο ιμέιλ. Ξέρω, μου κρατάει κακία, δεν θα μου απαντήσει. Δεν υπάρχουν βελούδινοι χωρισμοί, εκτός κι αν δεν αισθάνεσαι τίποτα για τον άλλο. Το να μη σ’ αγαπούν είναι κακοτυχία, αλλά να μην αγαπάς είναι μία συμφορά, λέει ο Αλμπέρ Καμύ. Το να σε έχουν ξεχάσει ή να σε έχουν διαγράψει το ακόμη χειρότερο. Είναι και θέματα εγωισμού.

 

Έρχεται η Μπέμπα το βράδυ και βλέπουμε την «Πολυξένη» στην Αλκυονίδα. Κι ακολουθεί μέγας καυγάς στην επιστροφή, καθώς υπάρχει νέο σημείωμα από την Νανά και το διαβάζει η Μπέμπα με κακή προφορά, παρουσία εμού του αιδοίου: Je suis une Νana pour la fete, très ouverte et sans tabous! Ωχου, τι πρέπει να κάνω; Δεν μπορώ να της απαγορεύσω να γράφει, ούτε να κάνω συνέχεια τον κακό. Στο κάτω κάτω με κολακεύει κιόλας αυτή διαδικασία με τα μπιγέ. Σε διαθεσιμότητα δύο γιατροί γυναικολόγοι – μαιευτήρες για παθητική δωροδοκία.

Ο Δημήτρης Φύσσας, διαβάζω, βρήκε εκδότη για τους κινηματογράφους του. Είναι μία σπουδαία έρευνα που δυστυχώς χανότανε στη χοάνη του ιντερνετικού απείρου. Θα είναι ωραίο να διαβάζεις για τους (χαμένους και όχι μόνο) σινεμάδες της Αθήνας και να ξεφυλλίζεις την ιστορία τους.

Για τους νεαρούς Αθηναίους, οι σινεμάδες ήταν ό,τι για τα χωριατόπαιδα τα φαράγγια, οι σπηλιές και οι χαράδρες. Χωνόμαστε μέσα και χανόμαστε σε κόσμους μαγικούς.

Στο ΣΤΑΡ στην Αγ. Κωνσταντίνου είχα δει την Εκδίκηση είναι δική μου με τον Μάρλο Μπράντο, στην Αρμονία επί της Λένορμαν Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές, στο σινέ Λαού Οκινάουα, στον κινηματογράφο Κοτοπούλη επί της πλατείας Ομονοίας το Άλαμο. Και επί της Πανεπιστήμιου, από τη μια μεριά η Τιτάνια και το Ρεξ, λίαν επιβλητικότερα κτίρια των απέναντι Μοντιάλ και Πάνθεον, που ανταγωνίζονταν σε ταινίες πάντα πρώτης προβολής, συνήθως από την Ιταλία. Είδαμε Άννα Μανιάνι, Σοφία Λώρεν, Καρντινάλε, Μαστρογιάνι και το Ρόκο και τ’ αδέλφια του.

Στο Ριάλτο Νέας Ιωνίας Χίτσκοκ Ψυχώ και κατατρόμαξα. Στη μεγάλη οθόνη ερωτευθήκαμε τη Μπριζίτ, αυνανιστήκαμε ανυπολόγιστα γι αυτή, στους σινεμάδες του Φύσσα φιλήσαμε για πρώτη φορά «το κορίτσι της ζωής μας».

Πολλές φωτογραφίες μας συγκινούν, ειδικά με θέματα μοναξιάς την περίοδο των Εορτών. Έτσι βλέπουμε τη φωτογραφία ηλικιωμένης με κυφισμό να γευματίζει μόνη της σε ένα τραπέζι με κερί. Σε άλλη φωτογραφία η ίδια ηλικιωμένη στην άλλη πλευρά του τραπεζιού παίζει σκάκι μόνη της. Όμως η φωτογραφία είναι κι αυτή μία υπερπραγματικότητα με δόλο. Θέλει να γεμίσει ενοχές το θεατή που συνυπάρχει με άλλους και περνάει καλά, ή να τον παρηγορήσει αν είναι μόνος. Να, φίλε, δεν είσαι ο μόνος που είσαι μόνος, είναι κι άλλοι. Στην πραγματικότητα η ηλικιωμένη με κυφισμό έχει το προνόμιο να φωτογραφίζεται σαν σταρ και δεν είναι καθόλου μόνη, τουλάχιστον στη φάση της φωτογραφίας.

26.12.17 Όλη την ημέρα άκουγα γαλλική μουσική μέχρι εξαντλήσεως. Ο Σέρτζ Ρετζιανί είναι συγκλονιστικός, επειδή είναι ανθρώπινος όσο κανείς άλλος. «Η γυναίκα που είναι στο κρεβάτι μου δεν είναι είκοσι χρονών εδώ και πολύ καιρό. Το σώμα κουρασμένο, πολύ χαϊδεμένο, τα χείλη χρησιμοποιημένα. Αλλά….»

Κι ένα Δεκέμβρη είδα στα μάτια σου τον Αύγουστο. Στο πεζούλι του πάρκου που συνωθούνται τα τζάνκι. Πηγαίνοντας στον Ηρόδοτο να δω τι θα γίνει με το ρημάδι το βιβλίο. H ζωή είναι ένα όνειρο. Πάντα στο πεζούλι των ναρκομανών. Και τα όνειρα είναι όνειρα.

27.12.17 Όλη την ημέρα άκουγα μουσική κι έπινα βιταμίνες μπας και προλάβω να σταματήσω καμιά γρίπη. Βγήκε ο αουτσάιντερ πολιτισμός μου πιο πολύ για το παροικιακό κοινό της Αυστραλίας. Αλλά πόσα βιβλία να πάρω μαζί μου στο Σύδνεϋ;

Ο Σταμούλης ακόμη δεν έχει τελειώσει τον Κάλας. Φεύγω στις 14 του λέω, θέλω αντίτυπα. Θα τα έχεις, μου λέει. Πώς θα προλάβει έτσι όπως το πάει; θα μου τα φέρει στο αεροπλάνο την τελευταία στιγμή;

28 12.17 Έχασα τις σημειώσεις από τη τουρνέ για τη Βουδαπέστη κι έμεινε μέγα κενό στην περιγραφή της εκδρομής. Θυμήθηκα ότι η ξεναγός μας είπε ότι ο μακαρίτης Μάικλ Τζάκσον ήταν ερωτευμένος με τη Βουδαπέστη και ήθελε να αγοράσει, τι; Δεν μπορείτε να φανταστείτε. Το Κοινοβούλιο! Και θύμωσε που δεν του το δώσανε. Η αγριοπανίδα είναι σημαντική στα πέριξ της Βουδαπέστης κι ένα αγριογούρουνο μπήκε κάποτε στην πόλη και πήγε στην Βουλή, τρόμαξε όμως το ζώον και έπεσε στο ποτάμι.

 

Εδώ βλέπετε σ’ αυτή τη γέφυρα τα περίφημα 4 λιοντάρια που έφτιαξε ο Ούγγρος γλύπτης Janos Marshalko και καμάρωνε ότι είναι τέλεια, μέχρι που ένας πιτσιρικάς του είπε δεν είναι τέλεια γιατί δεν έχουν γλώσσα, οπότε ο καλλιτέχνης περιέπεσε σε θλίψη μεγάλη και έπεσε στα νερά του Δούναβι και τον πήρε το ποτάμι.

Ζητιάνοι. Κάτω από τα καταπληκτικά φώτα που στολίζουν χριστουγεννιάτικα αυτή την αρχοντική πρωτεύουσα της Ουγγαρίας δραστηριοποιούνταν ένα σωρό ζητιάνοι, όπως σε όλες τις μεγαλουπόλεις. Με τις γιορτές η ζητιανιά πάει γόνα, γίνεται της κακομοίρας. Αδέσποτοι και οργανωμένοι. Σέκτες και συγγενικά επιτελεία, ηλικιωμένοι, σακάτηδες και μικροαπατεώνες. Στην Πράγα είδαμε τους ζητιάνους με τους σκύλους που απευθύνονται στη φιλοζωία των τουριστών. Αλλά όταν η Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας στέλνει ραβασάκια στα σπίτια ζητώντας βοήθεια, είτε για ανέγερση ναού είτε για τα …εισόδια της Θεοτόκου αυτό τι είναι; «Η επαιτεία που ήταν ευλογημένη απ’ την εκκλησία λεγότανε ζητεία» γράφει η Θεοδώρα Βαρβέρη. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε οργάνωση ζητιάνων, το Αδελφάτο. Στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου οι επαίτες εκλέγανε οι ίδιοι τον καθοδηγητή τους, γράφει η ίδια. Για την καλύτερη οργάνωση αναπτύσσεται στην προπολεμική Αθήνα σύλλογος Ζητιάνων με έδρα και γραφεία στην οδό Αλβανίας (σήμερα Β. Ηπείρου), στον Κολωνό. Εκεί ο πρόεδρος, ως εγγράμματος, δίνει εντολές και καθορίζει τις περιοχές «δράσης» του καθενός. Κρατά για τον εαυτό του τον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, γιατί ο Άγιος Παντελεήμων ελεούσε τους φτωχούς, και πιο πολύ γιατί ήταν η καλή δουλειά (πολύς κόσμος και πιο πλούσιοι από τον βούθουλα).

 

31.12.17 Κυριακή. Ο Αυτιάς παρουσιάζει στην τηλεόραση στις 08:52 της τελευταίας ημέρας του έτους τον Μίμη Ανδρουλάκη και τον πατάει στην ωμοπλάτη φιλικά με αφορμή το 27ο βιβλίο του. «Με το βιβλίο αυτό», λέει ο Μίμης με τη γνωστή του έπαρση «θα ζήσετε εκατό ζωές». Ευκαιρίας δοθείσης έρχεται στη μνήμη μου η φράση του Γ. Κοροπούλη στην Καθημερινή για το Μν του Ανδρουλάκη και το συγγραφικό του εκτόπισμα του ανδρός: Τώρα ψωνίσαμε από σβέρκο.

 

Τρέχω Γυφτοπάζαρο. Για επιστροφή παίρνω το λεωφορείο μέχρι τον Ελαιώνα. Δίπλα μου κάθεται ένας πεταχτός εναλλακτικός παζαριώτης με κοτσιδάκι ξανθό «παζάρι και ξερό ψωμί» μου λέει, απέναντι δυο μουσουλμάνες μόνο τα μάτια τους φαίνονται κι ένα κοριτσάκι στην αγκαλιά. Συρία; τις ρωτάει ο εναλλακτικός. Ναι, λέει η μία. Κάνει ένα νεύμα με το χέρι στο στόμα και στέλνει φιλί ο Εναλλακτικός και η μαυροντυμένη χαμογελάει. Ανοίγει την πλαστική σακούλα βγάζει ένα αρκουδάκι και της το δίνει, για το πιτσιρίκι. Ενθουσιάζομαι. Αλλά εγώ τι να δώσω; Τον κύκλο της Πράγας; Ή την γραφή της καταστροφής του Μπλανσό; Κατεβαίνω και μπαίνω στο μετρό. Είναι ωραία μέρα, έχει φτιάξει η διάθεσή μου και δίνω δεκάρες για τον πατέρα που παίζει ακορντεόν και τις μαζεύει το κοριτσάκι. Στο Μοναστηράκι αλλάζω και παίρνω τον ηλεκτρικό. Έχω σφάξει τη γυναίκα μου, λέει ένας γέροντας και αποτραβιούνται οι γυναίκες από κοντά του. Πρόσεχε ήμουν ναυτικός εγώ. Λεφτά στα χέρια είχα βουνό. Έχω κάνει είκοσι χρόνια φυλακή. Καλή χρονιά να ’χετε.

 

Μέχρι τι ώρα θα είσαστε σήμερα ανοιχτοί; ρωτάω τη φουρνάρισα. Θα είμαστε ανοιχτοί μέχρι τις έντεκα και μισή και αύριο Πρωτοχρονιά όλη την ημέρα, απαντάει με καμάρι η αρχόντισσα των Ψωμιών.

 

Σοκάρει η εικόνα ενός υποσιτισμένου παιδιού που δείχνει τη φρίκη του εμφυλίου – στην Υεμένη. «Ήρθαν από μία κατεστραμμένη περιοχή που δεν υπάρχει φαγητό, καθαρό νερό ή υποδομές. Πεινούσαν, η μόνη τροφή που μπορούσαν να βρουν ήταν από την θάλασσα», δήλωσε ένας από τους εθελοντές του νοσοκομείου, Ibrahim Al Kalee που νοσηλεύεται ο 6χρονος Salim Musabih μαζί με την μητέρα του. Εκεί δεν υπάρχει σούπα από σελινόριζα, ούτε μαύρο γουρούνι με σαμπάνια. Καθημερινά νοσούν με χολέρα 7.000 άτομα! Τίποτα δεν θα αλλάξει το 18 Θα χτυπάνε τα κινητά, θα βγάζει ψωμιά ο φούρνος και κάποια παιδιά σε μια καταραμένη πατρίδα θα κοιμούνται νηστικά.

 

Τραγωδία στη Μάνη έκαψε ζωντανό τον ανάπηρο πατριό του. Αλλά πέφτουν ήδη τα βεγγαλικά στην πόλη του Σύδνεϋ, φωτίζεται η μικρή οθόνη, άλλαξε ο χρόνος στο νότιο ημισφαίριο. Μιλάω με την κόρη μου πολλή ώρα, όλα καλά. Αλλά βασανίστηκα μια βδομάδα με τα μαντζούνια της αριστερίστριας φαρμακοποιού για να μην πέσω στην αντιβίωση αμοξίλ.

Άρχισα να γράφω το Ούτε βήμα πίσω από σύνθημα στα Εξάρχεια, ενώ κορνάρουν κάποια αυτοκίνητα για το καλό του νέου έτους, αλλά δεν θα είναι τόσο επαναστατικό όσο υπόσχεται ο τίτλος. Έπρεπε να φτάσω στα εβδομήντα για να καταλάβω αυτό που από πολύ νωρίς είχε πει μία συμφοιτήτριά μου j’en marre les gauchistes j’ai besoin un peu d’ amour. (Βαρέθηκα τους αριστεριστές χρειάζομαι λίγη αγάπη).

 

 1.1.18 Δευτέρα. Στην πλατεία Βικτωρίας με λιακάδα και κρύο, με τα εορταστικά λαμπιόνια ακόμη ανοιχτά, η άστεγη διπλωμένη σε μία κουβέρτα, σταθερή αξία η δυστυχία, και κόκαλα από κοτόπουλο στο παγκάκι. Αγαπούσα και αγαπώ την πλατεία Βικτωρίας, την αγαπώ όπως αγαπάμε όλο και πιο πολύ μια γυναίκα που χάνουμε, που χάσαμε «πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δεν θα το μάθεις» Ευρυδίκη, όπως το τραγουδάει ο Μάλαμας ή η Μποφίλου.

Την αγαπούσα και την αγαπώ κι ας διαβάζει ο κύριος με τη γραβάτα τη χουντική εφημερίδα κι ας ψωνίζουν αδέσποτα μεταναστάκια οι γεροπόρνοι, θα ’ρθουν σε λίγο οι εναλλακτικοί, οι αναρχικοί και οι παράξενοι και θα δώσουν ψυχή στην πλατεία, θα μαζευτεί η εφημερίδα, θα μαζευτούν και οι ανώμαλοι.

 

Πρέπει να ετοιμάσω τη βαλίτσα κι έχω εκκρεμότητες γελοίες, τα βιβλία σαν πέτρες μαζί μου.

έργο Μιχάλη Κευγά

Στα χέρια μου κρατώ το καινούριο τεύχος του περιοδικού Τεφλόν αρ. 18.

Αφιέρωμα στη σύγχρονη αλβανόφωνη ποίηση. Me pelqejine shqiptaret= Μου αρέσουν οι Αλβανοί.

Μου αρέσουν οι Αλβανοί/ Δεν αγαπούν την κριτική αλλά/ Τους αρέσει να κρίνουν και/Να νομίζουν πως τιμούν τους ήρωες./ Δεν αγαπάνε την αλήθεια. Ούτε το παρελθόν./ Εγκαταλείπουν και τα δύο χωρίς/ Να κοιτάξουν πίσω. Ποτέ δεν ξέρουν/ Που πάνε./ Είναι ενθουσιώδεις. Ζωντανοί./ Νέοι και εκδικητικοί./ Έχουν κατανοήσει τη δημοκρατία/ Έχουν παρεξηγήσει τη θρησκεία./ Και ζορίζονται με τους άρχοντές τους./ Πάντα έχουν πρόβλημα με τον άλλον/ Με τον εαυτό τους τα έχουν βρει από καιρό./ Διαβάζουν πολύ λίγο/ και βαριούνται πολύ γρήγορα/ Τα ινδάλματα.// Τους αρέσει να κοκορεύονται όταν μιλάνε για τον πόλεμο και/ Καμαρώνουν όταν μιλάνε για καυγάδες./ Έχουν την αγάπη στις τσέπες/ Των παντελονιών τους και τρελαίνονται/ Με τους Κροάτες που ανακάλυψαν τη γραβάτα./ Όταν κάνουν λεφτά ξεχνούν τους φίλους τους/ Και παντρεύονται. Σπετίμ Σελμανί (1986).

Κι από ένα άλλο ποίημα «γηραιότερου», του Γιατόν Νεζίραϊ (1977), με τίτλο Μητέρα Τερέζα:

Σε μια δημοσκόπηση σε Αμερικανούς στη Νέα Υόρκη/ Η πλειοψηφία απάντησε ότι η μητέρα Τερέζα ήταν άντρας/Τέλος πάντων , πλάκα κάνω.// Οι Μακεδόνες τη λένε «κόρη της Μακεδονίας»/ Οι Αλβανοί «κόρη της Μακεδονίας»/ Ενώ στην Ινδία τη λένε «κόρη της Καλκούτας/ Και μόνο που είναι Αλβανίδα οι Σέρβοι τη λένε «μουνί».

Γελάω με το ποίημα κι έχω την υποψία μπας κι είμαι Αλβανός. Χτες στο παζάρι η υποψία μου στρεφόταν προς τη γύφτικη μεριά του εαυτού μου.

 

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία