Μια περιδιάβαση στα 30χρονα της παρουσίας μας στο νησί
Έχουν περάσει δεκαετίες από τότε. Ο Γιάννης ήταν μόλις δύο χρόνων κι εμείς λίγο πάνω από τα τριάντα. Το μικρό Σιτροέν ήταν φορτωμένο μέχρι τα μπούνια με τα απαραίτητα είδη κάμπινγκ και ίσα-ίσα προλάβαμε το οχηματαγωγό «Σάος» που ήταν το μοναδικό πλοίο που έκανε τότε την γραμμή Αλεξανδρούπολη-Σαμοθράκη. Πλοίο παλιό και βρώμικο, με μια απαίσια μυρουδιά λαμαρίνας και μούχλας, που λίγα χρόνια αργότερα υπέστη ανήκεστο βλάβη και άφησε για μέρες αποκλεισμένο πολύ κόσμο στο νησί. Το όνομά του το πήρε από το ψηλότερο βουνό της Σαμοθράκης το οποίο ονομάζεται και Φεγγάρι. Σύμφωνα με τους αρχαίους μύθους, από την κορυφή του ο Ποσειδώνας παρακολουθούσε τον Τρωικό Πόλεμο ενώ το όνομα του προέρχεται από τον πρώτο οικιστή του νησιού, τον Σάωνα.
Το βουνό δέσποζε απειλητικό μόλις αντικρίσαμε το νησί. Μαύρα σύννεφα περιέβαλαν την κορυφή του και αστραπές αυλάκωναν τον ορίζοντα. Οι πρώτες σταγόνες της βροχής μας υποδέχτηκαν μόλις το πλοίο έδεσε στο λιμάνι της Καμαριώτισσας. Ο εξοπλισμός του κάμπινγκ έμεινε στο αμάξι και σπεύσαμε να βρούμε δωμάτιο. Η βροχή δυνάμωσε και συνέχισε ασταμάτητα για δυο μερόνυχτα. Η πρώτη επαφή με το νησί ήταν σκέτη απογοήτευση. Την τρίτη μέρα άνοιξε λίγο ο καιρός και αποφασίσαμε να πάμε να στήσουμε την σκηνή μας στο κάμπινγκ. Μόλις ολοκληρώσαμε το επίπονο στήσιμο μιας σκηνής που δεν την ξέραμε πολύ καλά ακούστηκαν οι πρώτες βροντές. Μια δυνατή μπόρα ξεκίνησε συνοδευμένη με έντονες αστραπές στον ορίζοντα. Είπαμε να περιμένουμε, μπόρα είναι θα περάσει, αλλά τα πράγματα όλο χειροτέρευαν. Καταφύγαμε στο αμάξι και περιμέναμε, ματαίως. Ευτυχώς ο Γιαννάκης ήταν ήρεμος και φαινόταν να διασκέδαζε από τις έντονες εικόνες και τους ήχους της καταιγίδας. Μόνη λύση, η επιστροφή στα Θερμά προς αναζήτηση νέου δωματίου. Έλα, όμως, που μόλις βγήκαμε έξω από το κάμπινγκ αντικρίσαμε έναν φουσκωμένο χείμαρρο που είχε καλύψει την άσφαλτο και σχεδόν απέκλειε την πρόσβαση στο χωριό. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Μόνη λύση ήταν να περιμένουμε να ξεθυμάνουν τα νερά και να μπορέσουμε να διασχίσουμε τον χείμαρρο. Με την ψυχή στο στόμα, μιας και το μικρό αμάξι δεν ενέπνεε και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, περάσαμε τον πλημμυρισμένο δρόμο και πήγαμε σε δωμάτιο για άλλη μια μέρα μέχρι να κοπάσει η καλοκαιριάτικη κακοκαιρία. Μετά την ψυχρολουσία της πρώτης, χειμωνιάτικης μέσα στο κατακαλόκαιρο, επαφής με την Σαμοθράκη επιστρέψαμε στην σκηνή μας ελπίζοντας ότι θα στεγνώσει σύντομα από τις μεγάλες ποσότητες νερού που είχε δεχθεί.
Λόγω της καταιγίδας που μας υποδέχτηκε, δεν είχαμε προλάβει να δούμε τον χώρο του κάμπινγκ, χαρακτηρισμένου ως κάμπινγκ φυσικής διαβίωσης. Μείναμε έκθαμβοι από αυτό που αντικρίσαμε. Ένα πυκνό, τόσο πυκνό που οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν ελάχιστα τις φυλλωσιές, δάσος από πλατάνια και ποικίλα άλλων δέντρων, δίπλα στη ακτή. Η παραλία, άγρια και με μεγάλες κροκάλες που δυσκολεύουν την πρόσβαση στην θάλασσα, ήταν διάσπαρτη με καλύβες-καβάντζες καλυμμένες με φτέρες και με σκελετό φτιαγμένο από ξύλα του ξεβράζονται στην ξηρά. Ελεύθερος γυμνισμός, παρέες νεαρόκοσμου ανάμεικτες με οικογένειες και μοναχικούς τύπους. Αυτοσχέδιοι διάδρομοι είχαν φτιαχτεί ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση στην θάλασσα ανάμεσα στις μεγάλες πέτρες της ακτής. Μουσικές ακούγονταν από παντού και τα βράδια οι παρέες άναβαν φωτιές στην παραλία κάνοντας σπονδές στους θεούς της φύσης και της ανεμελιάς. Κάτι σαν παράδεισος και λίγο παραπάνω!
Σ’ όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν άλλαξαν πολλά. Παρ’ όλα αυτά το νησί κρατά τον χαρακτήρα του κι αυτό οφείλεται στο μοναδικό μας κάμπινγκ, στο νεαρόκοσμο που συνεχίζει να συρρέει και στο υπέροχο φυσικό τοπίο που συνεχίζει να μας συναρπάζει. Θα προσπαθήσω να συνθέσω μερικές ιστορίες-βιώματα, θυμίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις που σφράγισαν τα καλοκαίρια μας, τριάντα και πλέον χρόνια στο νησί.
Ο βιολιστής της παραλίας και η Ρωξάνη
Κάθε πρωί, ανελλιπώς, το ξύπνημά μας συνοδευόταν από τους ήχους ενός βιολιού που λες και ερχόταν μέσα από την θάλασσα. Τι καλύτερο να περιμένει κανείς για να ξεκινήσει την μέρα του! Ακολουθήσαμε τον ήχο της υπέροχης μελωδίας και αντικρίσαμε μια περίεργη μορφή, μικροκαμωμένος με μυτερό μούσι και ανακατωμένα μαλλιά, να παίζει δίπλα αφοσιωμένος στο κύμα. Ο Γιαννάκης τον παρακολουθούσε εκστατικός, ήταν η πρώτη του επαφή, και ίσως καθοριστική, με την μουσική. Από τότε, πηγαίναμε κάθε πρωί για να ακούσει, με ευλαβική προσήλωση, το μοναχικό παραθαλάσσιο ρεσιτάλ. Ο βιολιστής ήταν μέλος της ορχήστρας της ΕΡΤ και κάθε καλοκαίρι ξεκινούσε από την Αθήνα, με την βάρκα του πίσω από το αμάξι, και ανηφόριζε προς την Σαμοθράκη. Για ένα μήνα, ψάρευε και τα πρωινά μας χάριζε τις νότες του, κυρίως περίτεχνα κλασικά μοτίβα που έδεναν μοναδικά με το περιβάλλον του κάμπινγκ. Εκτός από τον Γιαννάκη, καθημερινή ακροάτριά του ήταν η Ρωξάνη, νηπιαγωγός που περνούσε όλο το καλοκαίρι της στο νησί. Ψάρευε κι αυτή αλλά με έναν περίεργο δικό της τρόπο, κολυμπώντας ταυτόχρονα, με μια σημαδούρα να την ακολουθεί και να την προστατεύει από τυχόν περιπλέοντα ταχύπλοα. Η Ρωξάνη, με ιδιαίτερο εικαστικό και κατασκευαστικό ταλέντο, είχε δημιουργήσει ένα μυθικό περιβάλλον στον χώρο γύρω από την σκηνή της, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως «Το μαγεμένο δάσος της Ρωξάνης» και απαθανατίστηκε με την ιδιαίτερη ματιά και το πενάκι του σκιτσογράφου ΑΝΤΩ, έναν από τους κλασικούς μύστες του κάμπινγκ της Σαμοθράκης!
Ο μικρός κοκκινομάλλης Γιάγια
Την Σαμοθράκη, την ανακάλυψαν και την επισκεπτόντουσαν κάθε χρονιά, αρκετές οικογένειες ισραηλινών. Ήταν εναλλακτικές οικογένειες περιηγητών που ξεκίναγαν από τις Ινδίες και κατέληγαν στην Ελλάδα, με κοινό τους χαρακτηριστικό τα πολλά παιδιά, πράγμα που θύμιζε το εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης «Αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσετε τον κόσμο». Κατασκήνωναν στις καλύτερες καβάντζες μιας κι ερχόντουσαν στην Σαμοθράκη νωρίτερα από όλους. Αν έκανες το λάθος να κατασκηνώσεις κοντά τους δεινοπαθούσες γιατί ήσουν αναγκασμένος να ακούς, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, κλάματα μωρών. Άφηναν τα παιδιά τους να κλαίνε χωρίς καμιά παρέμβαση. Στις όποιες ευγενικές προσπάθειες έκφρασης παραπόνων από τις γειτονικές σκηνές, απαντούσαν ότι αυτός είναι ο τρόπος διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους και δεν αλλάζει. Σα να ήταν μόνοι τους στο κάμπινγκ ή να ήταν υπεράνω των υπολοίπων, αδιάφοροι για το αν ενοχλούν, με μια ιδιοκτησιακή νοοτροπία που έφερνε στο μυαλό έναν ιδιότυπο σιωνιστικό εποικισμό, εκμεταλλευόντουσαν την ανοχή μας.
Ένα γλυκύτατο μωρό, με σγουρό πυροκόκκινο μαλλάκι, ξεχώριζε από το μεγάλο πλήθος των παιδιών των ισραηλινών. Παρακολουθούσαμε τον μικρό Γιάγια να μεγαλώνει μέχρι που έγινε δεκαέξι χρόνων. Είχε ήδη μεσολαβήσει η γενοκτονία στην Γάζα και στους χώρους του κάμπινγκ δέσποζαν συνθήματα εναντίον του κράτους-δολοφόνου του Ισραήλ και σημαίες της Παλαιστίνης. Οι ισραηλινοί, ενοχλημένοι, κάλεσαν σε συνάντηση τους κατασκηνωτές και αναπαρήγαγαν τα γνωστά άλλοθι της ανασφάλειας, της διαρκούς απειλής και της αμυντικής στάσης του Ισραήλ. Δεν περίμενα τέτοια ευθυγράμμιση στο κυρίαρχο αφήγημα του σιωνισμού από τους εναλλακτικούς περιηγητές γείτονές μας. Ενώ στην χώρα τους λίγοι αντιρρησίες συνείδησης δίνουν μια άνιση μάχη ενάντια στον σιωνιστικό φασισμό, αυτοί περιηγούνται εκ του ασφαλούς ανά τον κόσμο χωρίς να διαφοροποιούνται ουσιαστικά από την δολοφονική, στρατοκρατική πολιτική του Ισραήλ. Πήραν, βέβαια, τις απαιτούμενες απαντήσεις και το κάμπινγκ γέμισε όλο και περισσότερο με συνθήματα και σημαίες της Παλαιστίνης.
Την επόμενη χρονιά οι ισραηλίτες δεν εμφανίστηκαν, παρά ελάχιστοι, στην Σαμοθράκη. Μάθαμε, όμως, ένα ιδιαίτερα δυσάρεστο κι απογοητευτικό νέο. Ο μικρός μας Γιάγια είχε καταταγεί στον IDF, στον δολοφονικό στρατό του Ισραήλ…
Ο Χρήστος κι ο Γιάννης, οι πατριάρχες του κάμπινγκ
Αν κάποιος χώρος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο ομφαλός του κάμπινγκ, δεν θα ήταν άλλος παρά η εγκατάσταση του Χρήστου και του Γιάννη. Η τέντα μπροστά στις σκηνές τους ήταν ένα φιλόξενο κέντρο διερχομένων όπου οι πάντες σταμάταγαν και να πούνε μια καλημέρα ή να ανοίξουν μια, συνήθως μακροσκελή, κουβέντα με τον λαλίστατο Χρήστο. Ηλικιωμένοι κι οι δυο, πολύ διαφορετικοί αλλά συμπληρωματικοί μεταξύ τους, γκρινιάρηδες, ανοιχτόκαρδοι, χαιρόσουν να τούς κάνεις παρέα. Ο Χρήστος, με τις ατελείωτες ιστορίες του από τις ναυτικές περιπλανήσεις της νεότητάς του διανθισμένες με λατινοαμερικάνικες κιθαριστικές μελωδίες. Ο Γιάννης, με το φιλοσοφημένο χιούμορ του, τις υπέροχες ατάκες του, τις φυσαρμόνικες με τις οποίες συνόδευε τον Χρήστο και τις γελοιογραφίες του με τις οποίες απεικόνιζε διαβρωτικά την τρέχουσα κοινωνική και πολιτική συγκυρία.
Εδώ και αρκετά χρόνια, ο δήμος Σαμοθράκης εγκατέλειψε το κάμπινγκ φυσικής διαβίωσης. Στέλνει μόνο ένα όχημα για την αποκομιδή των σκουπιδιών και όλα τα υπόλοιπα επαφίενται στην μέριμνα των κατασκηνωτών. Αν δεν υπήρχε ο Χρήστος με την προθυμία, την τεχνογνωσία, την πλήρη γκάμα εργαλείων που έχει πάντα μαζί του, δεν θα λειτουργούσαν οι τουαλέτες και τα ντουζ του τέταρτου τομέα, απολύτως απαραίτητα για τις ανάγκες των κατασκηνωτών, κάποιοι από τους οποίους αναλαμβάνουν καθημερινά την καθαριότητα αυτών των χώρων. Το κάμπινγκ σιγά-σιγά μετατράπηκε σε αυτοδιαχειριζόμενο χώρο ενώ τα ψάρια που έβγαζαν ο Χρήστος και ο Γιάννης στο απογευματινό τους ψάρεμα αποτελούσε το καθημερινό γεύμα για φίλους και περαστικούς από το φιλόξενο «σαλονάκι» των πατριαρχών του κάμπινγκ. Μόνο ο Γιάννης αδιαφορούσε για την ποικιλία λυθρινιών και κολιών και προτιμούσε τις μελιτζάνες και τις μπάμιες που έφερνε στο τραπέζι η Ειρήνη!
Ο Βαγγέλης κι η παρέα των Σουφλιωτών
Ο Βαγγέλης από το Σουφλί, παλιός μου συμφοιτητής στο Πανεπιστήμιο, έρχεται στην Σαμοθράκη από τις αρχές της δεκαετίες του 1980. Καλοπροαίρετος, δοτικός και πολυπράγμων, έχει καταχωρηθεί ως ο φιλόξενος οικοδεσπότης του τρίτου τομέα. Σ’ αυτόν απευθύνεται όποιος ψάχνει μια καλή καβάντζα ή όταν του λείπει κάτι στον κατασκηνωτικό του εξοπλισμό, φτιάχνει τον καλύτερο τούρκικο καφέ Κομοτηνής που πάντα φέρνει μαζί του ο Ανέστης, συνοδεύει αποτελεσματικά σε αναβάσεις σε μακρινές βάθρες και έχει στήσει μια πλήρως λειτουργική κουζίνα μαγειρέματος την οποία αξιοποιεί δεόντως η Βιργινία. Έχει καταφέρει να συγκεντρώσει στην «γειτονιά» του αρκετούς σουφλιώτες κι όλοι μαζί αποτελούν μια μεγάλη παροικία που ανταγωνίζεται σε αριθμό την, πάλαι ποτέ, πολυάριθμη και επεκτατική ισραηλινή κοινότητα! Αγαπημένο του θέμα αποτελούν τα φοιτητικά μας χρόνια και συνεχώς επαναφέρει στις κουβέντες μας απολαυστικά στιγμιότυπα, ανέκδοτα γεγονότα και αγαπημένα πρόσωπα της γενιάς του 1980 στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων!
Ο Καρντάσης ο βιβλιοπώλης
Ένας πολυπράγμων τύπος, ο επονομαζόμενος Καρντάσης, έκανε ανέκαθεν αισθητή την παρουσία του στην μικρή κοινωνία του κάμπινγκ. Υποδεχόταν συχνά νέους κατασκηνωτές προτείνοντάς τους πιθανές καβάντζες και τούς παρουσίαζε τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχαν οι βεντούζες και το μασάζ που έκανε στον χώρο μπροστά από την σκηνή του. Είχε μάλιστα στήσει ένα ψηλό, ειδικό κρεβάτι μασάζ ανάμεσα σε αραχνοΰφαντες κουρτίνες όπου πρόσφερε τις ιαματικές του υπηρεσίες. Συχνά-πυκνά έβλεπες κοπελιές με τις πλάτες τους σημαδεμένες από τις βεντούζες του Καρντάση. Επίσης, κάθε σούρουπο, πήγαινε στην προστατευμένη με χοντρό πλαστικό σκηνή-αποθήκη του και φόρτωνε το παμπάλαιο αμάξι του με βιβλία που προοριζόταν για τον πάγκο που έστηνε κάθε μέρα στα Θερμά. Ο μεγάλος πάγκος του ήταν συνήθως στέκι φίλων και γνωστών και φιλοξενούσε παλιά βιβλία, μερικές σπάνιες και σημαντικές εκδόσεις, μπέστ σέλερ μυθιστορήματα και μια καλή συλλογή βινυλίων. Το αποκορύφωμα, όμως, του καλοκαιριού ήταν το μεσημεριανό, που έφτανε μέχρι αργά το βράδυ, πάρτι του Καρντάση, με ζωντανή μουσική, αποκλειστικό έδεσμα το χταπόδι με κοφτό μακαρονάκι και πρωτότυπο σόου με οριεντάλ χορό που κατέληγε σε άγριο μασάζ με χρήση χταποδιού (!), στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο κύριος Πυροσκίδης.
Ο κύριος Πυροσκίδης
Ένα όμορφο παλληκάρι περιδιαβαίνει εδώ και χρόνια τις γειτονιές του κάμπινγκ τα πρωινά, κρατώντας ένα καλάθι γεμάτο πιροσκί με τρία είδη γέμισης: τυρί, πατάτα και μερέντα. Σε κάθε στάση του αστειεύεται, σχολιάζει με τους κατασκηνωτές την επικαιρότητα και πολλές φορές ξεχνιέται με βαθυστόχαστες αναλύσεις, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις πωλήσεις των πρωινών εδεσμάτων. Έχει εγκαταστήσει στην καβάντζα του μια μεγάλη γκαζιέρα και με την βοήθεια της αδερφής του φτιάχνουν νοστιμότατα πιροσκί με την συνταγή της γιαγιάς τους. Έτσι, ήταν επακόλουθο να λανσάρει το όνομα «Πυροσκίδης» και να το πλασάρει ως πρωτότυπο μάρκετινγκ προώθησης των χειροποίητων προϊόντων του!
Ο μοναχικός δάσκαλος με τις πρωτότυπες κατασκευές του
Εκεί που καταλήγει στην θάλασσα ο τρίτος τομέας του κάμπινγκ υπάρχει, μόνιμα εγκατεστημένο, ένα τροχόσπιτο το οποίο έχει την μορφή μπαρ, με την μια πλευρά του να ανοίγει και να δημιουργεί μια μεγάλη μπάρα με σκαμπό. Το μπαρ δεν έχει ωράριο, σερβίρει μόνο όταν έχει διάθεση ο μπάρμαν κι αν υπάρχει κάποιο διαθέσιμο ποτό. Που και που, όταν υπάρχει η κατάλληλη παρέα, εμφανίζεται κι ένας προβολέας για προβολή ταινίας δίπλα στην θάλασσα. Αυτό, όμως, που είναι εντυπωσιακό και κλέβει την παράσταση, είναι η εντυπωσιακή εικαστική παρέμβαση στον περιβάλλοντα χώρο του τροχόσπιτου. Όμορφες συνθέσεις με πέτρα, ξύλο και πανί, σκίαστρα με καφετιές αποξηραμένες φτέρες, ευφάνταστα ειδώλια κατασκευασμένα με λειασμένα ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα, διαμόρφωση της ακτής με πεζούλια από τις κροκάλες που μετακινούνται από την θάλασσα ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση, δημιουργία μεγάλων διαδρόμων που χρειάζονται διαρκή συντήρηση λόγων των συχνών, μεγάλων κυμάτων, με αποκορύφωμα τον διάδρομο με σακιά γεμάτα χαλίκι και σκινί στήριξης για όσους έχουν μεγαλύτερες δυσκολίες. Όλα αυτά τα κατασκευάζει ο μοναχικός δάσκαλος, με προσήλωση, μεράκι και ιδιαίτερη αισθητική άποψη!
Η Βαγγελιώ, η θεραπαινίδα της μεγάλης θεάς
Η Βαγγελιώ ταξιδεύει κάθε χρόνο με το παλιό, μικρό αυτοκίνητό της από την Αθήνα για την Σαμοθράκη. Κάθε πρωί, αχάραγα, πηγαίνει στο Ιερό των Μεγάλων Θεών στην Παλαιόπολη όπου μένει αρκετές ώρες κοντά στην θεά της, όπως λέει. Η Μεγάλη Θεά της Σαμοθράκης ήταν η Μεγάλη Μητέρα (Αξίερος), η κύρια χθόνια θεότητα της φύσης και της γονιμότητας. Λατρευόταν στο Ιερό των Μεγάλων Θεών στην Παλαιόπολη μέσω των Καβείριων Μυστηρίων, προσφέροντας άσυλο και πνευματική λύτρωση. Αργότερα ταυτίστηκε με την θεά Δήμητρα. Οι Κάβειροι συχνά ταυτίζονταν και με τους Μεγάλους Θεούς των Μυστηρίων της Σαμοθράκης. Θεωρούνταν γενικώς κακοποιά πνεύματα, κακοί δαίμονες που από τα βάθη της γης και από το βυθό της μητέρας τους της θάλασσας εξακόντιζαν φωτιά και τράνταζαν τη γη. Σε αυτούς αποδιδόταν οι σεισμοί και οι πυρκαγιές. Επίσης ήταν κοντοί στο ύψος, είχαν μεγάλα γεννητικά όργανα και ήταν υπερφυσικά πνεύματα που εκπροσωπούσαν την υπόγεια φωτιά και τις μεταλλευτικές εργασίες. Η καθημερινή αυτή επαφή είναι μια ιδιαίτερη πνευματική εμπειρία για την Βαγγελιώ που την βοηθά, όπως υποστηρίζει, στα προβλήματά της. Επίσης, κάθε απόγευμα, ακούγεται μέσα στο κάμπινγκ η θαυμάσια φωνή της να ερμηνεύει μόνο ένα τραγούδι: την «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη, ποιος ξέρει για ποιον λόγο…
Σε μια σύντομη περιήγηση στα Θερμά, ξεκινώντας και κατηφορίζοντας από το τέλος του δρόμου προς την γριά βάθρα, κάνουμε ειδική μνεία στον Στέλιο και την ταβέρνα «Ξένια», το όνομα της κόρης του. Άγρια σαμοθρακίτικη φάτσα, με χιούμορ και καλοσύνη, κορυφαίος ψήστης που ξεχωρίζει από τις ευφάνταστες ποδιές που τού κάνουν δώρο οι κόρες του, με ξεκαρδιστική αυτή που έγραφε «Οι πενήντα αποχρώσεις του γκρίλ»! Λίγο παρακάτω είναι η παλιά ταβέρνα «Γριά βάθρα», με τα τραπέζια της σε χωμάτινο δάπεδο κι ανάμεσα σε γιγαντιαίες ορτανσίες, εκεί όπου ο δίχρονος Γιαννάκης έκανε την πρώτη επαφή του με την ζωντανή μουσική ακούγοντας με ευλάβεια την ρεμπέτικη κομπανία που έπαιζε τότε κάθε μέρα στο μαγαζί. Κατόπιν συναντάμε «Το περιβόλι του ουρανού», με λαϊκή ορχήστρα και την σερβιτόρα να σερβίρει φορώντας μόνο το μαγιό της, κάνοντας χορευτικά διαλείμματα με την παρέα της, νεαρά παιδιά αλλά και μεγαλύτερους από διπλανά τραπέζια, σε βραδιές με ατελείωτα γλέντια! Μπαίνοντας στο χωριό, μια απαραίτητη στάση γίνεται στο ζαχαροπλαστείο του Φαλέκα, αγαπημένο στέκι των παιδιών που κατασκηνώνουν στις κοντινές βάθρες του χωριού. Φρέσκα πάμφθηνα γλυκά διά χειρός του παππού Φαλέκα, με σπεσιαλιτέ τον τοπικό χασλαμά και τον κορυφαίο μπακλαβά, χειροποίητες μπουγάτσες όλων των ειδών, καλός και φτηνός καφές και αυτοσχέδια γλεντάκια με μουσικά όργανα. Ευγενικό και φιλικό περιβάλλον, γεμάτο κόσμο από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ! Στο κέντρο του χωριού δεσπόζει το «απόλυτο» καφενείο, πάντα γεμάτο κόσμο, κάτω από τεράστια πλατάνια και κατάφυτο από πολύχρωμες ορτανσίες, με μοχίτο σπέσιαλ για το κλείσιμο της βραδιάς. Δίπλα στο καφενείο είναι η πλατεία μπροστά από τα εγκαταλειμμένα θερμά λουτρά, που αποκτά έντονη ζωή αργά το βράδυ με μεγάλες παρέες φοιτητών να κάνουν αυτοσχέδια πάρτι με μουσικά όργανα, χορούς, τραγούδια και δεκάδες κουτάκια μπύρες από το σούπερ μάρκετ. Κατηφορίζοντας τον δρόμο προς την θάλασσα καταλήγουμε στο πιο όμορφο μπιτς μπαρ που έχω δει, το «Σαόκι». Κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ξύλο, με περίτεχνες κατασκευές που περιλαμβάνουν παλιά σκάφη, ινδιάνικες σκηνές, πρωτότυπες ξύλινες πολυθρόνες και ξαπλώστρες, το Σαόκι φιλοξενούσε ιδιαίτερα πετυχημένες συναυλίες με γνωστά συγκροτήματα της ροκ και της ρέγκε σκηνής. Αξέχαστα παραμένουν τα χορευτικά ντίσκο πάρτι και τα live των Sexy Christians και του Στεφανάτι με το Κακό Συναπάντημα!
Στην αυλή του κλειστού πέτρινου σχολείου στα Θερμά έκανε παλιά τις προβολές της η κινηματογραφική λέσχη Σαμοθράκης. Κατόπιν μεταφέρθηκε έξω από την Καμαριώτισσα, στον χώρο ενός παλιού εργοστασίου ο οποίος αποτελεί ένα στέκι πολιτισμού με ποικίλες εκδηλώσεις καθ’ όλη την διάρκεια της χρονιάς. Η κινηματογραφική λέσχη «Λουκία Ρικάκη» επιλέγει σπουδαίες ταινίες της τρέχουσας περιόδου και μας τις προσφέρει σε ένα περιβάλλον κατάφυτο από πραουστιές (τοπικές δαμασκηνιές). Ότι ταινίες χάσαμε τον χειμώνα τις συμπληρώνουμε στην Σαμοθράκη το καλοκαίρι, σε ένα νησί που πέρα από την άγρια ομορφιά του διαθέτει και διεξόδους πολιτισμού!
Θα ήταν παράλειψη, μιλώντας για την Σαμοθράκη, να μην αναφερθούμε στο ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον του υπόλοιπου νησιού. Ο δρόμος για τους Κήπους, την μοναχική ανατολικότερη παραλία απέναντι από την Ίμβρο, μοιάζει με μια ατέλειωτη διαδρομή σε αμερικάνικη έρημο. Σε ένα οδόστρωμα που καταρρέει συνεχώς αφημένο στην τύχη του από την αδιαφορία του δήμου, συναντάς συνεχώς κατσίκια που κατεβαίνουν στην θάλασσα να πιουν νερό, κάτι που δίνει ιδιαίτερη νοστιμιά στο κρέας τους σύμφωνα με τους ειδήμονες. Το κολύμπι στους Κήπους αποτελεί μια μοναδική εμπειρία, κυρίως αν περάσεις το ακρωτήρι και συνεχίσεις κατά μήκος της ακτής μπαινοβγαίνοντας στις διαδοχικές θαλάσσιες σπηλιές, στα φυσικά υδάτινα τούνελ ανάμεσα στους βράχους και χαζεύοντας τους τεράστιους πέτρινους όγκους που επικρέμονται πάνω από θάλασσα. Οι θαλασσινές σπηλιές φαντάζουν ερωτικά καταφύγια τολμηρών ζευγαριών και, αν είσαι τυχερός, μπορεί να πέσεις πάνω σε κάποιο ζευγάρι φώκιες που παίζουν με το μικρό φωκάκι τους!
Το σήμα κατατεθέν της Σαμοθράκης είναι, βέβαια, οι περίπου εκατό βάθρες της. Φυσικές πισίνες διαφόρων μεγεθών που δημιουργούνται από ποταμάκια και χειμάρρους, σε συνδυασμό με υπέροχους καταρράκτες συνθέτουν, μαζί με την οργιώδη βλάστηση που τις περιβάλλει, μοναδικά τοπία. Η επίσκεψη στις μακρινές πηγές του Φονιά, του πιο γνωστού και επικίνδυνου χειμάρρου του νησιού, αποτελεί συγκλονιστική εμπειρία με αλλεπάλληλες βάθρες σε διάφορα επίπεδα και με ένα πέτρινο περιβάλλον που σού κόβει την ανάσα. Η, εύκολα προσβάσιμη, πρώτη μεγάλη βάθρα του διαθέτει τον μεγαλύτερο καταρράκτη του νησιού κάτω από τον οποίο μπορεί κανείς να απολαύσει ένα έντονο φυσικό μασάζ! Οι πιο κοντινές στο κάμπινγκ είναι οι βάθρες της Μονής Χριστού ή του Γρηγοράκη όπου μπορείς να βουτήξεις στα κρυστάλλινα νερά τους έχοντας υπέροχη θέα στην θάλασσα. Παλιότερα, άξιζε ιδιαίτερα μια εκδρομή στην άλλη πλευρά του νησιού στις βάθρες του Ξηροπόταμου, σε μια θαυμάσια διαδρομή που κατέληγε σε μια μεγάλη βάθρα με καταρράχτη. Δυστυχώς, μια μεγάλη καταιγίδα οδήγησε σε μια καταστροφική πλημμύρα που άλλαξε ριζικά το τοπίο και η μεγάλη βάθρα του Ξηροποτάμου χάθηκε.
Είναι περιττό να συνεχίσουμε την απαρίθμηση μιας και οι βάθρες είναι τόσες πολλές, τόσο όμορφες και διαφορετικές μεταξύ τους. Η μοναδική αίσθηση των τοπίων συνοδεύεται, μάλιστα, και με υπέροχα αρώματα ρίγανης, θυμαριού και άγριας μέντας που φυτρώνουν παντού τριγύρω. Κλείνουμε, λοιπόν, αυτό το χρονικό με τα εξής συμπεράσματα: η Σαμοθράκη, σε αντίθεση με τα περισσότερα ελληνικά νησιά, παραμένει ένα ελευθεριακό καταφύγιο με νεολαιίστικο αέρα, είναι από τα ελάχιστα μέρη όπου τα παιδιά κυκλοφορούν άνετα με οτοστόπ, διατηρεί την άγρια φυσική ομορφιά της και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της μακριά από την ψεύτικη ευμάρεια του υπερτουρισμού, αποπνέει μια μοναδική αίσθηση ελευθερίας, ξεγνοιασιάς και, για τους μυημένους, αποτελεί έναν αναντικατάστατο καλοκαιρινό προορισμό!