Νοσταλγία
Φέρνω ήχους φθινοπώρου μέσα μου.
Η ψύχρα με γλυκαίνει.
Αποκοιμιούνται οι σκέψεις.
Νοσταλγώ έναν Οκτώβρη.
Στο κρεβάτι, οι δυο μας γυμνοί,
καθισμένοι αγκαλιά.
Φουμάρουμε ένα πούρο.
Τα μάτια σου τρέχουν εδώ κι εκεί.
«Τι σκέφτεσαι;»
«Τίποτα».
Σκέφτεσαι, μα το κρύβεις.
Κι όμως, σε καταλαβαίνω.
Μέσα στον Αύγουστο,
σωτήρια η δροσιά.
Μας φέρνεις δυο ποτά.
Ανάβω μόνη μου άλλο ένα πούρο.
Αυτό το «πάντα» να το πάρει η βροχή.
Να το πάρουν οι αέρηδες.
Να διαλυθεί στην παγωνιά,
όποτε εκείνη έρθει.
Και πάλι σιωπή.
Αγκαλιά
Η αγάπη μέσα μου — μέσα σου.
Τα χέρια μας σφιχτά
γύρω απ’ τα κορμιά μας.
Τα πλευρά μου πονούν.
Γιατρεύεις τραύματα.
Πονούν κι αυτά.
Μέσα από τα συντρίμμια μας
αναγεννιόμαστε.
Αγκαλιάζω την πλάτη σου.
Παίζω με τα μαλλιά σου.
Χαϊδεύω διστακτικά το πρόσωπό σου.
Ξαπλωμένοι στο πλάι —
κορμιά πλεγμένα
σαν γαλλική πλεξούδα.
Η αναπνοή μας βαθαίνει.
Να πάγωνε ο χρόνος εδώ.
Αποκοιμιόμαστε αγκαλιασμένοι,
ο ένας μέσα στην ανάσα του άλλου.
Σιωπή
Κάθομαι στο κρεβάτι.
Νύχτα.
Τα φώτα της πόλης στον τοίχο.
Μαζί και οι ήχοι της.
Σε περιμένω να έρθεις.
Εδώ — ένας τόπος
χωρίς λογική.
Αιωρούμαι.
Μου λείπεις και δε μου λείπεις.
Αφάνταστα και τα δύο.
Η προσοχή μου στην καρδιά
και στους ήχους της πόλης.
Σπείρα που στριφογυρνά.
Κυλά ως τους αστραγάλους.
Οι θόρυβοι —
πότε τρυπούν διαπεραστικά,
πότε σβήνουν στο υπερπέραν.
Το σώμα, πουθενά.
Εγώ, παντού.
Ανοίγει η πόρτα — ήρθες.
Η καρδιά χτυπά ξανά.