Χρήστος Τουμανίδης, Από το βάθος της Αιτίας, Συγκεντρωτική έκδοση, Ποιήματα (1978-2005), εκδ. Κουκίδα, Αθήνα 2018, σελ. 210.

In Κριτική, Λογοτεχνίαby mandragoras



Λυγίζω μπρος στα θαύματά σου ουρανέ

[ ] «Έχω τόσο μαύρο που οι λέξεις μου χάνονται.
Δεν ξέρω πού να μπήξω το πιρούνι.
Η λαιμαργία ετούτη και η σιωπή,
το Μεσολόγγι ανάστροφο
πάνω απ’ την περηφάνια μου. Φοβάμαι σας λέω.»
Είπε και σηκώθηκε μόνος, μεγάλος και όμορφος
και δυνατός στη μέση.
Κι έκανε κάτι που θύμιζε Ζεϊμπέκικο ή
Ζάλογγο
ή μόνο το πρώτο γράμμα.
Με μιας όλα τα μάτια πέσανε στην πόρτα.
Η σιωπή έτριξε σαν γυαλί.
Νύχτα με σιωπές και στεναγμούς.
Καθένας γύρευε το ανάστημά του.
και δεν το ’βρισκε.
Τότε ήταν που –άξαφνα πάλι–
χαμήλωσε η οροφή και το τραπέζι
και «Ακούς μια άλλη Κυριακή, μα είναι η Μόνη εδώ.
Αύριο θα ’ναι αργά στο Μεσολόγγι. Καληνύχτα.»
Είπε και βρόντηξε πίσω του τη νύχτα.
Και ο βρόντος γέμισε–
ό,τι ως εκείνη τη στιγμή έμενε άδειο.


«Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο–»
(Μεσολόγγι, απόσπασμα, από την ενότητα «Σημειώσεις μιας Κυριακής» της συλλογής, Απόπειρες, 1981)

Η ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη είναι προσεγμένη με καλά διευθετημένες λέξεις, με έντονα διατυπωμένα συναισθήματα, εύλογη, μεστή και ουσιαστικά διαρθρωμένη ανάμεσα στους στίχους. Ιδιαίτερα στα μεγάλα του ποιήματα όπου ο κίνδυνος πλατειασμών και ασάφειας είναι μεγάλος, ο Τ. καταφέρνει να φτιάξει ένα όλον ακριβές, πυκνό άρτιο από κάθε άποψη. Δεν λείπει και δεν περισσεύει τίποτα. Κι είναι πολλά τα μεγάλα ποιήματα, πριν επιδοθεί στα ολιγόστιχα χαϊκού. Και όλα αψεγάδιαστα.

Ο χρόνος κυρίαρχος στη ποίησή του διατρέχει πρόσωπα, καταστάσεις, σκέψεις, σιωπές: όταν τελειώνουν οι λέξεις μένει η σιωπή των χεριών. Σε τίποτα δεν ωφελούν τα ρολόγια, λέει σε κάποιον στίχο και κάπου αλλού: «έμεινα με τις λέξεις σφηνωμένες στον ουρανίσκο».   

Στην παρούσα έκδοση ο Χρήστος Τουμανίδης (γεν. Μάιος 1952, στη Λιθαριά της Πέλλας όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι να «μεταναστεύσει» οριστικά στο κλεινόν άστυ, βλ. τας ενδόξους Αθήνας!) περιλαμβάνει ποιήματα 27 χρόνων από τις ποιητικές του συλλογές Αστάθμητα, Αθήνα, 1978, Απόπειρες, Διογένης, 1981, Η ώρα του λιμανιού, Πλέθρον, 1987, Αντίστιξη των άστρων, Μανδραγόρας, 1997, και Κεριά θυέλλης, Γαβριηλίδης, 2005.

Μια παρατήρηση καταρχήν: τα περιεχόμενα στην ποίηση συνήθως μπαίνουν στο τέλος του βιβλίου σε αντίθεση με το δοκίμιο και την πεζογραφία, όπου προηγούνται. Επίσης είναι καλό να ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές των ποιητικών ενοτήτων μια κι ο αναγνώστης δεν έχει άμεση πρόσβαση στις μεμονωμένες συλλογές.

Μια δημιουργική δυναμική και συνάμα ανήσυχη παρουσία στα ελληνικά γράμματα, στα σαράντα χρόνια της δημιουργίας του, επιμένει σε πείσμα συντεχνιών και δικολάβων της ποίησης να υπηρετεί με συνέπεια και ευθύνη την τέχνη του.  

Ο Τουμανίδης εξακολουθεί να συνομιλεί με τον απέναντί του πλησίον, διαλέγεται και διαλογίζεται σε μια γλώσσα καθημερινή, (απλή, λιτή, ανθρώπινη), καταπιάνεται με γεγονότα τρέχοντα παγκόσμια κι ανθρώπινα, καταθέτοντας μια πολιτικά ευαίσθητη και κοινωνικά ευθύβολη ποίηση, έντιμη, ειλικρινή και γι’ αυτό ξεχωριστή. Ποιητής εξωτερικού χώρου παρά τα έντονα υπαρξιακά του ερωτήματα.

Οι τόποι (Ακρόπολη, Λυκαβηττός, Δαφνί, Αλιάκμονας) και τα πρόσωπα (ο Σκαλκώτας, ο Κουλουφάκος, ο Ρίτσος, ο Πέτρος, ο Φώτης, η Φωτεινή) της Ελλάδας είναι δικοί του τόποι κι οι άνθρωποι της ιεροί: Γριές με τα μαύρα μαντήλια,/ με βαριές ανεμόδαρτες νύχτες στην πλάτη./ Σταματούν στο Λιτόχωρο./ Συνεχίζουν.// Βράδυ θα μπουν στη Κατερίνη, για να κλάψουν.  

Αλλού: Οι ανθισμένες μηλιές σου, Νάουσα/ μειδιάματα θαρρείς του Κάτω Κόσμου./ Μιλημένο το ακατόρθωτο σήμερα.// Από δω τάφοι, από κει καταρράκτες./ ωραίοι νεκροί πλάι μας,/ ορθοί να υποδείχνουν τα φτερά./ Το δρόμο που δεν πήραμε ακόμη.

Για τον Τουμανίδη εξίσου ιερές είναι οι μέρες της βδομάδας, προεξάρχουσας δικαίως της Κυριακής, οι μήνες, οι εποχές, αλλά και οι μνήμες (μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, αλλά και μέσα απ’ την ψυχή μας) που γιγαντώνονται στα δύσκολα παρόντα «Γιατί η ζωή πρέπει να προχωράει στο φως». Ανθρώπινος ποιητής λοιπόν και δεν είναι διόλου πλεονασμός καθώς άλλο τέχνη κι άλλο άνθρωπος. Και συχνά τα δυο δεν συμπίπτουν.

«Ας ήταν οι άνθρωποι αδέξιοι από ευτυχία μονάχα», γράφει σε ένα στίχο του συμπυκνώνοντας σε μια ευχή, σε μια ουτοπία το ποιητικό του αλλά και το οντολογικό του πιστεύω.


Κωνσταντίνος  Α. Κρεμμύδας