Τρία νέα ποιητικά βιβλία του Τόλη Νικηφόρου

In ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Ποίηση by mandragoras

 

Συστατικά στοιχεία του καπνού, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2025, 43 σ., ISBN: 978-960-592-206-1

Μια νύχτα κι ένα όνειρο, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2025, 43 σ., ISBN: 978-960-592-212-2

Η Κοινοκτημοσύνη του χρυσού, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2025, 43 σ., ISBN: 978-960-592-218-4

Ο Τόλης Νικηφόρου, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες, έχει μια μακρόχρονη πορεία στα ελληνικά γράμματα, που ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και φτάνει έως σήμερα, μέσα από δεκάδες ποιητικές συλλογές, δοκίμια και πεζογραφικά έργα κι αποτελεί μια από τις σταθερές φωνές της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης. Η ποίησή του, έως και τις τρεις πρόσφατες συλλογές που εξετάζουμε εδώ, Συστατικά στοιχεία του καπνού, Μια νύχτα κι ένα όνειρο και Η Κοινοκτημοσύνη του χρυσού, που τις εξέδωσε το 2025, στις καλαίσθητες εκδόσεις «Μανδραγόρας» του ακάματου Κ. Κρεμμύδα, όλες αφιερωμένες στη Σοφία και το Νίκο, χαρακτηρίζονται από ενδοσκόπηση και αναζήτηση νοήματος, από μεταφυσική ευαισθησία που συχνά διαθλάται μέσα από καθημερινές εικόνες, από επαναδιαπραγμάτευση της μνήμης, του χρόνου και του ασυνείδητου, από μια αέναη σύγκρουση φωτός-σκότους, μνήμης-λήθης, έρωτα-απώλειας.

Ο τίτλος της πρώτης συλλογής, Συστατικά στοιχεία του καπνού, μοιάζει να λειτουργεί ως μεταφορά εσωτερικής «χημικής» σύνθεσης της ύπαρξης· αντί για ανθρώπινα στοιχεία (αίμα ή αναπνοή), ο ποιητής επιλέγει τον καπνό, συστατικό διεισδυτικό, μεταβατικό, μοναχικό, φευγαλέο. Ο «καπνός» εδώ δεν είναι εικόνα· είναι σύμβολο μνήμης, υπενθύμιση απουσίας και ταυτόχρονα παρουσίας. Σε κάθε στίχο, αυτό που μοιάζει να «καίγεται» δεν είναι το σώμα αλλά η ανάμνηση, ο χρόνος. Πρόκειται για μια αναδιάταξη του παρελθόντος σε μια ώριμη στιγμή της ζωής του ποιητή, όπου «βιβλία/χιλιάδες, βιβλία/ξένα και δικά μου», «φωτογραφίες», «μνήμες ατέλειωτες», συνθέτουν μια ποιητική που μοιάζει με σύννεφο καπνού, σαν «καμινάδα» ζωής που εκπέμπει ό,τι έχει ζήσει ο δημιουργός και γίνεται πλέον αναπόσπαστο στοιχείο του ποιητικού σύμπαντος, όπως μαρτυρά το τελευταίο ποίημα «Η Τελική σφραγίδα» (σ. 41).

Η συλλογή μοιάζει να κινείται γύρω από τρεις άξονες: α) τη μνήμη και το παρελθόν, με αναμνήσεις που δεν είναι απλές «εικόνες», αλλά συστατικά που εισδύουν στην ύπαρξη, όπως ακριβώς τα μόρια του καπνού διαχέονται στον αέρα, και χωρίς ποτέ να ξεθωριάζουν ολοκληρωτικά· β) την απώλεια και τη λήθη, γιατί πολλές φορές η «καύση» μοιάζει με μεταφορά για το τι χάνεται, χωρίς όμως να εξαφανίζεται εντελώς, αφού κάποιο δομικό στοιχείο της ύπαρξης πάντα παραμένει· γ) την ποίηση και την αντίληψη ότι ο ποιητής δεν επικεντρώνεται μόνο σε αφηρημένες ιδέες αλλά μετατρέπει τον λόγο σε αίσθηση, σε μυρωδιά, που συνθέτουν μια βαθύτερη αλήθεια, όπως στο ποίημα «Μάθε το»:

αν σε αιφνιδιάζει ένα σπουργίτι / και σε θαμπώνουν κίτρινες πεταλούδες / αν σου χαμογελάει ένα μικρό παιδί / κι εσύ χαϊδεύεις τρυφερά ένα γατάκι / αν ένα βλέμμα της σε πυρπολεί  // είσαι ποιητής κι ας μην το ξέρεις (σ. 18)

            Διακρίνουμε απ’ αυτούς τους στίχους πως δεν υπάρχει καμία αίσθηση «ποιητικής μοναδικότητας» που να απαιτεί ειδικά ταλέντα ή προνόμια. Ο ποιητής λειτουργεί ως παρατηρητής, αφού κανείς δε γεννιέται ποιητής, αλλά αναγνωρίζεται μέσα από την ένταση της συγκίνησης απέναντι στον κόσμο. Η εικόνα είναι απλή, καθημερινή· άλλοτε παιδί, άλλοτε σπουργίτι ή πεταλούδα, με το κάθε στοιχείο να συνοψίζει μια στιγμή προσοχής, ένα φως που σε αιφνιδιάζει. Στη συνέχεια, η εμπλοκή του παρελθόντος και της μνήμης είναι εμφανής στο ποίημα, «Παλιά γειτονιά»:

με την επέλαση του χρόνου / τόλμησα να περάσω απόψε / να δω αν έχει κάτι απομείνει / από την παιδική μου γειτονιά // και είδα (…) φαντάσματα στους χωματόδρομους / να παίζουν αυτοσχέδια παιχνίδια (σ. 34)

Ο χρόνος εδώ δεν είναι απλά αφηρημένη έννοια· γίνεται γεωγραφία, τοπίο και μνήμη. Η «παλιά γειτονιά» παρουσιάζεται σαν ένα συμβολικό τοπίο όπου ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με φαντάσματα του παρελθόντος, με εικόνες κι αισθήσεις που είναι ταυτόχρονα οικείες κι αλλόκοτες. Η χρήση της λέξης «φαντάσματα» υποδηλώνει ότι αυτό που επιστρέφει δεν είναι πραγματικότητα αλλά σκιά μνήμης, μελαγχολία και σκέψη πάνω σε όσα έχουν χαθεί, είτε στον χρόνο είτε στην ύπαρξη. Αυτή η προσέγγιση, να μετατρέπεις τη μνήμη σε παραστατική εικόνα είναι τυπική για τον Τ. Νικηφόρου: η μνήμη δεν αναλογίζεται, αλλά διαθλάται στους στίχους ως ζωτική ουσία του ποιητικού κόσμου. 

Όλα αυτά αποδίδονται με σύντομους, συμπυκνωμένους στίχους που συχνά αρκούνται σε εικόνες αντιθέσεων (φως/σκοτάδι, ανάσα/καπνός, μνήμη/λήθη)· με μια μουσικότητα που δεν είναι μελοποιημένη, αλλά παλλόμενη, ο λόγος κυμαίνεται ανάμεσα στην εσωτερική ανάσα και το εξωτερικό βλέμμα και μια εμπειρία εμφανίζεται να είναι περισσότερο βαθιά, σαν μια σιωπηρή περισυλλογή παρά μια γραμμική αφήγηση, όπως όταν κάποιος κοιτάζει τον καπνό να βγαίνει και να χάνεται, ενώ ταυτόχρονα θυμάται κάτι σημαντικό.

Στην ποιητική συλλογή Συστατικά στοιχεία του καπνού ο Τόλης Νικηφόρου φαίνεται να θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα: τι παραμένει όταν όλα μοιάζουν να έχουν «καεί»; ποια τραυματικά και υπαρξιακά στοιχεία δεν εξατμίζονται ποτέ και πώς ο ποιητικός λόγος μπορεί να «αναπνέεται» όπως ο καπνός, διασκορπίζοντας ποικίλα νοήματα; Η συλλογή αυτή, όπως και άλλες προηγούμενες, αν κι αποτελεί μια μορφή αυτοβιογραφίας χωρίς τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου, οι αναφορές στη μνήμη είναι υπαρξιακές και όχι αυτοαναφορικές, δηλαδή εξερευνούν τον μεγακόσμο, καθώς αναδύονται από τον καθημερινό μικροκόσμο του δημιουργού.

Η δεύτερη συλλογή του, Μια νύχτα κι ένα όνειρο, εντάσσεται νοηματικά στην ευρύτερη ποιητική πορεία του Τόλη Νικηφόρου. Ο τίτλος της συνδέει δύο αντιθετικές/συμπληρωματικές έννοιες, αναφέρεται δηλαδή σε δύο αρχέγονες ποιητικές συνθήκες: α) τη νύχτα, ως στιγμή σιωπής, σκιάς, υπαρξιακής αναμέτρησης με το ασυνείδητο  και το μυστήριο και β) το όνειρο, ως πεδίο όπου η πραγματικότητα διαλύεται και η φαντασία διαδραματίζει μια δράση-πλοκή. Μόνο που στην ποίηση του Νικηφόρου, οι έννοιες της «νύχτας» και του «ονείρου» δεν λειτουργούν ως αυτονόητες, αλλά ως πεδία μάχης και σύγκρουσης μεταξύ εικόνων και συναισθημάτων, κάτι που χαρακτηρίζει την ποιητική του γραφή. Οπότε τα δύο αυτά μοτίβα, προσδιορίζουν με τη σειρά τους, δύο καίρια ζητήματα που αναδύονται στην συγκεκριμένη συλλογή του: α) ότι η νύχτα εμφανίζεται ως συνθήκη ενδοσκόπησης αλλά και ως τόπος όπου η ποίηση αντί να διαλύει, συγκεντρώνει και ενδυναμώνει εικόνες και β) πως το όνειρο προβάλλεται, όχι μόνο ως μεταφορά, αλλά ως πραγματικότητα διπλής όψης, δηλαδή ως συνεχής διάλογος συνείδησης/ασυνείδητου:

Όπως με τις αχτίδες του ήλιου / η ποίηση γράφεται συχνά / και με πυκνό σκοτάδι // αρχαιότερο από το φως / σκοτάδι προαιώνιο και αινιγματικό / ίδια η πηγή της ύπαρξης / αλλά και η κατάληξή της / που κρύβει χίλια μυστικά / φόβους ανείπωτους / τα αναπάντητά μας ερωτήματα // τολμώ να γράψω για όλα αυτά / και να κάψω τα δάχτυλά μου / ενώ απελπισμένα αναζητώ / σ’ όλη μου τη ζωή το φως (σ. 11).

Ωστόσο η νύχτα δεν αναιρεί το φως· λειτουργεί περισσότερο μεταφορικά για την εσωτερική αναζήτηση νοήματος. Το όνειρο, με τη σειρά του, δεν είναι αποσυνδεδεμένο από την πραγματικότητα αλλά ένα είδος σύνδεσης· μπορεί να είναι αντικείμενο νοσταλγίας, όπως και χώρος δημιουργικής συμπλοκής εικόνων κι αισθήσεων. Σ’ αυτήν τη συλλογή ο δημιουργός προσπαθεί να προκαλέσει μια διαλογική ή διανοητική σύγκρουση, μεταξύ πραγματικού και υπερβατικού στοιχείου, όπου η γλώσσα γίνεται γέφυρα μεταξύ αυτών των δύο κόσμων.

Πενήντα τρία ο πατέρας/ τριάντα πέντε η μητέρα / και δεκαπέντε ο αδερφός μου //χρόνια απώλειας δηλώνει η λογική / άλλοτε μέρες κι άλλοτε αιώνες / επιμένει ασυμβίβαστη η καρδιά / μα συμφωνούν στο φως από γαλάζια μάτια / και στο απρόσμενο εκείνο χάδι / αργά το βράδυ στη γωνιά του καναπέ / συμφωνούν στο δάκρυ // παράξενο ένα δάκρυ που συνεχίζει / με ποιήματα να μουσκεύει το χαρτί (σ. 24).

Χρησιμοποιώντας τη μεταφορά και το ασυνείδητο ο ποιητής προσεγγίζει την ανθρώπινη υπόσταση με τη νύχτα και το όνειρο να λειτουργούν, όχι ως «συστατικά», αλλά ως τρόποι αισθητικής παρουσίας που ξεδιπλώνουν ένα ποιητικό «σενάριο», όπου η πραγματικότητα και ο εσωτερικός κόσμος αλληλοσυνδέονται. Κι αυτό γιατί η γραφή του κινείται ως εικονοποιητική διάσπαση της πραγματικότητας, με ρηξικέλευθα ποιητικά σχήματα και μια υπερβατική γλώσσα η οποία δεν εγκαταλείπει τον αναγνώστη στον απόλυτο αφαιρετικό λόγο:

Μες στο σκοτάδι ένα φως / μια μουσική μες στη σιγή / άλλο δεν έχει / άλλο δεν είναι / η ψυχή (σ. 37).

Η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου είναι γνωστό ότι αποφεύγει τον εύκολο συμβολισμό αφού οι εικόνες του λειτουργούν σχεδόν πάντα ως παράθυρα ανοιχτά στον κόσμο ή παραπέμπουν σε βιωματικές εμπειρίες, κι όχι μεταφορές νοημάτων. Αυτό σημαίνει ότι οι ενότητες του βιβλίου δεν μπορούν να διαβαστούν ή να κατανοηθούν γραμμικά· αντίθετα,, η μορφή ή η δομή αυτής της συλλογής θυμίζει μια σειρά καρτεσιανών τοπίων, όπου κάθε ποιητικό στιγμιότυπο, κάθε ποίημα, αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του εσωτερικού κόσμου που επιχειρείται να εκφραστεί.

Η τρίτη του ποιητική συλλογή, Η Κοινοκτημοσύνη του χρυσού, διακρίνεται από την ανάδυση δύο βασικών στοιχείων. Η πρώτη είναι η μνήμη ως σκηνή αναμονής – το μπαούλο στο πατάρι με αναμνήσεις, φωτογραφίες, περασμένα πρόσωπα. Αυτή η εικόνα συσχετίζει το παρελθόν με την «οπτική» που δεν επιδιώκει την πλήρη ανασκόπηση, γιατί μπορεί να πληγώσει. Το δεύτερο στοιχείο περιορίζεται στην επινόηση/έμπνευση ως θεϊκή παρουσία – η Ερατώ και η αστραπή της δημιουργίας. Αυτός ο συνδυασμός μνήμης και έμπνευσης διατρέχει την συλλογή και αναδεικνύουν δύο τρόπους ποιητικής λειτουργίας: την ανασκόπηση του παρελθόντος όχι απλώς ως ανάμνηση, αλλά ως κοινοκτημοσύνη αναμνήσεων, και τη δημιουργική στιγμή ως απαρχή ενός νέου ποιητικού χρόνου, όπου ο έρωτας και η έμπνευση έρχονται ξαφνικά σαν αστραπή, με τον ποιητή να διαπιστώνει πως η ποιητική δημιουργία και η έμπνευση με την Ερατώ, τη μούσα της λυρικής ποίησης, αποτελούν μια  ενιαία προσωπικότητα:

Όταν δεν ξέρεις τι να γράψεις / ξέρει η Ερατώ // χιλιάδες πρόσωπα έχει η θεά / και όταν ξαφνικά ερωτεύεσαι / το ωραίο κορίτσι απέναντι / ερωτεύσαι και πάλι εκείνη // πιάσε λοιπόν μολύβι και χαρτί / έρχεται όπου να ‘ναι η αστραπή (σ. 12)

γεγονός που σημαίνει ότι η έμπνευση δεν είναι προϊόν του ποιητή· ο ποιητής είναι απλώς το «μέσο» που την υποδέχεται, αφού η εικόνα της αστραπής υποδηλώνει στιγμιαία αποκάλυψη, στιγμιαία φώτιση· κάτι που προσδίδει στο έργο μια δομική ένταση ανάμεσα στην ανθρώπινη δυσκολία και τη θεϊκή απλότητα. Η Ερατώ, ως μυθολογική μούσα, λειτουργεί σχεδόν ως πνευματική παρουσία που ξέρει πριν από τον άνθρωπο τι πρέπει να ειπωθεί. Ο ποιητής εδώ εκθέτει μια διττή σχέση: ο δημιουργός μπορεί να αμφιβάλει, να δυσκολεύεται, αλλά η ίδια η ποίηση (η Ερατώ) γνωρίζει καλά το δρόμο· έχουμε δηλαδή μια μεταφυσική ή υπερβατική εμπειρία έμπνευσης.

Αυτή η αντίληψη της έμπνευσης, ως πρακτική θεϊκής/μυθικής παρουσίας, είναι σημαντική, γιατί δεν συμβάλλει μόνο στην όλη δημιουργική διαδικασία, αλλά συντελεί και στην εσωτερική διεργασία του ποιητή που μορφοποιεί όσα διαισθάνεται.

Όταν σε ηλεκτρίσει η αστραπή / ανακατεύεις μια δόση λογικής / με τρεις δόσεις αίμα της καρδιάς / και άλλες δύο από τις φωτεινές / και τις πικρές εμπειρίες της ζωής // Το χρυσάφι αυτό επάνω στο χαρτί / το μετατρέπει η ψυχή σε λέξεις / που είναι άγγιγμα και μουσική (σ. 11).

Η συλλογή, Η Κοινοκτημοσύνη του χρυσού λειτουργεί συνεπώς γύρω από δύο άξονες· από τη μια, ως μεταφορά για όσα όλοι μας έχουμε από κοινού -τα πάθη, τους φόβους, τις μνήμες- κι από την άλλη ως ποιητικό ιδεώδες, σαν κάτι χρυσό, αυτό που λάμπει αλλά δεν κατέχεται κι αποκτιέται με κόπο. Γι αυτό και η θεματική του στοχεύει αρχικά, στη διάκριση μεταξύ μνήμης και απώλειας· το ποίημα «Πολύτιμα κι επικίνδυνα» με το μπαούλο ως αποθηκευτικό χώρο του παρελθόντος, δείχνει ότι η μνήμη είναι καθαρά συλλογική κοινοκτημοσύνη κι όχι προσωπική· είναι κάτι που ανήκει και σε άλλους, με αποτέλεσμα κάθε επαφή μ’ αυτήν μπορεί να πληγώσει κάποιον αλλά και να τον θεραπεύσει:

Το μικρό μπαούλο στο πατάρι /από τα νιάτα μου ακόμη στο Λονδίνο / πέρασε από τα σπίτια όπου έζησα / και παραμένει ανέγγιχτο ως τώρα //ίσως γιατί φοβάμαι να το ανοίξω / μην ξεπροβάλλουν μέσα στην ομίχλη / πρόσωπα αγαπημένα που χάθηκαν / φωτογραφίες ή χειρόγραφά μου / και πως μπορεί να αντέξει η καρδιά / όλες αυτές τις σαρκοβόρες αναμνήσεις ! (σ. 27).

Εδώ η μνήμη με το πρόσχημα του μπαούλου, λειτουργεί ως μια απτή μεταφορά που επιμένει να εμφανίζεται ανέπαφη στο χρόνο. Ο φόβος δεν είναι απλά συναισθηματικός· γίνεται σωματικός, υλικός, σχεδόν φυσικός και η μέριμνα να ανοίξει κανείς το μπαούλο της μνήμης ισοδυναμεί με την απόφαση να αντιμετωπίσει ό,τι είναι εκεί κρυμμένο. Η μνήμη αρχίζει να γίνεται κοινοκτημοσύνη, όχι μόνο δική μου ή δική σου, αλλά όλων όσων ταυτίζονται με αυτές τις μνήμες. 

Ωστόσο η συγκεκριμένη συλλογή δεν είναι μόνο ένα σύνολο εικόνων. Είναι και μελέτη πάνω στην ίδια τη διαδικασία της ποιητικής πράξης -πως η μνήμη, τα βιώματα, ακόμα και οι ερωτικές ή δημιουργικές στιγμές συγκροτούν την ποιητική ύλη. Σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του, εδώ έχουμε μια πιο προσανατολισμένη μεταφυσική εστίαση – η «κοινοκτημοσύνη» δεν αφορά μόνο όσα έχουμε ζήσει, αλλά το πώς αυτά γίνονται κοινό σημείο αναφοράς για όλους. Επομένως ο Τ. Νικηφόρου επιλέγει μια γλώσσα απλή στη φαινομενική της δομή, αλλά βαθιά στη λειτουργία της, με σύντομες εικόνες που προεκτείνονται σε ευρύτερα νοήματα. Η μετάβαση από το βιωματικό στο συμβολικό γίνεται με φυσικό τρόπο, χωρίς υπερβολική διαχείριση λέξεων, καθιστώντας την ποίηση ταυτόχρονα προσβάσιμη και βαθιά.

Προς το τέλος του ποιητικού μαραθωνίου / των εξήντα ετών και των χιλίων ποιημάτων / αν ήταν να πω μια λέξη, ν’ αφήσω ένα σημάδι / κάτι σαν υπογραφή οριστικό και τελεσίδικο / με τον καλύτερο τρόπο που να είναι / ολόκληρη η ζωή μου και η τέχνη / κι ένας αδερφικός αποχαιρετισμός // από το δεξί μου χέρι θα άφηνα / ένα ματωμένο αποτύπωμα (σ. 41).

Φυσικά και στις τρεις συλλογές, η ποιοτική αντίληψη της πραγματικότητας δεν είναι γραμμική· είναι ένας χώρος όπου η μνήμη, η φαντασία και η ύπαρξη συναρθρώνονται με τρόπους που προκαλούν τον αναγνώστη να επανεξετάσει την ίδια του την εμπειρία. Γιατί ο ποιητής, μέσα από αυτές τις συλλογές, διευρύνει τη λεκτική σύλληψη της υπαρξιακής εμπειρίας· δεν περιγράφει απλώς, αλλά επιδιώκει την ανασύνθεση της ύπαρξης. Επιπλέον αντλεί από την προσωπική μνήμη, καθιστώντας την ποίηση κοινή εμπειρία, και τέλος συγκροτεί μια ποιητική γραφή που δεν φοβάται την αφαίρεση χωρίς ν’ απαρνείται την εικόνα. Αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης αυτών των τριών στόχων του είναι τα τρία αυτά έργα, ειδικά Τα Συστατικά του καπνού και Η Κοινοκτημοσύνη του χρυσού,  να προβάλουν έναν ποιητή που συνεχώς επανεξετάζει το πως η ποίηση λειτουργεί ως μέσο αυτοκατανόησης και συλλογικής συνείδησης.

Η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου, σε αυτές τις τρεις συλλογές, αποτυπώνεται ως μια συνεχής αναμέτρηση με τις έννοιες του χρόνου, της μνήμης, της ύπαρξης και του φωτός. Αν κάποτε η ποίηση υπήρξε μέσο για να εκφραστεί το απρόσιτο, οι συλλογές αυτές το πετυχαίνουν με τον πιο γήινο και ανθρώπινο τρόπο, γιατί δεν αποτελούνται μόνο από λέξεις αλλά κι από σφυρηλατημένες εμπειρίες. Με αποτέλεσμα η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου στο ελληνικό ποιητικό γίγνεσθαι, να είναι ανανεωτική, πάντα προσανατολισμένη προς νέες μορφές έκφρασης και βαθιά ανθρωποκεντρική. Μ’ αυτές τις τρεις συλλογές, εμφανίζεται ως ποιητής μιας πολύπλευρης προσέγγισης της εσωτερικής ζωής, του χρόνου και της μνήμης, με την προσωπική μνήμη να κυριαρχεί ως υπαρξιακή υπόσταση, στα Συστατικά στοιχεία του καπνού, με το ασυνείδητο και το ονειρικό στοιχείο να ισορροπούν με τη συνείδηση στη Μια νύχτα κι ένα όνειρο, ενώ η μνήμη, ο έρωτας, η δημιουργία και η έμπνευση να αλληλοσυνδέονται, ως υπαρξιακά συστατικά της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας, στην Κοινοκτημοσύνη του χρυσού.

Γιώργος Φρέρης