Πριν το όνομα * Από την Έλενα Μοσχίδη

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία by mandragoras

 

Με πόση ανεμελιά τσαλαβουτάμε στο λευκό χώμα. Εσύ, εγώ και ο σκύλος μας. Χορεύουμε σαν ξωτικά σε μια στέπα γυμνή από χρώματα, κι όμως γεμάτη από μια άδηλη ζωή που δεν χρειάζεται όνομα για να υπάρξει.

Την άκουσα. Την είδα — μόλις τώρα.

Τραγουδούμε ενώ πλάθουμε μπάλες θαρρείς από βαμβάκι. Παίζουμε πόλεμο και κυνηγητό, μεθυσμένοι από ξεγνοιασιά. Ο αντίλαλός μας επιστρέφει ψιθυρίζοντας κάτι. Δεν το καταλαβαίνω.

Είμαστε σαν παιδιά. Ανυποψίαστοι για όσα έπονται. Αθωότητα που λάμπει στο λευκό. Διαμάντια ξεχειλίζουν ολόγυρα μέσα στην ερημιά του τόπου. Και μια σιωπηλή άρνηση να ονοματίσω όσα έμαθα πως «λέγονται» από μικρή.

Δεν κρίνω. Δεν σχολιάζω. Δεν φοβάμαι αυτή την εκκωφαντική σιωπή.

Και συνεχίζουμε να βυθιζόμαστε οι τρεις μας στο άβατο, απύθμενο, μαλακό στρώμα. Τοπίο απέραντο και ανώνυμο. Στροβιλιζόμαστε γύρω από τον εαυτό μας, σαν δερβίσηδες που επαναστατούν. Σαν να μην υπάρχει αύριο.

«Οι σκέψεις συνθλίβονται», σου λέω, αλλά δεν ακούς.

Γιατροπορεύομαι μέσα στη λευκώδη σάρκα του τόπου. Θερμό και εγκάρδιο το άγγιγμά του. Βουτώ ακόμη πιο βαθιά, μα σε αυτή την κατάδυση δεν σε βλέπω πουθενά.

Σε ακούω μονάχα απ’ το υπερπέραν να μου φωνάζεις: «Θα παγώσεις, αγαπημένη! Θα πεθάνεις!»

Η θαλπωρή τυλίγει κάθε ίχνος κακοτοπιάς που πέρασε από τη ζωή μου. Κι εσύ δεν ένιωθες το ίδιο.

Σε άκουγα να κλαις γιατί έτρεμες απ’ το κρύο. Μα εγώ κρύο δεν ένιωθα — και δεν καταλάβαινα τι λες.

Μόνη, κουκουλωμένη κάτω από το κάτασπρο σεντόνι, σε καλώ ξανά στο μεθυστικό μας παιχνίδι. Να βυθιστούμε μαζί σε αυτή τη μονάκριβη αγκαλιά.

Αντιστέκεσαι.

Σου φωνάζω τότε με όλη μου τη δύναμη — και σείεται η καρδιά μου. Φωνάζουμε μαζί. Θα μας άκουσαν και οι πέτρες.

Σου είπα, πως βλέπεις με μάτια που μάθαν να ζουν στο σκοτάδι.