Όταν όλοι οι συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, ξεχειλώνουν με κάθε τρόπο τα βιβλία τους προκειμένου να φανούν μεγαλύτερα, λες, και το πιο ογκώδες είναι και το πιο ποιοτικό, ο χαρισματικός πεζογράφος Μάκης Τσίτας, βραβευμένος και πολυδιαβασμένος, μικραίνει τα πονήματά του, σε σημείο μάλιστα μινιμαλιστικής μανιέρας. Πράγματι, εδώ στον τόμο «Τσίχλες ταξιδίου» περιλαμβάνονται δεκαεννιά διηγήματα σε 144 σελίδες, άρα τα μεγαλύτερα αγγίζουν τις εφτά και τα μικρότερα τις δύο ή τρεις σελίδες, έτσι και με τις ανάλογες ανάσες που ο δημιουργός μας παρέχει, ο συνολικός χρόνος ανάγνωσης δεν ξεπερνά το τρίωρο. Τι όμως μας γοητεύει περισσότερο διαβάζοντας τα πεζά του Μάκη Τσίτα; Καταρχάς η θεατρικότητα των κειμένων. Δεν είναι τυχαίο που ο συγκεκριμένος τεχνίτης του λόγου γράφει και θέατρο (πολλά μονόπρακτά του έχουν ανέβει στο σανίδι με μεγάλη επιτυχία), δεν είναι τυχαίο που τον ενδιαφέρει πρωτίστως η αμεσότητα, ο διάλογος, η αφοπλιστικότητα, η καταγραφή των εγκεφαλικών διεργασιών, τέλος η παραπλάνηση μιας συνομιλίας, μέχρι τον βαθμό μιας οριακής διαμεσολάβησης. Άρα, διαβάζουμε διηγήματα τα οποία κάλλιστα και εν δυνάμει αποτελούν θεατρικές (και κινηματογραφικές θα έλεγα) παραστάσεις και προβολές. Στην συνέχεια παρατηρούμε ένα άλλο αξιοσημείωτο, το οποίο έχει να κάνει με την παντελή έλλειψη ερωτικών σκηνών. Αν εξαιρέσει κανείς μια μικρή αναφορά στο διήγημα «Η πρώτη φορά» όπου αφήνεται να εννοηθεί φλερτ μεταξύ του ήρωα με κάποια συνομήλική του από το σχολείο, σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο δεν συναντάμε ποτέ ερωτικές σχέσεις, επαφές, εικόνες. Ας το δούμε λίγο διεξοδικότερα όλο αυτό. Είναι δεδομένο πως -και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια- διαβάζουμε βιβλία τα οποία και μας βομβαρδίζουν με άπειρες ερωτικές προδιαγραφές, πολλές φορές μάλιστα με τρόπο τόσο περιγραφικό που αδυνατούμε να τις αποδεχθούμε. Είναι αλήθεια πως ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο συνιστώσες που οι συγγραφείς στην πλειονότητά τους έχουν αποδώσει (στην ποίηση πιο πολύ, στην πεζογραφία όχι και τόσο) άρα η παντελής έλλειψη ερωτικών αναφορών, αποτελεί μια ιδιότυπη καινοτομία, πως μπορείς δηλαδή να κρατήσεις την προσοχή του δέκτη ζωντανή, αποφεύγοντας το αλατοπίπερο της ζωής, άρα και της ύπαρξης. Και ένα τρίτο σημείο το οποίο και μας μένει από την επαφή μας με το συγκεκριμένο βιβλίο είναι η απόλυτη, ευσύνοπτη και μινιμαλιστική του διάθεση. Είναι η συμπύκνωσή του και το αποφθεγματικό του στυλ, είναι το «Το μικρό είναι όμορφο» που μας πληροφορούσε ένας μεταπολιτευτικός πεζογράφος. Είναι εν κατακλείδι το γεγονός ότι ούτε θα βαρεθούμε, ούτε θα αποδοκιμάσουμε, ούτε θα θυμώσουμε με αυτά που βλέπουμε μπροστά μας, ούτε θα απογοητευτούμε μιας που ο Τσίτας έγραψε τα αριστουργήματα «Μάρτυς μου ο θεός» και «Πέντε στάσεις», άρα το διακύβευμα είναι τεράστιο, το αντίθετο απολαμβάνουμε τα έργα του με εξαιρετικά μεγάλη προσήλωση, αφουγκραζόμαστε τις μυρωδιές και τα χρώματα, ενώ παράλληλα όποια δραματική στιγμή επέρχεται μας δημιουργεί ανάλογα συναισθήματα (για αυτά μιλάμε όμως αμέσως παρακάτω).
Τελειώνοντας το ένα και προχωρώντας στο επόμενο διήγημα της συλλογή «Τσίχλες ταξιδίου», στην ουσία δεχόμαστε ένα σκωτσέζικο ντουζ, καθώς από το χιουμοριστικό, το σκωπτικό, το σατιρικό, περνάμε στο δραματικό, το τραγικό, το θλιβερό, το λυπητερό. Πράγματι, η διάταξή τους έχει γίνει με μεγάλη μαεστρία, επιθυμώντας (ο συγγραφέας) να μας αναποδογυρίσει αναγνωστικά, να μας προκαλέσει για τις προθέσεις του, να μας θέσει ενώπιον των δύο εμβληματικών μορφών έκφρασης και τελικά να μας διαφοροποιήσει, όσον αφορά την αντίληψή μας για την τέχνη του λόγου που ακούει στο όνομα πεζογραφία (κάτι που ο γράφων αυτό το σημείωμα όχι απλώς παραδέχεται ως υψηλού πλεονεκτήματος εργασία αλλά πολύ περισσότερο βάζει τους πεζογράφους στην θέση των πιο σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων). Και όλα αυτά με εντελώς καθαρά, ευτελή, καθημερινά και εν δυνάμει ωφέλιμα μόνο για την τέχνη του συναισθήματος στοιχεία, τα οποία όλοι εμείς οι υπόλοιποι περνάμε χωρίς να τα αγγίζουμε, χωρίς να τα αξιολογούμε, χωρίς να φανταζόμαστε την αξία που έχουν. Έτσι λοιπόν, ο Τσίτας κατασκευάζει με υλικά τα οποία αποφεύγουν την έννοια των βαριών, των μεγάλων, των διαχρονικών, των βιωματικών ή εμπειρικών συναισθημάτων ή αισθητικών προδιαγραφών και πετυχαίνει να μας κάνει συμμέτοχους σε αυτό το λίγο, το καθόλου περιττό, το υποδόριο, που για τον ίδιο αποτελεί μεγάλη συνεισφορά και υπέροχη ενασχόληση.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς διαβάζοντας και το βιβλίο αλλά και την παρούσα κριτική, η ατμόσφαιρα στο σύνολό της είναι τρυφερή, χαλαρή, χαρούμενη αλλά και κυνική (πλην δύο διηγημάτων άκρως προσωπικών), το ύφος συνδράμει με κάθε τρόπο σε αυτή την ατμοσφαιρική χαλαρότητα, η γλώσσα απλή και κατανοητή χωρίς ίχνος φιλολογικής πρόθεσης, η έκφραση θεατρικοποιημένη και ευθύβολη με μεγάλη απήχηση στην πιστότητα των όσων διαδραματίζονται, ενώ τέλος η όλη εκφορά (η τελική εμφάνιση δηλαδή) απολύτως διαφανής, μας κερδίζει πολύ περισσότερο από κάποια άλλα βιβλία, τα οποία κινούνται στα όρια της σοβαροφάνειας ή της ψεύτικης σοβαρότητας. Εδώ λοιπόν, έχουμε και την ολιστική μεταφορά του ερεθίσματος μέσω απλών προδιαγραφών και την μελλοντική ενδοσκόπηση στο πεδίο, στο οποίο και οι αναγνώστες συμμετέχουν, μετασχηματίζοντάς το σε αξιακό κώδικα και ηθικό διασκελισμό.
Όταν το 1994 ο Μάκης Τσίτας λίγο πάνω από τα 20 του χρόνια κατηφόριζε προς την Αθήνα για να εργαστεί επαγγελματικά αλλά και να ολοκληρώσει ένα όνειρο, να γίνει δηλαδή πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και συγγραφέας παιδικών βιβλίων (η μεγάλη του αγάπη για τα παιδιά αυτή την στιγμή αριθμεί 32 βιβλία) ένας από τους πρώτους ανθρώπους που συνάντησε και γνώρισε σε αυτή την αχανή πόλη, ήταν ο γράφων. Περιττό λοιπόν, να πω πως αναπτύχθηκε μεταξύ μας μια γνήσια, ανεπιτήδευτη και ανόθευτη φιλία, η οποία ισχύει ακόμη και σήμερα και φαντάζομαι πως δεν θα διαταραχτεί μέχρι το τέλος της ζωής μας. Άρα, το γεγονός ότι σήμερα γράφω για το τελευταίο του έργο, αυτό αποτελεί για μένα μια τεράστια πρόκληση, καθώς έπρεπε να είμαι αντικειμενικός, να μην παρασυρόμουν και να έγραφα καλά λόγια μόνο και μόνο επειδή είμαστε φίλοι. Και ειλικρινά, ενώ έχω διαβάσει τα συγκεκριμένα διηγήματα δύο και τρεις φορές πριν εκδοθούν, είχα δώσει στον Μάκη τις εκτιμήσεις μου ενώ τα ξαναδιάβασα ολοκληρωμένα πλέον στην έκδοση (η οποία είναι πράγματι εκπληκτική) εκείνο που έχω να πω χωρίς δεύτερη κουβέντα που θα έκρυβε από πίσω το ο,τιδήποτε προσωπικό για την ιδιαίτερη αυτή συλλογή, είναι το γεγονός ότι ξεπερνά τα συνηθισμένα, τροφοδοτεί το είναι μας με μια ευχάριστη και χιουμοριστική αίσθηση, δρομολογεί μια πορεία και για τον ίδιο αλλά και για τα πεζογραφικά πράγματα της χώρας μας άκρως ενδιαφέρουσα και τέλος (όχι σαν φίλος, αλλά σαν κριτικός) προτείνω: προμηθευτείτε αυτό το υπέροχο βιβλίο, διαβάστε το και αληθινά θα με θυμηθείτε.
Χρίστος Παπαγεωργίου
[Μάκης Τσίτας: «Τσίχλες ταξιδίου» Εκδ. «Μεταίχμιο» 2026 Σελ. 144]