Με τον Πέτρο ήμασταν συμφοιτητές και φιλαράκια αχώριστα. Δύο σε συσκευασία ενός. Αυτός ήταν άριστος φοιτητής, μελετηρός, οργανωμένος, σπασίκλας με την καλή και την κακή έννοια. Γνώριζε τα πάντα. Ούτε κινητή εγκυκλοπαίδεια να ήταν. Κυρίως όμως είχε μία αξιοζήλευτη μνήμη, σαν μνήμη ελέφαντα που λένε, και μπορούσε να θυμάται επακριβώς κάθε ορισμό από τα συγγράμματα, μέχρι και τις υποσημειώσεις με τα ψιλά γράμματα που οι περισσότεροι ούτε που τις έριχναν μία ματιά. Όχι μόνο αυτό, αλλά εντυπωσίαζε και με τις γνώσεις του από τα γυμνασιακά και τα λυκειακά χρόνια, καθώς θυμόταν κάθε απίθανη χρονολογία και κάθε ιστορικό όνομα. Μπορούσε να αναλύσει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες από τη μάχη του Ματζικέρτ μέχρι να απαριθμήσει όλα τα τοπωνύμια από τα σύνορα της Ελλάδας της Μελούνας. Πραγματικά, ήταν άριστος σε όλα όσα έχουν σχέση με μελέτη και εγκυκλοπαιδικές γνώσεις. Λειτουργούσε περισσότερο ως ο σοφός μέντορας, και εγώ δίπλα του ήμουν ο … ευνοούμενος μαθητευόμενος.
Προσωπικά, είχα άλλες εργοστασιακές ρυθμίσεις. Δεν ήμουν τόσο του διαβάσματος. Καλοπερασάκιας θα ‘λεγα. Προτιμούσα να τσιμισκάρω ή να βολτάρω στην παραλία προσπαθώντας να προσεγγίσω κοριτσίστικες παρέες. Όλο και εφεύρισκα κάποια καινούργια ατάκα για να πιάσω κουβέντα. Κάτι σαν κρότου-λάμψης. Ο Πέτρος με παρομοίαζε με exocet, αν και όχι σπάνια εισέπραττα είτε σιωπηρή αδιαφορία ή απαντήσεις του τύπου «κρυάδες» με επιτηδευμένη αποστροφή. Τουλάχιστον ήταν και αυτό μία αντίδραση. Η αδιαφορία ήταν ό,τι το χειρότερο. Σήμαινε ότι έπρεπε να στύψω το μυαλό μου και την επόμενη φορά να σκαρφιστώ κάτι εξυπνότερο.
Τακτικός θαμώνας στις καφετέριες του Λευκού Πύργου, προτιμούσα τις μπύρες και τις συζητήσεις για ποδόσφαιρο και πολιτική. Βιώναμε την περίοδο της επερχόμενης αλλαγής, και εν συνεχεία της αλλαγής της ίδιας. Επικρατούσε μία πίστη για ένα καλύτερο αύριο με δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Φαινόταν αυτό στα πρόσωπα όλων των νεολαίων που καθημερινά έδιναν εκεί το παρόν και μετέφεραν το κλίμα του πανεπιστημίου στα πολυπληθή πηγαδάκια καταμεσής του δρόμου. Και όπως το ποδόσφαιρο είχε γίνει επαγγελματικό εκείνες τις ημέρες, δεν άργησε και η πολιτική να γίνει το ίδιο. Επάγγελμα δηλαδή. Οι ανθρωπιστικές ιδεολογίες και τα ουτοπιστικά οράματα παραμερίστηκαν και επεκράτησε η προσωπική ιδιοτέλεια, ο σταδιοδρομισμός και η διάθεση για εξουσία.
Κάπως έτσι πάντως, καταλήξαμε να μοιράζουμε τους ρόλους. Εκείνος μου πάσερνε τις εργασίες του, που τις τελείωνε πολλές μέρες πριν την προθεσμία, ώστε εγώ να παίρνω ιδέες και να τις παραδίδω ακριβώς την ημέρα της προθεσμίας. Για να μην εκτεθούμε και οι δύο, πάντα φρόντιζα ώστε να μην φαίνεται σαν αντιγραφή και να μην είναι εμφανής η συστηματική συνεργασία μας. Περισσότερο με βοηθούσε όταν στις εξετάσεις καθόταν μπροστά μου ή δεξιά μου και με άφηνε να βλέπω το γραπτό του. Είχαμε πατεντάρει μία ιδιότυπη παραγωγική συν-αντίληψη.
Είχαμε βρει το modus operandi. Το αντάλλαγμα για τη βοήθεια στις εργασίες και τις εξετάσεις, δεν ήταν κάτι άλλο από γυναικοδουλειές. Ο Πέτρος δεν ήταν άνετος σε αυτά. Είχε μία συστολή στο πλησίασμα των συμφοιτητριών. Και όταν πλησίαζε κάποια κοπέλα, δραστηριοποιούνταν οι ιδρωτοποιοί του αδένες και το γνωστό σπασικλίστικο έπαιρνε κράτος και εξουσία. Άρχισε να κάνει επίδειξη γνώσεων και τα κορίτσια ξενέρωναν. Προφανώς άλλα περίμεναν. Δεν ήταν καλός στο one to one.
Ο από μηχανής θεός δεν ήταν άλλος από εμένα. Κανόνιζα συναντήσεις για καφέ στα κυλικεία, στο περιβόητο της Φιλοσοφικής συμπεριλαμβανομένου, παρτάκια σε σπίτια φοιτητών που είχαν έρθει από την επαρχία, και εκδρομούλες με μεγαλύτερες παρέες, 2×2, 3×3 ή κάπως έτσι, ώστε να γίνεται ομαδικό το παιχνίδι, να σπάζει ο πάγος πιο εύκολα με ανέκδοτα και πολύ δόση γέλιου. Είναι αλήθεια ότι στα ανέκδοτα ήμουν καλός. Και ποτέ δεν έχανα όταν ξεφούρνιζα δύο-τρία για ζέσταμα.
Με αυτά και με εκείνα έτσι περνούσαμε τα φοιτητικά χρόνια. Δόξα τω θεώ, το τερπνό με το ωφέλιμο, στη σωστή δόση το καθένα. Πήραμε το πτυχίο, ο Πέτρος με άριστα και εγώ με λίαν καλώς, όχι μόνο χωρίς καθυστέρηση σαν άλλους συμφοιτητές που ρύθμισαν το μυαλό τους στο ρελαντί φιλοδοξώντας για την παγκόσμια φοιτητική σταθερά του πέντε και σιγά-σιγά πέρασαν στη χορεία των αιωνίων, αλλά και σκοράροντας συχνά-πυκνά. Οι ερωτικές ξόβεργες δούλευαν με αξιοσημείωτη επίδοση και ακρίβεια. Ουδόλως μας αφορούσε η παροιμία «του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, εννιά φορές είν’ αδειανό, και μια φορά γεμάτο». Σαν να λέμε team players, είχαμε βρει ένα είδος ισορροπίας, ένα δικό μας καζάν-καζάν, όμορφα και ωραία στην πράξη.
Οι δρόμοι μας χώρισαν μετά την ορκωμοσία. Εγώ κατατάχτηκα στον στρατό για να ξεμπερδεύω με αυτή την υπόθεση και στη συνέχεια βγήκα στο μεϊντάνι για αναζήτηση εργασίας. Πιστός στο όνειρο του κάθε μικροαστού, όσο και αν το παίζει προοδευτικός και επαναστάτης, πρώτα η επαγγελματική αποκατάσταση και στη συνέχεια η οικογενειακή ολοκλήρωση. Από την άλλη πλευρά, ο Πέτρος έφυγε κατευθείαν για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία. Εξ άλλου τα Αγγλικά του ήταν τέλεια, ενώ τα δικά μου ήταν επιεικώς υποφερτά, αρκετά όμως για προσεγγίσεις τουριστριών με το κλασικό «may I help you». Ο Πέτρος έμεινε αρκετά χρόνια στην Αγγλία μέχρι να τελειώσει το διδακτορικό του. Δικτατορικό το λέγαμε και γελούσαμε τις σπάνιες φορές πλέον που βρισκόμασταν στις καφετέριες του Λευκού Πύργου για να ανταλλάξουμε τα νέα μας και να θυμηθούμε τα αλλοτινά ανδραγαθήματά μας.
Πολύ σύντομα μετά την απόλυσή μου από τον στρατό κατάφερα να διοριστώ στο Δημόσιο, αξιοποιώντας τη γνωριμία ενός μπάρμπα μου με έναν τοπικό βουλευτή. Ρουσφέτι κοινώς, και άγιος ο θεός. Είχα πιάσει τον πρώτο λαχνό. Με το πτυχίο μου γρήγορα έγινα τμηματάρχης, και ανοικτός φαινόταν ο δρόμος για τη διευθυντική καρέκλα σύμφωνα με την επετηρίδα. Φρόντιζα να τα έχω καλά με όλους. Ο Αντωνάκης Κοκοβίκος, άλλωστε, ήταν ένα λαμπρό παράδειγμα της δημοσιοϋπαλληλικής εξέλιξης. Δεν ήταν ο ήρωάς μου αλλά δεν παρέλειπα να τον εντάσσω και αυτόν στα ανέκδοτα που εξακολουθούσα να χρησιμοποιώ στις παρέες.
Ο Πέτρος μετά το τέλος των μεταπτυχιακών του σπουδών και την υποστήριξη του διδακτορικού του στην Αγγλία, επέστρεψε στην Ελλάδα και άρχισε να αναζητά μία δουλειά αντίστοιχη των προσόντων του. Να τρουπώσει σε μία θέση Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο, και γιατί όχι με τη σκληρή που δουλειά, που αυτός ήταν ικανός να φέρει εις πέρας, να γίνει και Καθηγητής. Βρήκε όμως πόρτες κλειστές, κλειστές ερμητικά. Πιο κλειστές δεν γίνεται.
Στις επισκέψεις του σε καθηγητικά γραφεία άφηνε το βιογραφικό του και άκουγε ωραία λόγια και υποσχέσεις. Παρακολουθούσε τακτικότατα τις προκηρύξεις νέων θέσεων που δημοσιεύονταν στα φύλλα της εφημερίδας της κυβέρνησης. Μόνο που το σύστημα ήταν θεόκλειστο και αποκλειστική προνομία για τους γόνους ή τους μαθητές των υπηρετούντων καθηγητών. Σε όλα τα πανεπιστήμια όπου έβαζε υποψηφιότητα, έβλεπε άλλους συν-υποψήφιους με λιγότερο έργο και τυπικά προσόντα από αυτόν να προτιμώνται παμψηφεί από στημένα εκλεκτορικά σώματα, όπου δεν είχαν ακούσει ακόμη για τη σύγκρουση συμφερόντων. Αλλά και αν παρ’ελπίδα είχαν ακούσει, ο σκοπός τους αγίαζε τα μέσα. Άργησε αλλά ένοιωσε στο πετσί του με σκληρό τρόπο τι σημαίνει οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία και ενδογαμία. Εν τω μεταξύ, οι μήνες και τα χρόνια περνούσαν και δεν έβρισκε αυτό που ήθελε αλλά και άξιζε με το παραπάνω. Στένευαν τα οικονομικά περιθώρια και το οικογενειακό κομπόδεμα άρχισε να αδυνατίζει. Κατάλαβε τι εννοούσε ο ποιητής όταν έλεγε «δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλή».
Είδε και απόειδε. Από το μυαλό του περνούσαν σκέψεις για αναδίπλωση. Το «σβαρνούτ» που σχολίαζαν στις καλές παλιές φοιτητικές μέρες στις πηγαδάκια του Λευκού Πύργου, κούμπωνε με απίστευτη εφαρμογή επάνω του. Έθαψε βαθειά μέσα του τις φιλοδοξίες για έρευνα και διδασκαλία, και τελικά συμβιβάστηκε με την ιδέα του διορισμού στο δημόσιο. Και όπως λέγαμε στα καλά χρόνια της εποχής των αμφιθεάτρων: «εμείς ποτέ δεν αποτυγχάνουμε, απλώς ενίοτε επιτυγχάνουμε αποτυχίες». Δεν άργησε, λοιπόν, να πετύχει τον διορισμό αυτό. Άλλωστε με τα τυπικά του προσόντα και τα μόρια που αντικειμενικά έπαιρνε με βάση ένα νέο νόμο της εποχής, ουδείς μπορούσε να αποτρέψει την επιλογή του. Εκθείαζε ο Πέτρος τον νόμο αυτόν που επέβαλε την αμερόληπτη και αξιοκρατική επιλογή. Αλλιώς θα έπεφτε και πάλι θύμα έργων ανθρώπων.
Για κακή μας μοίρα, όπως θα αποδειχθεί, ο Πέτρος τοποθετήθηκε στην υπηρεσία μου ως απλώς υπάλληλος, τη στιγμή που εγώ ήμουν ήδη τμηματάρχης. Δεν άργησαν να φανούν τα πρώτα σύννεφα στη σχέση μας. Γνωρίζοντας ότι εγώ είχα προσληφθεί «κατόπιν ενεργειών» του τοπικού βουλευτή, συνεχώς τόνιζε ότι αυτός είχε επιλεγεί αξιοκρατικά. Πολύ περισσότερο, γνώριζε ο Πέτρος ότι το πτυχίο μου στηριζόταν στη δική του βοήθεια και έφερε τη δική του σφραγίδα και υπογραφή.
Δεν βολεύτηκε καθόλου στην κατάσταση που διαμορφώθηκε. Εκείνος, ο μελετηρός, ο αλάνθαστος, έπρεπε να υπακούει στις εντολές μου. Από την πρώτη κιόλας μέρα, άρχισε να με κοντράρει. Ό,τι πρόταση και να έκανα εγώ, εκείνος την έβρισκε τουλάχιστον ελλιπή, αν όχι λανθασμένη. Ό,τι εισήγηση και να ετοίμαζα εγώ, εκείνος τη διόρθωνε με κόκκινο στυλό, λες κι ήμασταν ακόμα φοιτητές.
Ο Πέτρος δεν χώνεψε ότι οι έσχατοι έσονται πρώτοι. Συνεχώς με αμφισβητούσε και με διέβαλε στον διευθυντή. Ο διευθυντής μας, παλιός συνδικαλιστής και κομματικό στέλεχος και αυτός εξ άλλου, όπως όλοι οι διευθυντές στο δημόσιο, προσπαθούσε να καταλαγιάσει την ένταση. «Άσ’ τον, έχει συμπλέγματα», έλεγε. Αν και καταλάβαινε τι συνέβαινε στα ενδότερα της υπηρεσίας, είχε την πολυτέλεια της απόστασης. Όμως εγώ έπρεπε να τον αντέχω κάθε μέρα. Όχι μόνο αυτός δεν βολεύτηκε, αλλά ξεβόλεψε και μένα. Λίγο-πολύ, η άλλοτε καζάν-καζάν συνεργασία είχε γίνει της κολάσεως. Καθημερινά, το μοναδικό κέρδος κάθε επαφής και συνεργασίας ήταν ένας πονοκέφαλος.
Και τότε ήρθε η δυσάρεστη είδηση. Ξαφνικά ο Πέτρος άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Ένα τηλεφώνημα, μια σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής, και βρέθηκα αντιμέτωπος με κάτι που δεν περίμενα ποτέ, ούτε το φανταζόμουν στους χειρότερους εφιάλτες μου: να εκφωνήσω τον επικήδειό του. Ο διευθυντής μού το ζήτησε «επειδή ήσασταν φίλοι από τα φοιτητικά σας χρόνια». Εκών-άκων ετοίμασα τον τελευταίο μας φιλικό «διάλογο».
Στάθηκα μπροστά στους συναδέλφους και στους συγγενείς του, με το χαρτί τρεμάμενο στα χέρια μου. Κι εκεί, μέσα από το σφίξιμο της στιγμής, μου βγήκε ένα χαμόγελο ειρωνείας:
«Ο Πέτρος είχε ένα μοναδικό χάρισμα: να κάνει τη ζωή μας ενδιαφέρουσα. Αν φέρναμε μια ιδέα στο τραπέζι, εκείνος πάντα είχε μια καλύτερη. Σπανίως είχαμε την ίδια άποψη, αλλά ο Πέτρος πάντα μας έδινε την ώθηση να προσπαθούμε περισσότερο, γιατί ξέραμε πως εκείνος θα μας διόρθωνε στο τέλος. Στην ουσία, ήταν η συνείδησή μας.
Φίλε μου Πέτρο, διαβήκαμε τη ζωή μας καζάν-καζάν. Εύχομαι να έχεις αποφύγει τα καζάνια της κόλασης γιατί – μεταξύ μας – ξέρω ότι θα ’χεις και εκεί να κάνεις τις εύστοχες παρατηρήσεις σου. Ελπίζω να είσαι προσκεκλημένος στα πάρτι του Αγίου Πέτρου, και να μεταλαμπαδεύσεις τη σχετική τεχνογνωσία που αποκτήσαμε στα νεανικά μας χρόνια. Κάθε αντίρρησή σου θα είναι αφορμή για ατέρμονη κουβέντα και κάθε διορθωτική άποψή σου θα μετατρέπεται σε τραγούδι χαράς».
Κατέβασα το βλέμμα. Από το μυαλό μου πέρασαν σαν αστραπή όλες οι δεκαετίες της ζωής μας. Και κυρίως η κοινή πορεία των φοιτητικών μας χρόνων που πάντα αναπολούμε και εξωραΐζουμε με ρομαντισμό. Κι αν και ποτέ μου δεν το είχα αποδεχτεί, εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησα: χωρίς τον Πέτρο, η ζωή θα ήταν πιο φτωχή. Χωρίς αντίλογο, χωρίς τριβή, χωρίς εκείνον τον εκνευριστικό αλλά απαραίτητο καθρέφτη που σε κρατάει ξύπνιο, ζωντανό. Χωρίς εγρήγορση και αφορμές για να σκεφτείς και να εμβαθύνεις στον εαυτό σου και στα πράγματα. Δυστυχώς, δεν είναι όλα στη ζωή καζάν-καζάν, αλλά πολλές φορές το άθροισμα της ευτυχίας ισούται με μηδέν.
***
Ο Γιάννης Μανωλόπουλος ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι Πληροφορικός, Ομότιμος καθηγητής στο ΑΠΘ και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Είναι επίσης μέλος της Academia Europaea και της European Academy of Sciences and Arts. Επί του παρόντος, είναι καθηγητής στο University of York, Europe Campus, και φοιτητής του μεταπτυχιακού πρόγράμματος του ΕΑΠ σε Δημιουργική Γραφή. Μικρο-διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Πλανόδιο, Fractal, και Χάρτης.