Ημερολόγιο ασημάντων 100: MEXICO V. Στο σπίτι της Φρίντας Κάλο | Δημήτρης Τζουμάκας

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημαby mandragoras

 

16.11.18 Κάνουμε την καθημερινή διαδρομή πεζή προς την πλατεία Zócalo όπου βρίσκονται οι αθλητικές εγκαταστάσεις, παρακολουθούμε από έναν αγώνα γυναικών και ανδρών αστέγων. Οι άνθρωποι αυτοί κάνουν υπερπροσπάθεια. Μία υπέρβαση, καθώς προέρχοναι από άσχημα τσαλακώματα, πολλοί είναι αυτοί που παίρνουν ψυχοφάρμακα, οι περισσότεροι βρίσκονται στο στάδιο της απεξάρτησης. Τρέξε, τρέξε, μη το βάζεις κάτω. Κι αυτή είναι η θεωρία του Χρήστου: Η απόπειρα ενσωμάτωσης όλων των κατατρεγμένων στην κοινωνία που παίζει μπάλα, που αγωνίζεται. Δεν παίρνει παικταράδες, παίρνει τους χαμένους της παρτίδας, προσπαθεί να τους βάλει πάλι στο παιχνίδι. Μερικές φορές ακούγεται σκληρή η γλώσσα της αλήθειας που χρησιμοποιεί αλλά τους προσγειώνει: Αν θέλαμε να πάρουμε το κύπελο δεν θα επιλέγαμε εσάς για το Μεξικό, θα παίρναμε άλλους, αλλά θα ήταν άλλοι και οι προπονητές, δεν θα είμαστε εμείς. Άλλοι θα κάνανε αυτή τη δουλειά. Εδώ μας ενδιαφέρει να χαρούμε, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.

Τα «παιδιά», οι ανέστιοι δηλαδή, τον ακούνε με προσοχή. Υπάρχει πειθαρχία, αλλά όχι αυτοπειθαρχία. Έχουν μάθει να τους οργανώνουν άλλοι, άλλοι να σκέφτονται γι αυτούς. Σ΄ αυτή την περίπτωση πιστεύω κολλάει καλύτερα ο Σαμουήλ Μπέκετ. «Προσπάθησε πάλι, απέτυχε πάλι, απέτυχε καλύτερα».

-Πηγαίνουμε στην απονομή και απαθανατίζουμε τα κορίτσια που πήραν το κύπελλο ήθους, «για τέταρτη χρονιά», μας υπενθυμίζει ο Χρήστος. Η Δώρα πάλι με τη σημαία. Αν με βλέπανε οι σύντροφοι θα με αποκηρύσσανε, λέει, να παίζω για τη φανέλα και το εθνόσημο. Να λοιπόν που το ταξίδι παράγει μία ταυτότητα, δεν είναι μόνο το σχολείο, η Βουλή των Ελλήνων, τα Πανεπιστήμια, το ίδρυμα Νιάρχος, και το Ίδρυμα Ωνάση. Είναι πολλά πράγματα ακόμη, το Χαμόγελο του Παιδιού, οι αθλητικές δράσεις στον Πανελλήνιο, τα Γυμναστήρια, οι σχολές ξένων γλωσσών και οι καφετέριες, αλλά κυρίως εδώ, αυτή τη στιγμή εκτός Ελλάδος: η «Σχεδία» το περιοδικό του δρόμου, στα πέρατα του κόσμου δίνει ένα κίνητρο, την αίσθηση συμμετοχής και ανήκειν σε ομάδα μάχιμη, ένα αίσθημα περηφάνιας στους πιο βασανισμένους της ζωής. «Να αγαπάς θα πει να μάχεσαι» λέει ο μέγας μεξικανός ποιητής Οκτάβιο Παζ που τον διάβασα για πρώτη φορά στο περ. «Πάλι» λίγο πριν τη δικτατορία, όπως και τον Κάλας και τους αποστήθισα απ’ έξω: «Να παύεις να είσαι ένα πρωτοκολλημένο φάντασμα μπροστά σε έναν Κύριο απρόσωπο».

Μετά τους αγώνες πάμε στο παλιό Κοινοβούλιο στην πλατεία με τη Χρύσα, κυρίως να δούμε ένα Ντιέγκο Ριβέρα που υπάρχει εκεί, τεράστιος μας λένε. Όντως είναι όλη η ιστορία του Μεξικού ζωγραφισμένη σε ένα τοίχο. Αυτός ο μαγικός, δοξαστικός, επικός ρεαλισμός, που σε κάνει να στέκεσαι σαν χάνος μπροστά του. Από κάτω στέκομαι εγώ, με βγάζει φωτογραφία η Χρύσα και είμαι σαν μύγα. Βάζω συνέχεια Zirax στα χείλη που σκάνε λόγω του υψόμετρου. Ωραία φυτά, ποικιλία κακτοειδών στη αυλή του κτιρίου. Βγαίνουμε έξω από το Κοινοβούλιο κι όλο το σώου γίνεται στην πλατεία και στα πέριξ δρομάκια. Ημίγυμνοι ιθαγενείς ράνουν με φύλλα που ευωδιάζουν τους ντόπιους, τους εξαγνίζουν γίνονται «καθαροί». Ανάμεσα στους ανεξάντλητους πωλητές και οι απαραίτητοι ζητιάνοι. Ακραίες όμως περιπτώσεις. Ένας υδροκέφαλος νάνος, κατακίτρινος λες κι έχει ίκτερο ξαπλωμένος πάνω σε δύο ρόδες κι η συνοδός να επαιτεί. Να τον βγάλω φωτογραφία; Όχι, μη, λέει η Χρύσα. Ένα άλλος με καλπάζουσα ψωρίαση σε όλο το κορμί. Ψωνίζουμε μερικά δωράκια εγώ δεν έχω που να τα βάλω, θα ήθελα ένα ελαφρώς καρναβαλίστικο τεράστιο σομπρέρο από χαρτόνι, αλλά πώς να το κουβαλήσω, έχω μόνο ένα μικρό σακ βουαγιάζ. Σκουφιά και τσαντάκια, όλα πολύ όμορφα. Και στα μικρά δρομάκια όλοι οι καταστηματάρχες παστρικοθοδώρες μ’ έναν κουβά και ένα σφουγγαρόπανο πλένουν συνέχεια τα μικρά πεζοδρόμια. Και λούστροι, πολλοί λούστροι στις γωνιές των δρόμων. Και μια γυναίκα στο πάρκο με δερμάτινα εσώρουχα που τη δένει κάποιος με σκοινιά. Κάποιο πορνοδιαφημιστικό κάνουν γιατί τη φωτογραφίζει μετά κι αυτή βγάζει τη γλώσσα της έξω τάχατες αποχαυνωμένα. Μπροστά στο πλήθος και στα παιδιά που κοντοστέκονται με ένα γλειφιτζούρι στο χέρι.

Το βράδυ μπύρες με τους επιτελείς της ομάδας και βγαίνω γκολ.

17.11.18 Σάββατο. Βλέπουμε δύο ματσάκια – σε ένα από αυτά ο ρέφερυ διακόπτει το παιχνίδι και δένει τα κορδόνια της Αγγελικής μέσα στο γήπεδο, που καμαρώνει σαν γύφτικο σκεπάρνι με τα χέρια στις τσέπες – και μετά από την πλατεία παίρνουμε ταξί που έκλεισαν οι εθελοντές για να πάμε στο σπίτι-μουσείο της Φρίντας Κάλο, μόνο που μας προειδοποιούν πως έχει δυο με δυόμιση ώρες ουρά για να μπεις μέσα! Φοβερή κίνηση πάλι στους δρόμους, αυτή η πολυκοσμία άπειρα αυτοκίνητα χαζεύουμε τις διαφημιστικές πινακίδες οπτικών, οδοντίατρων, παθολόγων, χειροπρακτών στους τοίχους των κτιρίων όπου και το εύλογο σύνθημα Putos Poli Cias. Τα σπίτια έχουν σιδεριές, δείγμα των υπαρκτών απειλών, κι οι πολυκατοικίες είναι σε συγκροτήματα κατά το σοβιετικό περισσότερο μοντέλο. Φτάνουμε σε ένα ανθρώπινο μεσοαστικό προάστιο όπου βρίσκεται το σπίτι της Φρίντας Κάλο κι απ’ όπου πέρασαν μεγάλοι καλλιτέχνες και πολιτικοί, προεξέχοντος του Λέοντος Τρότσκι ως ευκαιριακού εραστή της καλλιτέχνιδος. Η ουρά είναι όντως μεγάλη αλλά δεν περάσαμε την μιάμιση ώρα στήσιμο, κοντεύουμε. Είναι μία ατραξιόν καθώς οι πωλήτριες στριφογυρνούν στα πόδια μας όχι με τσολιαδάκια και αρχαίους θεούς, αλλά με πορτρέτα της Φρίντας Κάλο με καλτσάκια με τη Φρίντα, με νεκροκεφαλές με τη Φρίντα, με μπρελόκ Μεξικού με φρου φρου και αρώματα. Το θέμα είναι όταν μπαίνεις πια μέσα, είσαι πάλι σαν σαρδέλα, συνωθούνται ολόκληρα γκρουπ μεγάλης κυρίως ηλικίας τουριστών, οπότε χάνεται όλη η ατμόσφαιρα, κάθε υποβλητικότητα και δεν βρίσκεις μία ακρούλα να καθίσεις να αναστοχαστείς τα χίλια μύρια που συνέβησαν στη φοβερή και τόση βασανισμένη αυτή γυναίκα. Οι πιο πολλοί πίνακές της έχουν μεταφερθεί στα Μουσεία της χώρας αλλά μεγάλο ενδιαφέρον βρίσκω και στα ενδύματα της Φρίντας, τα κορσέ που της φοράγανε για να στηθεί όρθια, μετά το φριχτό αυτοκινητιστικό της δυστύχημα, τα ιατρικά εργαλεία και τα μηχανήματα που της παρείχαν, το δωμάτιο που πέρασε ένα μέρος της ζωής της κατάκοιτη, κοιτάζοντας τον καθρέφτη στην οροφή και ζωγραφίζοντας τον εαυτό της, σαν πληγωμένο ελάφι.

Επιστρέφουμε με ταξί που το καλέσαμε τηλεφωνικώς. Υπάρχει κίνδυνος να σε απαγάγουν. Φύλαγε τα ρούχα σου. Η ασταμάτητη κινδυνολογία και η φημολογία δημιουργούν κλίμα ανασφάλειας. Να, θα βγουν όπου νάναι οι μεξικάνοι γκάγκστερ και θα μας επιτεθούν, ευτυχώς όμως υπάρχουν οι ρετρό καλοί αμερικανοί καουμπόηδες στα γουέστερν που θα τους τσακίσουν. Οι Αμερικανοί βρίσκουν πάντα κακούς μεξικάνους, ινδιάνους πράκτορες της στάζι, ιταλούς μαφιόζους, αλβανούς και σέρβους επίσης μαφιόζους, ρώσους, γεωργιανούς γιαπωνέζους επίσης μαφιόζους, έλληνες διεφθαρμένους εφοπλιστές χαρτοκλέφτες και κλεφτοκοτάδες. Η σκέψη μας γίνεται σιγά σιγά αποκλειστικά και μόνο αμερικανική κι έτσι τους μεξικάνους μπαντίτος δεν φοβούμεθα, θα καθαρίσουν οι γιάνκηδες, κάτι σαν από μηχανής θεός, κάτι σαν τον Αι Νικόλα των θαλασσινών και των πετρελαίων στα χωρικά ύδατα.

Το βράδυ στο γνωστό μπαρ κοντά στο ξενοδοχείο μία μεξικάνικη ορχήστρα του πεζοδρομίου παίζει τη Μισιρλού του Τσιτσάνη, ο Σάκης ενθουσιάζεται και κερνάει τους μουσικούς μπύρες.

Δημήτρης Τζουμάκας