Ευτέρπη Κωσταρέλη | Βερντάντι

In ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Ποίηση by mandragoras


Ποίηση

Ευτέρπη Κωσταρέλη | Βερντάντι 
Το νόημα
Σε μπόρες μνήμη δεν απέκτησες
και από ομπρέλες
άγνοια είχες.
Τα μουσκεμένα πόδια
μένουν να σου θυμίζουν
πως δεν έχεις απάντηση:
Τι νόημα έχει η βροχή;

Την Ευτέρπη Κωσταρέλη δεν τη γνώριζα. Ούτε και τώρα τη γνωρίζω. Ο,τι γνωρίζω είναι η αγωνία της, όπως αυτή αποκαλύπτεται στα ποιήματά της. Γιατί, τι άλλο από αγωνία μας αποκαλύπτει η ποίηση; Ωστόσο, αν η ποίηση αποκαλύπτει την αγωνία, η ίδια η αγωνία τι άλλο φανερώνει πέρα από την αδυναμία μας μπροστά στα αναπάντητα ερωτήματα της ποίησης; Η ποίηση δεν δίνει απαντήσεις. Αυτό το ξέρουμε. Δεν δίνει καν την ικανοποίηση ενός ολοκληρωμένου ερωτήματος. Εκείνο όμως που συχνά μας διαφεύγει είναι, πως ακόμη και ένα ποίημα κατάφασης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο από ένα λανθάνον ερώτημα.

Μιλώντας για ένα ποιητικό βιβλίο, σημαίνει ότι επιχειρείς λίγο πολύ να ερμηνεύσεις την εμπειρία της ανάγνωσης· όχι τα μαύρα σημάδια στο χαρτί. Επιχειρηματολογία δομημένη δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Τα περιθώρια που έχεις είναι να δοκιμάσεις ίσα-ίσα να επεκτείνεις τα ερωτήματά του. Να προσπαθήσεις να μεγεθύνεις τον χωρικό και τον χρονικό του ορίζοντα, έτσι ώστε να μπορέσεις να ξεδιακρίνεις το που και το πότε των νοημάτων του, μια και τα ίδια τα νοήματα δεν είναι παρά η ταλάντωση της γλώσσας ανάμεσα στις προθέσεις της και στις αναφορές της.

Συνηθίζεται να ξεκινά κανείς από τον τίτλο. Τον τίτλο, που πολλές φορές ξεκλειδώνει το ποίημα. Η Βερντάντι μας δείχνει εξαρχής ότι η Κωσταρέλη επιλέγει ν’ ακολουθήσει τη διαδρομή μιάς μοίρας. Το «ακολουθήσει» βέβαια, είναι μια κίνηση με κατεύθυνση πολύ σχετική, μια και μπορεί να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Να είναι η μοίρα, δηλαδή, αυτή που μας ακολουθεί.

Ποιά είναι όμως η Βερντάντι; Μιά θεότητα της σκανδιναβικής μυθολογίας, μια θεότητα που από εκεί, από το κέντρο του κόσμου και του κόσμου της, αντιπροσωπεύει τη μοίρα του Παρόντος, τη μοίρα της ενεστώσας ζωής, του υπαρκτού τώρα, αυτού που τώρα βιώνουμε.

Όπως και στην ελληνική, οι μοίρες της σκανδιναβικής μυθολογίας είναι τρεις. Οι τρεις Νορν, όπως μας πληροφορεί η σχετική σημείωση στην αρχή του βιβλίου. Μία για το παρελθόν και τη γέννηση, μία για το παρόν και τη ζωή και μία για το μέλλον και τον θάνατο. Κλωθώ, Λάχεσις και Άτροπος; Με μερικές παραλλαγές, ναί. Η Κωσταρέλη αφήνει κατά μέρος την τρίτη μοίρα, του μέλλοντος και του θανάτου. Αυτό που φαίνεται να την απασχολεί είναι το πριν και το τώρα. Το πριν σαν χρόνος που γέννησε το τώρα, και που εξακολουθεί να ενυπάρχει σε αυτό, ενώ το μέλλον, ακόμη και αν ενυπάρχει στο παρόν δεν είναι με τη μορφή του απρόβλεπτου μα με εκείνη του ήδη γνωστού, του προκαθορισμένου, του αναπόδραστου. Ίσως να θυμίζει το ελιοτικό παιχνίδι του χρόνου, στα Τέσσερα Κουαρτέτα. Όμως όχι· εδώ ο πραγματικός χρόνος, ο πραγματικά άγνωστος χρόνος, είναι το παρόν, αφού η παρούσα στιγμή δεν υφίσταται σαν κάτι δεδομένο, αλλά ως συνάρτηση του πριν με το τώρα. Καί πράγματι: αν παρατηρήσει κανείς τη γραμματική των ποιημάτων, θα διαπιστώσει ότι οι κυρίαρχοι χρόνοι είναι η ενεστωτικοί η παρελθοντικοί. Το «θα» κατ’ ουσίαν απουσιάζει και όπου υπάρχει το αύριο, υπάρχει όχι σαν ευθεία διαδρομή μα σαν στροφή του τώρα: Δεν θα πάψεις ποτέ / να ζείς / με όλες τις αισθήσεις / σε εγρήγορση… / Γιατί στην επόμενη στροφή της ζωής / ίσως σε περιμένει μια αλήθεια / ένα όνειρο σαρκωμένο.

«Σταύρος Ζαφειρίου 26.9.2013″ Σχέδιο του Χρήστου Αλαβέρα

Αυτή η «επόμενη στροφή της ζωής», που προϋποθέτει ασφαλώς και προηγούμενες, είναι και η κατεύθυνση των ποιημάτων μέσα στη σχετικότητα του χώρου. Η ζωή στρίβει, όχι αναζητώντας μιάν έξοδο, αλλά την προσδοκία μιάς αλήθειας, η οποία αλήθεια κάθε φορά επανα-ορίζεται μέσα από την επιτέλεση των ονείρων. Τούτες οι διαδρομές, προσαρμοσμένες σε τέσσερα ποιητικά σημεία: Βορράς και Ψύχος / Ανατολή και Στάχτη, χαρτογραφούν τις αποστάσεις και την επικράτεια της Βερντάντι. Ωστόσο, και αν διαβάζω σωστά, το πραγματικό θέμα των ποιημάτων δεν είναι η μοίρα της ζωής, αλλά ο τρόπος που μπορεί αυτή η μοίρα να γίνει ζωή.

Ένα διπλό ερώτημα που γεννιέται συνήθως, όταν διαβάζουμε ποιήματα, είναι το ποιός μιλάει και σε ποιόν απευθύνεται. Εν προκειμένω: Είναι η ποιήτρια που μιλά η η Βερντάντι; Η μήπως η μία βάζει τα λόγια της στο στόμα της άλλης, υποδυόμενες και οι δυό τον ίδιο ρόλο, δίνοντας και οι δυό όμοια μορφή στον εαυτό τους, αναζητώντας και οι δυό το ίδιο νόημα και παίρνοντας και οι δυό την ίδια απάντηση; Τη μία και μοναδική απάντηση, πως απαντήσεις δεν υπάρχουν, αφού στ’ αλήθεια δεν υπάρχουν και ερωτήματα. Γιατί, το «Τι νόημα έχει η βροχή», αγαπητή μου Ευτέρπη, δεν είναι απορία ούτε ερώτημα. Ταυτολογία είναι, μια και η ίδια η βροχή είναι το νόημά της. Έτσι ακριβώς και η ζωή. Έτσι και η ποίηση. Δεν ξέρουμε για χάρη ποιάς νομοτελειακής αναγκαιότητας υπάρχουν, ξέρουμε, ωστόσο, πως υπάρχουν. «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει», γράφει ο Ελύτης στα Ελεγεία της Οξώπετρας.

Β’ μέρος 26.9.2013″ Σχέδιο του Χρήστου Αλαβέρα

Καί για να μην θεωρητικοποιούμε τα αυτονόητα, ας επανέλθουμε στο ίδιο το βιβλίο. Ποτέ μου δεν περπάτησα / πιο μακριά /απ’ τη γη, λέει ο στίχος. Όμως αυτή η διαδρομή δεν είναι καθόλου λίγη. Είτε σαν διαδρομή της μοίρας στο παρόν είτε σαν διαδρομή της ποίησης. Απέραντη είναι, άμα την περπατήσουμε στον νού. Άλλωστε, και η ποίηση αυτό πιστοποιεί: πως το πεπερασμένο γίνεται απέραντο. Πως η γεωμετρία της ζωής γίνεται αγεωμέτρητη αναλογία του κόσμου. Καί η Κωσταρέλη όμως, αυτό ομολογεί: Πολύ μακρινοί μοιάζουν κάποιοι προορισμοί / ακόμη και για τα όνειρά μου.

Βερντάντι, λοιπόν: Μιά μοίρα που υπάρχει ως ζωή ανάμεσα στις λέξεις. Μιά μοίρα που δεν γράφει το παρόν μα το διαβάζει. Καί που η ποίηση την κάνει φρόνημα ζωής, και ας μην γνωρίζει τι είναι η ζωή.

Έχουμε μπροστά μας ένα βιβλίο. Όχι μια τράπουλα ταρώ. Δεν είναι η ειμαρμένη και οι κάρτες της που πρωταγωνιστούν, είναι ο λόγος. Καί ο λόγος ο ποιητικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος συνδέει την ύπαρξή του με τη φύση της. Μπροστά στη μεταφυσική της ειμαρμένης, η μόνη αλήθεια είναι οι λέξεις που ονομάζουν το παρόν. Οι λέξεις, που μεγαλώνουν τόσο, ώστε να ονομάζουν ολόκληρο τον χρόνο.

Λέει κάπου ο Μιγκέλ ντε Ουναμούνο: «Δεν γράφω για να περνά η ώρα αλλά για να περνά η αιωνιότητα». Γράφει κάπου η Ευτέρπη Κωσταρέλη: 6 χρόνοι χωρίς βροχή / 5 χρόνοι χωρίς ιδέες / 4 χρόνοι περιπλανήσεις χωρίς σκιά / 3 χρόνοι παπούτσια χωρίς σόλες / 2 χρόνοι παύσεις – παύσεις – παύσεις. // Κι αν χάθηκε ο ρυθμός / ξεκίνα απ’ την αρχή. Αυτή ακριβώς είναι η αιωνιότητα: οι χρόνοι και οι παύσεις που μετρούν τον χρόνο και τις παύσεις της γραφής που αναμετράται με ο,τι χωρά εντός της.

Έχω μπροστά μου ένα βιβλίο, για το οποίο ελάχιστα έχω πεί. Δεν έχω πεί για τη γλώσσα των ποιημάτων, για τον ρυθμό, για την οργάνωσή τους, για τις μεταφορές και τις εικόνες τους, για τη συμπύκνωση και τους συμβολισμούς, για τα επιμέρους θέματά τους: την απουσία, την απώλεια, τη νοσταλγία, για την κοινωνική ματιά στην εποχή. Όχι επειδή δεν έχουν σημασία όλα αυτά –άλλωστε, αυτά είναι που κάνουν ένα ποίημα να είναι η να μην είναι–, μα επειδή ακόμη αναρωτιέμαι αν είμαι αυτός προς τον οποίο απευθύνεται. Καί επειδή μου μοιάζει πιο πολύ πως η Βερντάντι είναι εντέλει εκείνη που μιλά, και ο,τι αν απευθύνεται σε κάποιον, είναι σε ο,τι ζεί σαν ταύτισή της στη γραφή. Είναι η μούσα και ταυτόχρονα το ποίημα. Είναι η προϋπόθεση και ταυτόχρονα η μορφή. Στέκεται στον καθρέφτη και μιλά σε αυτό που βλέπει, του μιλά για όσα βλέπει· όχι εκεί έξω –εκεί έξω λεν πως είναι Νοέμβρης–, αλλά για όσα βλέπει εδώ, εδώ όπου αστράφτουν ακόμη τα χάδια του ήλιου και που σε κάνουν να ποθείς λίγη ομίχλη / σκέπασμα των φάλτσων φθόγγων / και να κρατάς ρυθμό –τυμπανοκρούστης: 5 χρόνοι για να έρθει η δύση / 4 χρόνοι λιοπύρι οι σκέψεις / 3 χρόνοι παύσεις – παύσεις – παύσεις.

Όσο για τ’ άλλα, εκείνα που είναι έξω δηλαδή, ας μένουνε να λένε πως όσο κι αν φοβάσαι μην ξεγλιστρήσει / η αγάπη απ’ τάκενά, πως όσο κι αν αναρωτιέσαι αν άραγε αξίζει τόσες θυσίες /μια δημοκρατία, εσύ θα περπατάς, θα περπατάς, θα περπατάς ακόμα. Γιατί η ποίηση ποτέ δεν φτάνει στο τέλος κάποιου δρόμου. Γιατί η ποίηση είναι πάντα καθ’ οδόν.

Σταύρος Ζαφειρίου

Ευτέρπη ΚωσταρέληΗ Ευτέρπη Κωσταρέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981. Είναι βιολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές στη βιοχημεία και διδάκτορας μοριακής βιολογίας και γενετικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 2009 ζει στη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης και το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (DKFZ) ως ερευνήτρια. Κατά το διάστημα 1988-1998 πραγματοποίησε μουσικές σπουδές (πιάνο) στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Είναι ιδρυτικό μέλος της λογοτεχνικής ομάδας “Ιδεοκύματα” (Θεσσαλονίκη, 2004) και της μουσικής ομάδας “Gruppetto” (Χαϊδελβέργη, 2013). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό “Πνευματική Ζωή”, στην ανθολογία “Συνθέσεις” (εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονία, 2006), στην ανθολογία “23 και 1 ποιητές” (εκδ. Ακρωτήρι, 2008) καθώς και μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα στην ανθολογία “Ποιητές της Ευρώπης” (2007).

Μανδραγόρας, 2013
45 σελ.
ISBN 978-960-9476-59-1

Share this Post