Εικόνες | σημεία και τέρατα

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημα by mandragoras

 

Συνεχίζω με κείνο το τετράδιο, που αγόρασα το καλοκαίρι. 

Τι κι αν βρισκόμαστε στην επαρχία. Οι άνθρωποι κλέβουν κι εδώ, μέρα μεσημέρι αρπάζουν χρυσαφικά και χρήματα. Ό,τι βρούνε. Παλιότερα ένας σκότωσε κάποιον. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα και του έλιωσε το κεφάλι. Δεν ήμουν εκεί, το άκουσα όμως. Ο φονιάς είχε χρήματα – δεν θα πω εδώ πώς τα βρήκε – κι έβαλε καλούς δικηγόρους να τον υπερασπιστούν. Βρισκόταν σε άμυνα λένε οι δικηγόροι και οι συγγενείς. «Αιμοβόρος άνθρωπος. Είναι το σόι τους», λένε στα καφενεία και στις αυλές. Έτσι τους κατατάσσουν εδώ. Ανάλογα με την καταγωγή, κολλάνε και τις ταμπέλες.

Τα σόγια μένουν στην ίδια γειτονιά – ο αρχικός πυρήνας τουλάχιστον γιατί με τα χρόνια κατοικήσανε στους κήπους, στα χωράφια, σε άλλες πόλεις και σε όλη την υφήλιο πια. Τα σόγια συνήθως υποστηρίζονται μεταξύ τους ή τουλάχιστον οφείλουν να υποστηρίζονται. Όταν έχουν βέβαια κτηματικές ή άλλες διαφορές, δεν υπολογίζουν σόγια και τέτοια. Ο πιο εύκολος τρόπος τότε για να επιτεθεί κανείς σ’ αυτόν που τον έχει άχτι, είναι οι πέτρες. Ακόμη και τα μικρά παιδιά – δεν ξέρω για τα λίγα που γεννιούνται τώρα μόνο για τότε, όταν σε μια τάξη μαζευόντουσαν καμιά τριανταριά τουλάχιστον – πετροβολούσαν το ένα το άλλο κι ανοίγανε τα κεφάλια τους.

Ο τόπος είναι γεμάτος με πέτρες. Μικρές, μεγάλες αλλά και ολόκληρες κοτρόνες, βράχια θεόρατα που απειλούν ανθρώπους και ζώα. Όταν βρέχει πολύ και τρέχει το νερό ορμητικό στους λόφους, πολλές μεγάλες πέτρες ξεκολλάνε απ’ τη θέση τους και πέφτουν στο δρόμο. Τότε  εμποδίζουν τα αυτοκίνητα και πρέπει κάποιος να τις παραμερίσει. Παλιότερα – τότε δεν κυκλοφορούσαν αμάξια, ζώα κι άνθρωποι μόνο – το κάνανε αυτό οι βοσκοί. Τώρα δεν υπάρχουν και πολλοί τέτοιοι. Τα ζώα – λίγα – κλεισμένα στα συρματολεγμένα χωράφια. Έτσι τις πέτρες, αν είναι βαριές και δε μπορεί ένας άντρας έστω και νέος με σωματική ρώμη να τις σηκώσει, χρειάζεται να έρθει μηχάνημα της νομαρχίας, ένα γκρέιτερ για να τις σαρώσει με το μεγάλο του φτυάρι από τους δρόμους είτε είναι χωμάτινοι είτε ασφαλτοστρωμένοι.

Φέτος – βροχές, κρύο και αέρας – πέσανε πολλές φορές οι πέτρες οι μεγάλες στους δρόμους, αλλά κανένα ατύχημα δεν άκουσα να συμβεί. Μόνο τα εγκλήματα πληθαίνουν.

Έχω καταγράψει μερικά σ’ ένα παλιότερο αρχείο, τότε που ξεχώρισα τις ιστορίες των εγκλημάτων απ’ τις συνταγές των φαγητών – και οι συνταγές, ιστορίες μου φανήκανε στην αρχή. Καλύτερα γι αυτές να πω τώρα.

Είναι ντόπιες συνταγές που τις άκουσα απ’ τη μάννα μου κι απ’ άλλους διάφορους, γείτονες και γειτόνισσες. Μερικές γυναίκες μαγειρεύουν ακόμη με αυτό τον παραδοσιακό τρόπο. Ανάβουν και φωτιά με ξύλα, βάζουν πάνω μια σιδερένια λαμαρίνα και φτιάχνουν κάτι σαν κρέπες. Η φωτιά καψαλίζει τα δάχτυλα, όμως εκείνες έχουν σκληρές πέτσες στα χέρια κι είναι γρήγορες πολύ. Σαν κάτι σεφ ακριβοπληρωμένους.

Θα ήταν ωραίο να δούλευε η κάμερα της φωτογραφικής μηχανής μου να βιντεοσκοπήσω τη διαδικασία. Να καταλάβω πώς δεν καίγονται στις φωτιές, πώς τακτοποιούν τα γλυκά στις πιατέλες, πώς αλείφουν με λάδι τα ταψιά. Όμως η ζωή τους δε μπορεί να καταγραφεί στην κάμερα και πιο πολύ απ’ όλα αυτή η ζωή που βγαίνει στα φαγητά τους. Τα πιο συγκλονιστικά είναι όσα φτιάχνουν με αλεύρι αλλά κι εκείνα με το γάλα. Πήγα σε μια μεγάλη γυναίκα που διατηρούσε τις γίδες της και παρακολούθησα πάλι πώς έπηζε το τυρί. Πώς το σταύρωνε και πώς έλεγε μια προσευχή καθώς το έκοβε. «Έλα Χριστέ και Παναγιά!»

Είδα και τη διαδικασία του σαπουνιού. Εκεί μπαίνουν σοβαροί περιορισμοί απαράβατοι. Για να βάλουν το καζάνι με τα παλιόλαδα πάνω στη μεγάλη φωτιά – εμείς βάνουμε είκοσι κιλά λάδι – πρέπει καμιά να μην έχει περίοδο και να μην υπάρχει πρόσφατα πεθαμένος στο σπίτι. Το πρώτο μού το εξήγησε ένας βιολόγος επιστημονικά – οι γυναικείες ορμόνες επηρεάζουν τη χημική διαδικασία – αλλά για το δεύτερο δε μπορώ να βρω λογική εξήγηση. «Εμείς δεν είχε σαραντίσει ο μπαρμπα-Παναγιώτης, δυο μέρες το παλεύαμε και δε γινότανε. Το πήρε η Κατίνα στο σπίτι όμως και έγινε αμέσως. Το σαπούνι είναι αερικό». 

Πώς ετοιμάζουν πανί για τον αργαλειό δεν είδα. Καμιά νομίζω δεν υφαίνει πια. Όμως άκουσα να λένε ότι όταν φτιάξει ο καιρός θα «ιδιάσουν». Θα φέρουν τα μιτώματα και όλα όσα χρειάζονται και θα υφάνουν κουρελούδες. Υπάρχει ένα μαγαζί με τουριστικά είδη στην περιοχή που ζητάει κουρελούδες παραδοσιακές.

 

 Ελένη Γ.