Βιωματικό ημερολόγιο, η ουσία της ποιητικής σύνθεσης
Η Σοφία Γιοβάνογλου μας προσφέρει την ποιητική σύνθεσή της ως βιωματικό καλεντάρι αισθητικής γνώσης και λογοτεχνικής ανασύνθεσης της εμπειρίας της. Το εξώφυλλό του κοσμείται από το έργο της Φωτεινής Χαμιδιελή, με την εξαιρετική αφαιρετική απεικόνιση χορεύτριας του καν-καν. Η εικαστικός, χωρίς περιττές λεπτομέρειες, με απλές γραμμές, καμπύλες και ελάχιστη χρωματική παρέμβαση, κρατά μόνο την ουσία της κίνησης, όπως και ο διάσημος Henri de Toulouse-Lautrec, (1864–1901) στις σχετικές δημιουργίες του.
Ο χρόνος της επταήμερης διάρκειας αυτής της μαθητείας στο Παρίσι, εμφανίζεται ποιητικά σύντομος αλλά περιεκτικότατος σε ενδιαφέρουσες πολιτισμικές πληροφορίες. Οι αφηγήσεις της αναπτύσσονται συγκεκριμένα αφαιρετικές, χωρίς περιττές εξηγήσεις, σαν επιλεκτικές αναμνήσεις, απευθυνόμενες σε γνώστες του ταξιδιού. Οι αναφορές των εμπειριών της μέσα από αυτή τη διαδρομή προσφέρονται ως συμπυκνωμένη γνώση.
Η συλλογή αφιερώνεται στον ποιητή και διορθωτή του βιβλίου Κώστα Θ. Ριζάκη, με προτασσόμενους δύο στίχους του από το «Δέντρο της στάχτης» και σε κάποιο οικείο πρόσωπο, «ότι μαζί στην πόλη του φωτός». Σε κάθε ποίημα, ο τίτλος εντάσσεται ως πρώτος στίχος και είναι σημαντικά καθοριστικός. Τα ποιήματα λειτουργούν ως στάσιμα (αρχαίας τραγωδίας), με την έννοια της βιωματικής κατάθεσης στην αφήγηση, στην οποία θα συμπεριληφθούν και η ιστορική αποτίμηση της δράσης με τις επεκτάσεις της, αλλά και η εκτίμηση, θα προκύψει μέσα από τη μελέτη, την κριτική σκέψη και τους στοχασμούς αξιολόγησης του αναγνώστη. Ο πρώτος στίχος κάθε ποιήματος κατέχει και την ιδιότητα του τίτλου.
Από το ποίημα «Αίσθηση πρώτη», που δρα ως προπομπός της συλλογής, αντιλαμβανόμαστε τη σημειολογική επιλογή του κόκκινου χρώματος. Η χρησιμοποίησή του στα ποιήματα σταδιακά και μεθοδικά, είτε ολοφάνερη είτε ελάχιστα ορατή, έχει πολλές προεκτάσεις. Σημειώνοντας τις θέσεις και αντιθέσεις προσαρμογής του στην αφήγηση, από τις διακυμάνσεις της ψυχικής διάθεσης έως την έντονη δράση-αντίδραση, μετράμε στιγμές ανάγκης για επιβίωση, διάρκειας για αποτύπωση της εμπειρίας και ικανοποίησης από την πραγματοποίηση ενός ονείρου. Σε κάθε ποίημα, που ακολουθεί, προτάσσεται η αρίθμηση της ημέρας του ταξιδιού, χωρίς να είναι καθόλου σίγουρο ότι πρόκειται για την πραγματική. Επίσης, είναι πολύ πιθανό να μην τηρήθηκε η ακριβής χρονική σειρά των αφηγήσεων για λόγους δομής του κειμένου.
Το πρώτο στάσιμο (Ημέρα 1η), συστήνεται με το «Καφέ ντε Φλορ»[1], στην αριστερή όχθη. Είναι ένα από τα πιο διάσημα, ιστορικά και εμβληματικά καφέ στον κόσμο. Φιλοξενούσε ανέκαθεν ανθρώπους των τεχνών και της διανόησης. Από τα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα, ανάμεσα στους τακτικούς θαμώνες του συγκαταλέγονταν οι συγγραφείς Remy de Gourmont, (1858–1915) και Joris-Karl Huysmans, (1848–1907). Ο Γάλλος σουρεαλιστής ποιητής Guillaume Apollinaire, (1880–1918), ίδρυσε εδώ το φιλολογικό περιοδικό Les Soirees de Paris. Στη δεκαετία του ’30, ο Pablo Picasso, (1881–1973), συναντούσε εκεί τα βράδια τον φίλο του ζωγράφο Marc Chagall, (1887–1985)· σημαντικός θαμώνας του και ο ποιητής Jacques Prevert, (1900–1977)[2]. Μετά το τέλος του πολέμου και κυρίως στη δεκαετία του ’50, το Café de Flore ήταν το φιλολογικό στρατηγείο των υπαρξιστικών κινημάτων, με καθοδηγητές το Γάλλο φιλόσοφο Jean-Paul Sartre, (1905–1980), και τη σύντροφό του Simone de Beauvoir, (1908–1986), οι οποίοι συναντούσαν εκεί τους στενούς φίλους τους, αναπτύσσοντας τη θεωρία του υπαρξισμού. Στο ίδιο καφέ, σύχναζε επίσης και ο ηγέτης του σουρεαλιστικού κινήματος στη λογοτεχνία Andre Breton, (1896–1966).
Στο ποίημα, οι ανωτέρω αναφέρονται με ενθουσιασμό αλλά και με σεβασμό για την ιστορία του Café de Flore. Οι στίχοι της Σοφίας Γιοβάνογλου συνδέουν δημιουργικά το άγαλμα της μυθικής Φλόρας των Ανθέων, (ρωμαϊκής θεότητας της βλάστησης, της άνοιξης και των λουλουδιών, το οποίο βρίσκεται στην είσοδό του), με το ερυθρό της Art Déco[3]. Εμφανής, τόσο ποιητικά όσο και συναισθηματικά λόγω του πρόωρου χαμού του, η «Ριζάκειος επιρροή» (πιθανόν λόγω της επιμέλειας) με την πρόταση του συνδέσμου «δεν» στην αρχή του στίχου και σε διάσταση με το ρήμα που ακολουθεί, (σσ.14–15).
Το δεύτερο στάσιμο, (Ημέρα 2η), απαρτίζεται από δύο μέρη. Το πρώτο έχει τον τίτλο «Σε θέλγουν στο Μουζέ ντ’ Ορσέ» και μας προσφέρεται σαν ξενάγηση στο σημαντικό αυτό γαλλικό μουσείο. Οι προσεκτικά επιλεγμένες εκθέσεις των δημιουργών, τόσο οι μόνιμες όσο και οι περιοδικές, είναι ενδιαφέρουσες και, όπως αναφέρει η ποιήτρια, «σε ωθούν/ να εμβαθύνεις εμβριθώς// σε εικονολόγια[4]/ καλλιτεχνών φτιαγμένα// επάνω στο ίδιο/ δάγκωμα του χρόνου·//», και να κατανοήσεις τις διαφορετικές οπτικές ή τις αλληγορίες τους. Όπως στους εξπρεσιονιστικούς πίνακες με τις κοφτές πινελιές, τις γεμάτες ένταση, ρυθμό και κατεύθυνση, ή τα κυκλικά και σπειροειδή μοτίβα του Vincent van Gogh, (1853–1890) αλλά και στα νατουραλιστικά όπως «Το έσχατο adieu» του Jean-Louis-Ernest Meissonier, (1815–1891), ή ο «Βράχος του Βαν» στο Κουρδιστάν, του Jules Laurens, (1825–1901), ή ο «Άβελ» του Camille-Félix Bellanger, (1853–1923), ή ο «Αγγελικός Χαιρετισμός στη Μαριάμ» του Amaury Duval, (1808–1885), με τους λευκούς κρίνους, αιώνια σύμβολα αγνότητας, (σσ.15-16).
Το δεύτερο μέρος, με το ποίημα «Απ’ τον ανθό», μας μεταφέρει στην εικόνα του Café Procope[5], του παλαιότερου και πιο ιστορικού καφενείου του Παρισιού, γνωστό στέκι μεγάλων φιλοσόφων και συγγραφέων. Αυτή τη φορά, ο δείκτης βαπτίζεται με τον ανθό του γάλακτος, του «café au lait» και η καρδιά ευφραίνεται με το κρασί Γκαμαί[6]. Και, «για όποιον εντρυφεί στη γαλλική παραδοσιακή κουζίνα», πραγματοποιείται ο εγκιβωτισμός του πραγματικού στην ποιητική αφήγηση «τῇ συνοδείᾳ» ιδιολέκτου, (σελ.17).
Το τρίτο στάσιμο, (Ημέρα 3η), είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι αφιερωμένο στην Notre Dame[7], η οποία την εποχή που γραφόταν το ποίημα, βρισκόταν σε αποκατάσταση, μετά την καταστροφική φωτιά της 15ης Απριλίου του 2019. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Γάλλοι ζωγράφοι δεν φιλοτέχνησαν ποτέ την Notre Dame φλεγόμενη, θεωρώντας αυτή την άρνηση θέμα αισθητικής[8], (σσ.18–19).
Στο δεύτερο μέρος του τρίτου στασίμου η αφήγηση εξελίσσεται με τον τίτλο «Στην ντε λα Μπουσερί». Σε αυτή την οδό, συναντάμε το «Shakespeare & Co»[9], ένα θρυλικό αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο στην καρδιά του Παρισιού, απέναντι από την Παναγία των Παρισίων. «Αποτελεί παγκόσμιο σημείο αναφοράς για τη λογοτεχνία, συνδέοντας την εποχή της “Χαμένης Γενιάς” του Μεσοπολέμου με τη σύγχρονη μποέμ κουλτούρα». Ιδρύθηκε από την Αμερικανίδα Sylvia Beach[10], το 1919, και υπήρξε στέκι θρυλικών συγγραφέων όπως οι: Ernest Hemingway, (1899–1961), Francis Scott Fitzgerald, (1896–1940), James Joyce, (1882–1941) και Tomas Eliot, (1888– 985). Η Sylvia Beach εξέδωσε μάλιστα πρώτη το, απαγορευμένο τότε, Ulysses του Joyce. Λίγο αργότερα, οι Γερμανοί την έστειλαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Είναι σημαντικός και ευρηματικός ο τρόπος με τον οποίο η ποιήτρια χρησιμοποιεί τα ονόματα των λογοτεχνών, που σύχναζαν στο βιβλιοπωλείο. Μέσω αυτών καταφέρνει να οδηγεί τον αναγνώστη στην έρευνα και ως εκ τούτου στην πληροφόρηση των προεκτάσεων των ιστορικών δεδομένων[11]. Παράλληλα, υπήρξαν και περιπτώσεις φημών, οι οποίες δεν λέγονται ανοιχτά, αλλά αφήνονται να εννοηθούν με λεπτότητα και κομψότητα. Ουσιαστικό παράδειγμα ο ευγενής υπαινιγμός για τις εικασίες ότι η Sylvia Beach απαγόρευσε στο εμβληματικό της βιβλιοπωλείο «Shakespeare & Company», την παρουσία και τα βιβλία των: Ezra Pound, T.S. Eliot και Ernest Hemingway, για λόγους εθνικούς και πολιτικούς. Ο αντίλογος αυτής της εκδοχής υποστηρίζει ότι πρόκειται για ιστορική παρανόηση και ότι στην πραγματικότητα, συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: Οι τρεις αυτοί συγγραφείς όχι μόνο ήταν ευπρόσδεκτοι, αλλά αποτελούσαν τον στενό πυρήνα του, δηλαδή τους πιο τακτικούς θαμώνες και μερικούς από τους πιο στενούς φίλους της Sylvia Beach, οι οποίοι την βοήθησαν στις δύσκολες στιγμές της, μετά την απαράδεκτα προδοτική στάση του James Joyce.
Λέγεται ότι αιτία αυτής της φήμης ήταν η Gertrude Stein, η οποία αντιπαθούσε σφοδρά τον Joyce και, όταν η Beach αποφάσισε να γίνει η εκδότρια του Ulysses, εξοργίστηκε τόσο πολύ ώστε ακύρωσε τη συνδρομή της στο Shakespeare & Company. Παράλληλα, ενέτεινε τις δικές της, εξαιρετικά διάσημες, φιλολογικές–καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις στο διαμέρισμα-ατελιέ της[12], εντελώς ανταγωνιστικά προς το βιβλιοπωλείο της Beach, το οποίο δεν επισκεπτόταν πλέον ούτε ο James Joyce, όπως επισημαίνει υπαινικτικά και η Σοφία Γιοβάνογλου. Και αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι, παρόλα αυτά, οι επισκέπτες μπορούσαν να δουν τους Οδυσσείς του πάνω στο Κιλομετέρ Ζερό[13], όπου υπήρχαν πάντα, δηλαδή στο Shakespeare & Co, (σσ.20-21). διοργάνωνε στο σπίτι της,
Το τρίτο μέρος του τρίτου στασίμου, με τον τίτλο «Μες στη Σπηλιά», αφορά στο θρυλικό υπόγειο jazz club Caveau de la Huchette, που στεγάζεται σε ένα πέτρινο κελάρι του 16ου αιώνα και λειτουργεί ως χώρος ζωντανής μουσικής και χορού από το 1947. Στο πέρασμα των αιώνων υπήρξε κρησφύγετο και τόπος συνάντησης, (για μυστικές αδελφότητες μέχρι τη Γαλλική Αντίσταση) και έγινε παγκόσμια γνωστό από την ταινία «La La Land», του Damien Sayre Chazelle. Στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι υπόγειες στοές και η Rue de la Huchette χρησιμοποιούνταν από τη Γαλλική Αντίσταση[14], (σελ.22)
Το τέταρτο στάσιμο, (Ημέρα 4η), με πρώτο μέρος το «Μουζέ ντελ’ Ορανζερί», (Musée de l’ Orangerie), που αφορά σε ένα μουσείο ιμπρεσιονιστικής και μετά-ιμπρεσιονιστικής τέχνης[15]. Ο Claude Monet[16], (1840–1926) επέλεξε προσωπικά τον σχεδιασμό, τον φυσικό φωτισμό και τον διπλό οβάλ αρχιτεκτονικό σχεδιασμό των αιθουσών του, ώστε να προσφέρει συνεχή, απρόσκοπτη οπτική εμπειρία. Λειτουργεί ως χώρος περισυλλογής και διαλογισμού γι’ αυτό απαιτείται απόλυτη σιωπή. Μετατρέπει τη θέαση σε σχεδόν μυστικιστική σιωπηλή ιεροτελεστία: «//τηρώντας αναγκαστικά/ τον νόμο της σιωπής:/ – Κοίτα, λοιπόν, πώς/ να ’μπεις μονομάχος·// αλλιώς, καλύτερα/ μην μπεις.»[17]. Η ποιήτρια, παραινεί σε ένα σημαντικό συμβολικό λογοπαίγνιο, χρησιμοποιώντας τις λέξεις: μονάχος και μονομάχος, (σσ.23–24).
Στο δεύτερο μέρος του τετάρτου στασίμου έχουμε «Τον κόσμο του Λε Ντε Μαγκό». Το Les Deux Magots[18] είναι ένα από τα πιο διάσημα ιστορικά καφέ-μπαρ στο Παρίσι[19]. Ο κόσμος που σύχναζε εκεί ζούσε με την πνευματική τροφή των διασήμων των γραμμάτων και των τεχνών, όπως οι Joyce, Verlaine[20] και Picasso, χαμένοι μέσα στις αναθυμιάσεις του αψεντιού και τον καπνό των πούρων: «έτρωγαν φύσεις ζωντανές/ – νεκρά βγαλμένες// είτε από εικόνες/ είτ’ από νότες ιμαζιστικές//». Έπιναν σαμπάνια καταμεσήμερο και μασούλαγαν κόκκους καφέ, όπως ο Honoré de Balzac, που είχε ακραίο εθισμό στην καφεΐνη, (σελ.25).
Το πέμπτο στάσιμο, (Ημέρα 5η), αποδίδεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο: «Δεν ζει η Μονμάρτη» αναφέρεται στο τραγούδι «La Bohème» του Ιππότη Charles Aznavour, έναν ρομαντικό θρήνο αποχαιρετισμού στην μποέμικη Montmartre. Ένα τραγούδι που, όταν παραπονιέται πως «οι πασχαλιές έχουν πεθάνει», δεν εννοεί φυσικό θάνατο ή αυτοκτονία ανθρώπων. Μιλά μεταφορικά για τον «θάνατο» της γειτονιάς του, και για κάποια «σπασμένα όνειρα που αδίκως διαμελίσθηκαν, πηδώντας από τα παράθυρα», όπως οι πασχαλιές της ψυχής των καλλιτεχνών. Η πασχαλιά, το σύμβολο της αναγέννησης και της νεότητας, με τον θάνατό της σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της της άνοιξης και την έλευση του «χειμώνα» στη ζωή τους, (σελ.26).
Στο δεύτερο μέρος, «Τ’ Αποκελύφωμα», μας μεταφέρει στο θρυλικό παριζιάνικο εστιατόριο Bouillon Chartier Grand Boulevards, της Belle Epoque, και στο αποκελύφωμα των σαλιγκαριών που αποσπά από τα ντεκόρ της Art Nouveau, με τη συνοδεία της ποικιλίας κρασιού Αραμόν και της μελωδίας Felicie aussi, του 1939. Σημειολογικά, πρόκειται για ένα τραγούδι παρωδία του ρομαντικού φλερτ και της παρισινής υψηλής κοινωνίας. Ένα χιουμοριστικό εύρημα γραφής –έξυπνη επιλογή– που βασίζεται σε λογοπαίγνιο, που δημιουργείται με την επανάληψη της φράσης «Félicie aussi»[21], (σσ.27–28).
Τέλος, το τρίτο μέρος, με το ποίημα «Στο Μουλέν ρουζ», θα μπορούσε να θεωρηθεί «κύκνειο άσμα» της πάλαι ποτέ αίγλης του ομώνυμου διάσημου καμπαρέ. Το Moulin Rouge[22] ξεχωρίζει από μακριά χάρη στον μεγάλο κόκκινο ανεμόμυλο που κοσμεί τη στέγη: «πρωτοστατεί στη λεωφόρο/ ντε Κλισύ […]»[23]. Μνημονεύεται εδώ και η Jane Avril, (1868–1943), διάσημη Γαλλίδα χορεύτρια του Καν-Καν και αστέρι του Moulin Rouge τη δεκαετία του 1890. Έμεινε στην ιστορία ως η κύρια μούσα του ζωγράφου Henri de Toulouse-Lautrec, ο οποίος την απαθανάτισε σε παγκοσμίως γνωστά έργα και διαφημιστικές αφίσες της εποχής. Το Bar À Bulles[24], το οποίο αναφέρεται στη συνέχεια, είναι ένα πασίγνωστο κρυφό rooftop μπαρ στο Παρίσι, που δημιουργήθηκε το 2015. Βρίσκεται ακριβώς πίσω και πάνω από το θρυλικό Moulin Rouge, όπου μεσουράνησε η Jane Avril. «Είναι εγγενές της γενιάς Ζετ», που συχνάζει τώρα εκεί, θα γράψει στον στίχο της η ποιήτρια, (σσ.29–31).
Το έκτο στάσιμο, (Ημέρα 6η), χωρίζεται σε δύο μέρη· το πρώτο αναφέρεται στους «Ανθοπώλες της Μαντλέν», δηλαδή τους Marché aux fleurs Madeleine, της ιστορικής Place de la Madeleine[25]. Είναι λογικό οι ανθοπώλες, της εν λόγω πλατείας, να μην «συνεργάζονται» με το ποίημα «Επέτειος» (Anniversary)[26], της Νομπελίστριας Αμερικανίδας ποιήτριας Louise Glück. Το συγκεκριμένο ποίημα, στο ανωτέρω ποιητικό κείμενο της Σοφίας Γιοβανόγλου, εμφανίζεται ως υπαινιγμός, μαζί με κάποια αόριστα χαρακτηριστικά της δημιουργού του. Στην πρώτη γραφή του αποτυπώνει την αποξένωση, τη σταδιακή φθορά, την ψυχρότητα και την παθητική επιθετικότητα μιας μακροχρόνιας ερωτικής σχέσης ή ενός γάμου που καταρρέει. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό δείγμα της λεπτής «χειρουργικής» γραφής της Louise Glück[27] πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Η δημιουργός της συλλογής ποιήτρια Σοφία Γιοβάνογλου έχει μεταφράσει εξαιρετικά, με σεβασμό και προσήλωση στο έργο της, διάφορα ποιήματά της, (DOCTV.GR 8 Οκτωβρίου 2020).
Το δεύτερο μέρος είναι το «Φοντασιόν Λουί Βιττόν». Το Fondation Louis Vuitton[28], είναι ένα ιδιωτικό μουσείο τέχνης και πολιτιστικό κέντρο στο Παρίσι, που άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό το 2014. Το συγκεκριμένο Ίδρυμα κατάφερε να δανειστεί τα περισσότερα από τα τριάντα έργα των seagram τοιχογραφιών του διάσημου ζωγράφου Mark Rothko, από την πινακοθήκη Tate Modern[29] στο Λονδίνο όπου εκτίθενται, και να παρουσιάσει ολόκληρη αυτή τη σειρά σε μια ιστορική αναδρομική έκθεση για τον καλλιτέχνη. Η Σοφία Γιοβάνογλου, στο συγκεκριμένο ποίημα συγκρίνει τα χρώματα των πινάκων του μεγάλου καλλιτέχνη: «// διέβη στέρεος την Πομπηία/ κληροδοτώντας ευγενώς// το πορφυρό επάνω στο καφέ/ των seagram τοιχογραφιών·// […] σύμβαση από τον ίδιο/ ήδη κι αυτή ανηρέθη// αγρίως – ενώ «εν πλήρει» τελούσε πια διαφωνία.», (σσ.33–34).
Το έβδομο στάσιμο, (Ημέρα 7η), ένα εξαιρετικό πεντάστιχο, το οποίο ξεδιπλώνεται «σαν πτήση επιστροφής», με επιλογή θέσης λήψης ανάμεσα σε γη και ουρανό. Η ποιήτρια έκθαμβη από την εικόνα, (σαν) συνεχίζοντας τον στίχο της από το προηγούμενο ποίημα, απευθύνεται στον ουρανό-δημιουργό ρωτώντας τον πόσον Ρόθκο άραγε ξοδεύει σε αυτό το «σφάγιον δειλινό του Νοεμβρίου».
Οι ειδικοί της ψυχολογίας επιμένουν στη διαφορετικότητα. Ισχυρίζονται ότι ο κάθε άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει και διαμορφώνεται ανόμοια, ιδιαίτερα, ξεχωριστά. Ο τόπος και ο τρόπος, που χτίζεται ο χαρακτήρας του ποιητή, οι έμφυτες ευαισθησίες του καθώς και οι προσλαμβάνουσες που καλλιεργούνται στη συνέχεια, αποτελούν τη «φυσική βάση» πάνω στην οποία αναπτύσσεται η προσωπικότητά του. Δεν υπάρχει αρμονική αντιστοιχία ούτε ισορροπία στη λειτουργία συνέχειας όταν ένας ποιητής, ενώ αντιλαμβάνεται έμφυτα τις λεπτές μεταβολές της φύσης, αποκαλεί τον ουρανό Ρόθκο και αισθάνεται να πυρπολείται από ένα «σφάγιον δειλινό του Νοεμβρίου», να «εκδικείται» αυτό που τού προσφέρεται.
Στη ποιητική σύνθεση Ως Καλεντάρι Γκαλερί, η Σοφία Γιοβάνογλου είναι συμβολικά υπαινικτική, ενίοτε δεικτική, όμως τελετουργικά συναισθηματική και οι αναφορές της είναι ιστορικά τεκμηριωμένες. Αρκετές φορές, η χρησιμοποίηση των λέξεων έχει δύο πόλους ερμηνείας. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «κρύο» δεν αποτυπώνει μόνο μία σωματική κατάσταση αλλά συμβολίζει και τη συναισθηματική αποξένωση. Η λέξη «επέτειος» παραπέμπει σε μία γιορτή διάρκειας, αγάπης και συντροφικότητας στις σχέσεις μεταξύ φίλων, οικογένειας ομάδας ή έθνους. Όμως, μέσα από μια διαφορετική προσέγγιση, όπως αυτή της Louise Glück, αντιλαμβανόμαστε ότι η ίδια λέξη χρησιμοποιείται αιχμηρά, ανακαλώντας βιώματα πόνου.
Το ειρωνικό στοιχείο στη γραφή της Σοφίας Γιοβάνογλου εμφανίζεται με έναν λεπτό σαρκασμό, όμως ουδόλως καυστικό. Δεν καταργεί τη συναισθηματική φόρτιση ούτε δαιμονοποιεί την ωμότητα της Glück. Στην ποίηση της Γιοβάνογλου καμία τακτική δεν αποποιείται την άλλη· αφήνονται ελεύθερες να εξελίσσονται παράλληλα. Αυτή η απόφαση είναι καθαρά θέμα ιδιοσυγκρασίας, ψυχικής ανωτερότητας και πνευματικής ευαισθησίας, που μεταφράζεται σε δημιουργική καλαισθησία, ώστε ο κάθε αναγνώστης να επιλέγει την εκδοχή που τού ταιριάζει.
Στα ποιήματα της εν λόγω συλλογής, από την «Πρώτη αίσθηση» ως την «Επιστροφή», το ταξίδι των επτά ημερών στο Παρίσι ξεδιπλώνεται με σημειολογική τοποθέτηση του κόκκινου χρώματος σε δόσεις διαφορετικών εντάσεων. Η χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου χρώματος έχει πολλές προεκτάσεις· όσοι και οι τόνοι του. Από την ψυχική διάθεση έως τη συνεχώς αιμάσσουσα δράση-αντίδραση, σημειώνουμε μερικές όπως η ανάγκη έκφρασης συναισθήματος, αποτύπωσης της εμπειρίας, πραγματοποίησης του ονείρου, επιβίωσης ή αυτάρκειας.
Κάθε κατάθεση από τις επτά, χρωματίζει τις εντάσεις που συσσωρεύονται στα σημεία αναφοράς, ιστορικά και συναισθηματικά. Η Σοφία Γιοβάνογλου αποδίδει χωρίς εξάρσεις και επιβολές την αίσθηση του γνώστη ταξιδευτή – και ό,τι υπονοείται με αυτό. Η αφήγησή της μεστή και ουσιαστική δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας ακόμα και σε περιπτώσεις διφορούμενες εν τη γενέσει τους. Έχω την εντύπωση ότι σε αυτό συμβάλλει η συγκεκριμένη επιστημονική κατάρτισή της όπως και η θετική σκέψη της. Κατόπιν τούτου, εικάζω ότι, για την ίδια, το κόκκινο σηματοδοτεί το αίτιον, δηλαδή τη ζωή που ρέει, και όχι το αιτιατόν, που οδηγεί στον θάνατο.
Σε όλα τα ποιήματα της συλλογής αναβιώνουν πρόσωπα και καταστάσεις, στηριζόμενα σημειολογικά στη ρέουσα πηγή της ζωής. Όπως οι λευκοί κρίνοι, που ευαγγελίζονται αυτή την πηγή της δημιουργίας, της θυσίας που την ακολουθεί, και στη συνέχεια τη στήριξη προσιτών για την επανεκκίνηση εκδοχών, μέσω της υπέρβασης αλλά και της τέχνης που την εκφράζει. Η μουσική συντροφεύει εξαιρετικά κάποια ανοίγματα στον χρόνο. Τα ποιήματα της Σοφίας Γιοβάνογλου προσφέρουν στον αναγνώστη την ευκαιρία για μελέτη των λογοτεχνικών δρώμενων της εποχής και τη δυνατότητα της γνώσης ουσιαστικών ιστορικών αναφορών.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
[1] Café de Flore, (172, Boulevard Saint-Germain). Είναι γνωστό μέχρι σήμερα, εκτός των άλλων, και για την καταπληκτική του κρεμμυδόσουπα.
[2] Έγραφε τα ποιήματά του πάνω σε καταλόγους φαγητού, σε χαρτί τουαλέτας και χαρτοπετσέτες.
[3] Art Déco, (Διακοσμητική Τέχνη), είναι ένα δημοφιλές διεθνές καλλιτεχνικό κίνημα, που διακρίνεται για τα γεωμετρικά σχήματα, την πολυτέλεια και τη συμμετρία –διακόσμηση με κόκκινους καναπέδες, καθρέφτες και μαρμάρινα τραπέζια– κυριαρχώντας από το 1925 έως τη δεκαετία του 1940.
[4] Θεματικά σύνολα από ζωγραφικά έργα, που μοιράζονται κοινό νόημα ή αισθητική.
[5] (13, rue de l’ Ancienne Comedie)
[6] Η βασική ερυθρή ποικιλία της γαλλικής περιοχής Beaujolais.
[7] Παναγία των Παρισίων, γνωστή και ως Notre-Dame de Paris (ο μητροπολιτικός Ρωμαιοκαθολικός ναός της πόλης του Παρισιού), ένα από τα πλέον θαυμαστά αρχιτεκτονικά μνημεία του οξυκόρυφου ή γοτθικού ρυθμού.
[8] Τα εγκαίνια της επαναλειτουργίας της, στις 7.12.2024, σήμαναν και τη λήξη των επισκευών της.
[9] (Στη διεύθυνση: 37, Rue de la Bucherie, Kilometer Zero). Η Sylvia Beach ανοίγει το 1919 το πρώτο Shakespeare & Co, στο νούμερο 8 της Rue Dupuytren. Δύο χρόνια αργότερα, θα μεταφερθεί στο νούμερο 12 της οδού Οντεόν, όπου θα γνωρίσει την χρυσή περίοδο ακμής του.
[10] Τη «μαία του λογοτεχνικού μοντερνισμού», όπως την αποκαλούσαν.
[11] Το βιβλιοπωλείο έκλεισε το 1941, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, μετά την άρνηση της ιδιοκτήτριάς του να πουλήσει το τελευταίο αντίτυπο της Αγρύπνιας του Φίννεγκαν, του Joyce, που είχε στη βιτρίνα του, σε έναν Γερμανό στρατιώτη. Με τη βοήθεια των φίλων της είχε καταφέρει, μέσα σε δύο ώρες, να μεταφερθούν όλα τα βιβλία του σε ένα άδειο διαμέρισμα πάνω από το βιβλιοπωλείο. Άνοιξε ξανά το 1951, από τον Αμερικανό George Whitman, με το όνομα Le Mistral, αλλά πήρε ξανά το παλιό όνομά του, προς τιμήν της Sylvia Beach. Σημ.: Ο George Whitman το αποκαλούσε «κοινωνική ουτοπία μεταμφιεσμένη σε βιβλιοπωλείο» και φιλοξενούσε δωρεάν στα πατάρια του τους Tumbleweeds: άστεγους νέους συγγραφείς, ταξιδιώτες και καλλιτέχνες, ζητώντας τους ως αντάλλαγμα να διαβάζουν ένα βιβλίο την ημέρα, να βοηθούν στις δουλειές και να γράφουν μια αυτοβιογραφική σελίδα.
[12] Στη διεύθυνση, 27 rue de Fleurus, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα.
[13] Οι Οδυσσείς, (Ulysses of Kilometer Zero), «είναι οι εκατοντάδες ήρωες, συγγραφείς, καλλιτέχνες και ταξιδιώτες που πέρασαν, έζησαν και φιλοξενήθηκαν στο θρυλικό αγγλόφωνο βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company στο Παρίσι». Ο όρος συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία του βιβλιοπωλείου Shakespeare & Co και τη φιλοσοφία του ιδρυτή του, George Whitman, ο οποίος αποκαλούσε το κατάστημά του «Kilometer Zero Paris», καθώς βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Παναγία των Παρισίων, όπου ορίζεται το «χιλιόμετρο μηδέν» των γαλλικών οδικών αποστάσεων.
[14] Το επίσημο μυστικό σύνθημα για τους αντιστασιακούς στην περιοχή ήταν το “Tante Sally” (Θεία Σάλι). Τώρα, όπως επισημαίνει η ποιήτρια, αρκεί ένα “Au reboir”.
[15] Βρίσκεται στις άκρες των Κήπων του Κεραμεικού (Tuileries Gardens).
[16] Εκεί βρίσκεται η σειρά των οκτώ τεράστιων έργων του Monet με τον τίτλο «Νούφαρα».
[17] Ο Woody Allen το χρησιμοποίησε ως κινηματογραφικό σκηνικό στο έργο του Midnight in Paris”.
[18] Άνοιξε γύρω στο 1884 και πήρε το όνομά του από τα δύο ξύλινα κινεζικά ειδώλια, που βρίσκονται στο εσωτερικό του.
[19] Βρίσκεται στην περιοχή Saint-Germain-des-Prés.
[20] Paul Verlaine (1844–1896).
[21] «Félicie aussi» σημαίνει: «Και η Φελισί επίσης». Η φράση ακολουθεί περιγραφές που συνδέουν τον άνθρωπο με άψυχα αντικείμενα δημιουργώντας πονηρούς ή κωμικούς συνειρμούς, που αποδομούν συμβολικά τον αστικό ρομαντισμό. Γράφτηκε για τη γαλλική κωμωδία «Barnabé» και ερμηνεύτηκε από τον διάσημο ηθοποιό και τραγουδιστή Fernandel.
[22] Βρίσκεται στη λεωφόρο Boulevard de Clichy 82, στην περιοχή Πιγκάλ, κοντά στη Μονμάρτρη
[23] Από το συγκεκριμένο ποίημα.
[24] «Το Μπαρ των Φυσαλίδων». Βρίσκεται στη διεύθυνση: 4, Cité Véron, στον 3ο όροφο του κτιρίου La Machine du Moulin Rouge.
[25] Η υπαίθρια αυτή αγορά λουλουδιών λειτουργεί από το 1842 στο 8ο διαμέρισμα του Παρισιού, προσφέροντας πολυτελείς συνθέσεις υψηλής αισθητικής και σπάνιες ποικιλίες φυτών.
[26] Από τη συλλογή της Meadowlands (1996).
[27] Η σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια και δοκιμιογράφος, Louise Glück, (1943–2023), διακρίθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2020.
[28] Δημιουργήθηκε στο δάσος της Βουλώνης, με πρωτοβουλία του Bernard Arnault, (γεν. 1949) του Ομίλου LVMH και σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Frank Owen Gehry, (1929–2025).
[29] Εκτίθενται εκεί από το 1969, σε ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο με χαμηλό φωτισμό (το “Rothko Room”), κατόπιν δωρεάς του ιδίου του καλλιτέχνη. Πρόκειται για τα περισσότερα από τα τριάντα έργα που φιλοτέχνησε ο ίδιος ο Rothko αλλά ακύρωσε την παράδοσή τους, το 1958, στην οικογένεια Bronfman (ιδιοκτήτες της ποτοποιίας Seagram), για «ιδεολογικούς λόγους».
***
[Σοφία Γιοβάνογλου Ως Καλεντάρι Γκαλερί, Ποιητική σύνθεση, εκδόσεις Κουκκίδα, 2025, σελ.42]