Από την αλληλογραφία του ποιητή και ανθρωπιστή Ιάσονα Δεπούντη με τον Αντώνη Μυστακίδη, τον Νικόλαο Βεντούρα, τον Δημήτρη Σουρβίνο και την Εύα Πάλμερ-Σικελιανού

In Δοκίμιο by mandragoras

 

του Θεοδόση Πυλαρινού

Ο Ιάσων Δεπούντης (1919-2008) έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ελβετία. Αυτοεξόριστος στην πραγματικότητα, για να απαλλαγεί από την ανελεύθερη πολιτική κατάσταση που επικράτησε το 1967, μετά την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στο Τρόγκεν στις ελβετικές Άλπεις και παρέμεινε εκεί από το έτος 1969 μέχρι το 1982 λόγω της μόνιμης εργασίας του. Αλλά και στη συνέχεια, μετά την αφυπηρέτησή του, παρά τα συχνά ταξίδια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κέρκυρα, και τις περιστασιακές διαμονές του στην Αθήνα, ζούσε ως συνταξιούχος στη Ζυρίχη. Η εγκατάστασή του στο Τρόγκεν[1] συνάπτεται άμεσα με τον διορισμό του, έπειτα από σύσταση του επίσης αυτοεξόριστου Νικηφόρου Βρεττάκου, ως δασκάλου, υπεύθυνου του ελληνικού σπιτιού, της ονομαζόμενης «Κυψέλης», στο Διεθνές Παιδικό Χωριό Πεσταλότσι, ιδρυμένο το 1947, κατάλυμα και κέντρο προστασίας ορφανών παιδιών, τα οποία υπήρξαν θύματα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα παιδιά ήταν οικότροφα υπό την εποπτεία των «γονέων» της νέας αυτής οικογένειας που τους έταξε η μοίρα να ζήσουν. «Γονείς» του ελληνικού σπιτιού, κοντολογίς, υπήρξαν ο Ιάσων Δεπούντης και η σύζυγός του Αναστασία, δάσκαλος δε του εκεί ελληνικού σχολείου ο ίδιος.

   Η ανωτέρω σύντομη αναφορά εξηγεί γιατί ο Δεπούντης ανέπτυξε επιστολική επικοινωνία, ζώντας απομονωμένος στο μακρινό Τρόγκεν, αφιερωμένος στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας, στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, την εκπαίδευση και την καλλιέργεια των ευάριθμων ελληνόπουλων.

   Η αλληλογραφία του με πολλούς, και μάλιστα σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων, αρκετούς εκ των οποίων εγνώριζε και είχε συνδεθεί μαζί τους ιδίως από το διάστημα της Κατοχής, όταν ζούσε στην Αθήνα, αποτελεί τεκμήριο της σημασίας του λογοτεχνικού έργου του, της αγάπης του για την τέχνη (κατεξοχήν τη ζωγραφική και έπειτα τη μουσική), της ανθρωπιστικής του δράσης, ως ειρηνιστή αφενός, ενώ αφετέρου λειτούργησε ως πηγή πλείστων όσων σημαντικών πληροφοριών διττής προέλευσης. Διότι εξάγονται από τα γράμματα που αντάλλασσε, τη μοναδική στην ουσία δυνατότητα επικοινωνίας του, πάμπολλα στοιχεία βιογραφικής σπουδαιότητας τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους αλληλογραφούντες μαζί του, καθώς και μαρτυρίες, πολιτικής, κοινωνικής, λογοτεχνικής και πνευματικής-πολιτιστικής εν γένει σπουδαιότητας.

   Ενδεικτικά, θα μνημονεύσουμε μερικά μόνον ονόματα από τον κύκλο των γνωστών του Δεπούντη, όπως των Κώστα Βάρναλη, Νικηφόρου Βρεττάκου, Μιχάλη Κατσαρού, Αλέξανδρου Αργυρίου, Τάσου Λειβαδίτη, Ελένης Βακαλό, Μανόλη Αναγνωστάκη, Σωτήρη Πατατζή, Δημήτρη Σουρβίνου – οι περισσότεροι σχετίζονται με την Α΄ Μεταπολεμική Γενιά, τη Γενιά του Δεπούντη –, αλλά και ονόματα άλλων, όπως του Ιάννη Ξενάκη, του κερκυραίου χαράκτη Νικόλαου Βεντούρα, του κοινωνιολόγου Δημοσθένη Δανιηλίδη, του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Λουντ της Σουηδίας Αντώνη Μυστακίδη και διαφόρων άλλων. Και θα προσθέσουμε τη στενή φιλία που είχε με τον Νίκο Καρούζο.

   Ο Δεπούντης, ένα είδος σύγχρονου διαφωτιστή στον αυχμηρό 20ό αιώνα, με φιλοσοφική κατάρτιση, ανθρωπιστικά ενδιαφέροντα και αγάπη για την παιδεία, τη μεταλαμπάδευση της οποίας στους νέους τάχθηκε να υπηρετήσει, είχε κανόνα του βίου του την καλλιέργεια των ανθρώπινων σχέσεων, υπό το πρίσμα δε αυτό η προσωπική επικοινωνία υπήρξε εκ των ων ουκ άνευ της όλης βιοθεωρίας του. Έτσι, η επιστολιμαία επαφή αποτέλεσε το βασικό μέσο προσέγγισης και ανταλλαγής απόψεων υπό τις συνθήκες που έζησε στο εξωτερικό. Η οικείωση, η φιλική σχέση, η συνεργασία, ο σύνδεσμος των ανθρώπων μεταξύ τους, η αδήριτη ανάγκη για σύνδεση με τον Άλλο έχουν διατυπωθεί πολύ χαρακτηριστικά στη φράση του «Είμαι μακριά, αλλά είμαι κοντά σας», σε επιστολή του προς τον Αντώνη Μυστακίδη, με τον οποίο διατήρησε θερμή φιλική αλληλογραφία, ενδεικτική του ήθους του, από τον Οκτώβριο του 1974 έως τον Μάιο του 1976.

   Η αλληλογραφία των δύο ανδρών έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, όπως και αυτές με τον κερκυραίο ποιητή Δημήτρη Σουρβίνο, τον επίσης κερκυραίο Νικόλαο Βεντούρα, τον χαράκτη, και την περίφημη Εύα Σικελιανού, τη σύζυγο του ολύμπιου ποιητή.

   Ο Αντώνης Μυστακίδης (1908-1989), γνωστός και με το φιλολογικό ψευδώνυμο Μεσεβρινός, με καταγωγή από τη Μεσημβρία του Πόντου, υπήρξε χαρακτηριστική μορφή της διασποράς του Ελληνισμού.[2] Μεγάλωσε και σπούδασε στη Ρουμανία,[3] στο Βουκουρέστι· εργάστηκε αρχικά ως δάσκαλος στον παραποτάμιο Σουλινά· στον Πόλεμο και την Κατοχή βρέθηκε στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη. Έπειτα εργάστηκε στην Αμπέτειο Σχολή στην Αίγυπτο[4] και στη συνέχεια μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε στη Σουηδία, όπου διορίστηκε μόνιμος λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Λουντ, από το οποίο και συνταξιοδοτήθηκε, καθώς και ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.[5] Εκδότης της διαφωτιστικής σειράς των «Τετραδίων του Ρήγα» (= ΤτΡ),[6] που άρχισαν εκδιδόμενα κατά τη δικτατορία, όντα απαγορευμένα εκ των πραγμάτων στην Ελλάδα, συγγραφέας και ποιητής ο ίδιος, ασχολήθηκε με τα προβλήματα των Ελλήνων της διασποράς,[7] υπήρξε δε θερμός κήρυκας των δικαίων του κυπριακού ελληνισμού, ιδιαίτερα μετά την τουρκική εισβολή.[8]

   Η αλληλογραφία του με τον Δεπούντη εστιάστηκε κυρίως σε θέματα εκπαιδευτικά, με έμφαση στη γλώσσα και την προσπάθεια καθιέρωσης του μονοτονικού, πολύ πρώιμα, πολύ πριν ανακινηθεί στην Ελλάδα το ζήτημα της απλοποίησης των τόνων.[9] Τα βιβλία του Μυστακίδη Η προδομένη γλώσσα, η επανέκδοση στα ΤτΡ της Δίκης των τόνων, κατεξοχήν δε Το πρώτο αναγνωστικό μου, για τα παιδιά των απόδημων Ελλήνων ενέπιπταν στα άμεσα ενδιαφέροντα του Δεπούντη, ιδίως το τελευταίο, το οποίο και αξιοποίησε κατά τη διδασκαλία του στο Παιδικό Χωριό.

   Ο Δεπούντης, σκαπανέας και αυτός και πολύ προχωρημένος σε θέματα απλοποίησης και πρακτικής της γλώσσας, λόγω της εργασίας του υπό τις ιδιόρρυθμες συνθήκες στο Πεσταλότσι, συνεργάστηκε σύντονα, προγραμματίζοντας μαζί του την προβολή των προτάσεών τους πέραν των στενών ορίων του χώρου τους, στη μητροπολιτική δηλαδή Ελλάδα. Επιπλέον, ο πόθος της μετάδοσης της παιδείας στους Έλληνες της διασποράς αποτέλεσε ζητούμενο της ανταλλαγής των απόψεών τους, με κορωνίδα την καλλιέργεια ελεύθερης σκέψης και δημοκρατικού φρονήματος. Είναι αποκαλυπτικός  ο τρόπος σκέψης του Δεπούντη στα επόμενα λίγα αλλά καίρια και οραματικά για τη μόρφωση των νέων λόγια του: «Πάμε καλά», γράφει στον φίλο του, «γιατί ανακαλύπτουμε πως κάθε μέρα μπορεί να γίνει μια καινούργια μέρα από εμάς τους ίδιους, με μια νέα αποστολή για όλους μας. Μιλώ για τα παιδιά που έτσι τα μαθαίνω κι ας είναι (το διδάσκω αυτό) η Ιστορία γκρεμός μπροστά».

   Μοναχικοί ιδεολόγοι και οι δύο, ανέπτυξαν φιλία λόγω ακριβώς των κοινών ενδιαφερόντων και των ιδανικών τους. Σικελιανικός Sol Invictus ο Δεπούντης, κατευθύνεται από τον ήλιο της μάθησης που χαρακτηρίζει οπτιμιστικά την όλη πολιτεία του.[10] Θερμός ελληνολάτρης ο Μυστακίδης στα γράμματα της αλληλογραφίας τους εκτυλίσσει τα σχέδιά του και περιγράφει την εκδοτική, τη διδακτική και την πατριωτική πορεία του. Η Κύπρος ένωσε τους δύο άνδρες, με την αγωνία της επιβίωσης, της προσφυγιάς, του πόνου για τις χαμένες πατρίδες. Συνεργάστηκαν, μάλιστα, κατά την έκδοση του βιβλίου της κύπριας Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, που κυκλοφόρησε το 1975 στα ΤτΡ, με πρόλογο του Δεπούντη.[11]

   Η αλληλογραφία Δεπούντη – Μυστακίδη αποτελεί καθρέπτη, σε ανύποπτο χρόνο, του χαρακτήρα, της σκέψης, της ιδεολογίας και της αγωνίας των δύο ανδρών σε δύσκολους καιρούς για την Ελλάδα. Τα στοιχεία που προστίθενται στην εργοβιογραφία τους είναι όντως εξαιρετικά.

   Η αλληλογραφία Δεπούντη – Βεντούρα[12] αποκαλύπτει επίσης πολλά άγνωστα και ενδιαφέροντα στοιχεία από τη ζωή και την πολιτεία και των δύο ανδρών. Στα γράμματα που αντάλλαξαν αναδύεται μια άλλη πτυχή, όχι του δάσκαλου Δεπούντη αυτή τη φορά, αλλά του φιλότεχνου. Είναι, μάλιστα, από τις μαρτυρίες εκείνες που λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία, για τον λόγο ακριβώς ότι ο μοναχικός και φειδωλός στα λόγια κερκυραίος Νικόλαος Βεντούρας (1899-1990) δεν αναφερόταν παρά εξαιρετικά σπάνια στο έργο ή την προσωπική του σχέση με την τέχνη.  Υπήρξε σπουδαίος χαράκτης, αλλά ολιγομίλητος και αφανής άνθρωπος, με σπάνιες κοινωνικές εμφανίσεις.[13]

   Ο Δεπούντης, και εδώ έγκειται η προσφορά του, ανέδειξε με τον θαυμασμό και την επιμονή του το έργο του Βεντούρα, καθιστώντας γνωστές πολλές πτυχές του, με ερμηνευτικά σχόλια σε διάφορα έργα του. Επιδίωξε, μάλιστα, ανεπιτυχώς, παρά τη μετριοφροσύνη εκείνου, να συστήσει μόνιμη Αίθουσα Νίκου Βεντούρα για την έκθεση των έργων του στην Κέρκυρα, προσβλέποντας στην κοινωνική σημασία της διάδοσής του.[14]

   Η αλληλογραφία τους αναφέρεται στην ανακάλυψη από τον Δεπούντη των εικονογραφιών του μυθιστορήματος του Κωνστ. Θεοτόκη Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα,[15] περιέχει μαρτυρίες για τις τεχνικές της χαρακτικής, την ιστορική διαδρομή, τη φιλοσοφία και τη ζωή εν γένει του χαράκτη και την ενημέρωσή του εκ μέρους του Δεπούντη για όσα διεξάγονταν στην Αθήνα και τον αφορούσαν. Τα γράμματά του αποτελούν μικρά δοκίμια για την τέχνη, τη φιλοσοφία της ζωής, τη θεώρηση ειδικότερα της χαρακτικής του Βεντούρα, τεκμήρια συγχρόνως των εικαστικών γνώσεων και του καλλιτεχνικού τρόπου θεώρησης του βίου από τον ίδιο, με πολλές άγνωστες πληροφορίες για συγγραφείς και ζωγράφους. Η αναφορά σε συγγραφείς και η αποστολή κειμένων τους, καθώς και δικών του ποιημάτων, συνιστούν την αντιπροσφορά του σε όσα του πρόσφερε η γνωριμία με το έργο του Βεντούρα.

   Μικρή απόδειξη της κριτικής του ικανότητας είναι το ακόλουθο απόσπασμα από επιστολή του στον Βεντούρα, τον Νοέμβριο του 1977, όπου αναφέρεται στα χαρακτικά «Χαιρετισμός στην Αλταμίρα»: «Οι μορφές που κινούνται μέσα εκεί, τα χρώματα που αποκαλύπτουν εσώτερους κόσμους, οι καταστάσεις και οι προεκτάσεις τους, το πάθος της έρευνας, ο κοσμικός διάλογος, η φιλοσοφία που βαθυστόχαστα εκφράζεται, όλα, προκαλούν το θαυμασμό του αναγνώστη σας. Μπορέσατε να μελετήσετε σωστά, να παραλάβετε με αξιοσύνη και στη συνέχεια να κληροδοτήσετε με τη σειρά σας την πιο πανάρχαιη κληρονομιά: Εκείνη του φυσικού ανθρώπου-παιδί της Ζωής».

   Αλλά και για το πρώιμο λογοτεχνικό έργου του Δεπούντη, το σχετικό με τα γεγονότα της γερμανικής κατοχής της Κέρκυρας και την ανάπτυξη της «Νέας Τέχνης» στο νησί με κέντρο το περιοδικό Πρόσπερος, μαθαίνουμε πολλά, σχετιζόμενα και με την εικονογράφηση της ποίησης του Δεπούντη από τον Βεντούρα. Ήταν η αναγεννητική εκείνη εποχή που αξιοποίησε την κερκυραϊκή παράδοση και επέτυχε την υπέρβασή της. Ο Δεπούντης συμμετέσχε ενεργά τότε με την ποίησή του, για την οποία κάνει επαινετικό λόγο ο Βεντούρας στις επιστολές του. Τέλος, πολλά νέα στοιχεία για τον τρόπο εργασίας του στο Τρόγκεν συμπληρώνουν τις παιδαγωγικές αντιλήψεις του, που αναφέραμε ήδη στην αλληλογραφία του με τον Μυστακίδη.

   Θα κλείσω με το έργο του Βεντούρα «Δύση στον Πειραιά»,[16] από τα λίγα «αθηναϊκά», μη κερκυραϊκά δηλαδή,  δημιουργήματά του, εξαίροντας τη διαπεραστική ματιά του Δεπούντη, ο οποίος του έγραψε με θαυμασμό: «[…] όσο πιο πολύ την κοιτάζω, τόσο πιο πολύ μου δίνει την εντύπωση, πως δεν την άγγιξε χέρι ανθρώπινο, πως είναι μια μαγική, φανταστική εικόνα που προβάλλει μέσα σε λιωμένο χαλκό ή στην αληθινή ώρα της, με τον Πειραιά να βουλιάζει αργά στα χρώματά σας. Έχει το ανθρώπινο τούτο τοπίο, ο ίδιος δηλαδή ο Πειραιάς τη βεβαιότητα πως η τέχνη σας είναι ο καλύτερος χώρος για να του εξασφαλίση ομορφιά και διάρκεια».

   Μια τρίτη περίπτωση επιστολιμαίας επικοινωνίας του Δεπούντη είναι αυτή με τον συντοπίτη του Δημήτρη Σουρβίνο (1924-2008),[17] έναν αξιολογότατο ολιγογράφο επίσης και μοναχικό ποιητή, λογοτέχνη χαμηλών τόνων και γι’ αυτό πολύ λίγο γνωστό στο ευρύ κοινό, και σ’ αυτό ακόμη το κερκυραϊκό.[18] Το περιεχόμενό της είναι μάλλον ενδοκερκυραϊκό και καθαρά λογοτεχνικό. Και πάλι αναδεικνύεται η δυνατή κριτική ματιά του Δεπούντη, η οποία διακρίνεται για τον ισορροπημένο συνδυασμό της συναισθηματικής φόρτισης με την κριτική ευθύτητα και την αντικειμενικότητα. Η συζήτηση, εν προκειμένω, εξαντλείται στη συντεχνιακή επικοινωνία που, σποραδική, καλύπτει τα έτη 1982, 1985, 1990 και 2004, τα οποία συμπίπτουν με την αποστολή νεοεκδοθείσας εκάστοτε συλλογής του Σουρβίνου προς τον φίλο του. Έχοντας σαφή γνώμη για την κριτική οξυδέρκεια του Δεπούντη, του αποστέλλει κατά σειρά τις εκδιδόμενες συλλογές του και εκείνος του απαντά. Απομονώνουμε έναν εύγλωττο χαρακτηρισμό που ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μας, τόσο στην ποιότητα του έργου του Σουρβίνου, όσο, κυρίως, στον ποιητικό τρόπο του βίου του. Του γράφει στην από 12.9.1982 πρώτη επιστολή του: «Σε θυμάμαι σαν τον  πιο ‘ποιητικό’ άνθρωπο μιας εποχής στην Κέρκυρα. Αυτές οι εντυπώσεις και σκέψεις κάποτε. Σήμερα βλέπω πως έγραφες και γράφεις ποιήματα· πως είσαι ποιητής. […] μέσα στο έργο σου στους στίχους παίζεται ένα ‘δράμα’. Ίσως (λέω)  μια αποξαρχής Σταύρωση του Ανθρώπου η Αποκαθήλωση επίσης». Και ως προς ενδοκερκυραϊκό σκηνικό τού γράφει προφητικά, όταν παρέλαβε τη συλλογή Τεφροδόχος: «Είναι η Κέρκυρα που αλλάζει ραγδαία μέσα της· είναι ο κόσμος […] που απειλητικά μεταβάλλεται· είμαστε όλοι μας μέσα στο έργο σου – ένα είδος στάχτης, και πώς; Μοναδικά».

   Θα κλείσω πρωθύστερα με το τελευταίο δείγμα. Πρωθύστερα, διότι χρονικά προηγείται και αφορά στα έτη 1950-1952, εποχή κατά την οποία ο Δεπούντης, νέος 31 χρόνων, ζούσε ακόμη στην Κέρκυρα. Η σημασία της αλληλογραφίας αυτής έγκειται σε δύο τινά: α) ότι διεξάγεται με μία σπουδαία μορφή των ελληνικών πνευματικών πραγμάτων, την Εύα Πάλμερ (1874-1952), τη σύζυγο του ποιητή Άγγελου Σικελιανού,[19] ο θάνατος της οποίας στους Δελφούς, στις 4.6.1952, απέχει λίγο από το τελευταίο γράμμα της προς τον Δεπούντη, με ημερομηνία 26.3.1952, όπου του αναγγέλλει ότι θα φτάσει στην Ελλάδα στα τέλη Απριλίου και θα ήταν χαρά της να τον συναντήσει, και β) ότι σχηματίζεται σ’ αυτήν η πρώιμη εικόνα και διαγράφεται αχνά ο χαρακτήρας τού μετέπειτα ποιητή Δεπούντη, με το αστείρευτο πάθος για τα γράμματα και την τέχνη, με το αλαφροΐσκιωτο προφίλ, το οποίο προτυπικά παρέπεμπε στον Σικελιανό. Συμπαντικός από τότε ο Δεπούντης, υπέργειος ουρανοδρόμος, υψιπετής και υψιπέτης, με απολλώνιο φιλόσοφο πνεύμα, υπέδειξε ποια θα ήταν η εξέλιξή του.

   Ο θαυμασμός του προς τον Σικελιανό ανάγεται, πέραν του έργου του, στην πολιτεία του στα χρόνια της Κατοχής. Η αρχή των επιστολών γίνεται με την αποστολή στην Εύα εκ μέρους του Δεπούντη του κειμένου που έγραψε για τον Σικελιανό, με τίτλο «Άγγελος Σικελιανός, ο ποιητής του Λυρικού Βίου. Ευλαβικό προσκύνημα στον πατριάρχη του ελληνισμού».[20]

   Το περιεχόμενο των επιστολών επικεντρώνεται στην αγάπη του για το σικελιανικό έργο, στο κερκυραϊκό περιοδικό Πρόσπερος[21] και στο αφιέρωμα αυτού για τον ποιητή, καθώς και στην αποστολή στην Εύα της συλλογής του Από τη θάλασσα.[22] Από την πλευρά της, εκείνη δείχνει ενδιαφέρον και θέλει να γνωρίσει τον νεαρό Δεπούντη – τον αποκαλεί παιδί μου[23] –, αποκαλύπτει δε κάποια άγνωστα προσωπικά δεδομένα,[24] σχετικά με την απώλεια έργων του Σικελιανού λόγω του θανάτου του.

   Πολύ χρήσιμο, εν είδει παραρτήματος αυτό, είναι ένα νεκρολογικό κείμενο του Δεπούντη για την Εύα, με τίτλο «Η μεγάλη ιέρεια των Δελφών Εύα Σικελιανού, 9 Ιανουαρίου 1874 – 4 Ιουνίου 1952»,[25] το οποίο δεν ανήκει αλλά συμπληρώνει τρόπον τινά  την αλληλογραφία τους. Δημοσιευμένο στην ίδια  εφημερίδα της Κέρκυρας,[26] όπου και η αλληλογραφία, αθησαύριστο, από όσα γνωρίζουμε, έχει ασφαλώς την αξία του.

   Η Εύα έφτασε τελικά τον Απρίλιο, την βρήκε όμως ο Χάρος στην Αθήνα και τάφηκε στους Δελφούς, λες και η Μοίρα τής όφειλε την επιστροφή της στην Ελλάδα και ως αιώνια κατοικία της τους Δελφούς, το μεγάλο σπίτι της, όπου άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της.

   Τα κατάλοιπα του Δεπούντη περιέχουν άφθονο επιστολικό υλικό, από το οποίο τεκμαίρεται κανείς ότι πρόκειται για προσωπικότητα ιδιότυπη, σημαντική, άξια αναλυτικής μελέτης. Προφανώς, αναμένει τον υπομονετικό ερευνητή και μελετητή της.

  ***  

[1] Για τα παιδικά χωριά του Τρόγκεν βλ. Θεοδόσης Πυλαρινός, «‘Είμαι μακριά, αλλά είμαι κοντά σας…’ Ευαισθησίες και αγωνίες για τη μόρφωση των νέων και τη δημοτική γλώσσα: Η αλληλογραφία του κερκυραίου Ιάσονα Δεπούντη από το Διεθνές Παιδικό Χωριό Πεσταλότσι της Ελβετίας με τον Αντώνη Μυστακίδη Μεσεβρινό στη Σουηδία», Μανδραγόρας, τχ. 54 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016), σ. 114.

[2] Θεοδόσης Πυλαρινός, α) Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, μονογραφία, εκδ. Ομόνοια, Βουκουρέστι 2020, δίγλωσση έκδοση. β) Η αλληλογραφία του Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινού) με τον πεζογράφο Γιώργο Φιλίππου Πιερίδη, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2016. γ) «Ανοιχτή γραμμή του περιφερειακού ελληνισμού: η λογοτεχνική επικοινωνία του Φοίβου Σταυρίδη από τη Λάρνακα με τον Αντώνη Μυστακίδη (Μεσεβρινό) στο Μάλμε της Σουηδίας», αναφορά και αξιολόγηση της ανέκδοτης αλληλογραφίας των δύο ανδρών, Επετηρίδα Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, τ. 36 (2011-2012), σ. 339-389.

[3] Βλ. Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ό.π., σ. 151-165.

[4] Βλ. Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ό.π., σ. 167-210.

[5] Βλ. Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ό.π., σ. 211-220.

[6] Βλ. Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ό.π., σ. 221 κ.ε.

[7] Θεοδόσης Πυλαρινός, «Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Κάιρο – Αθήνα – Κύπρος – Λουντ: Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ένας πολύπλαγκτος Βαλκάνιος», Τα Πρακτικά του 3ου Συνεδρίου των Νεοελληνιστών των Βαλκανικών Χωρών. Ο Ελληνισμός ως πολιτιστικός και οικονομικός παράγοντας στα Βαλκάνια (1453-2015): Γλώσσα, Λογοτεχνία, Τέχνη, Κοινωνία, Βουκουρέστι, 16-17 Οκτωβρίου 2015, Ver Press, σ. 483-498.

[8] Για τις εκδόσεις, την εργογραφία και τη βιβλιογραφία για τον Μυστακίδη βλ. το δίτομο έργο του Σάββα Παύλου, Βιβλιογραφία Αντώνη Μυστακίδη Μεσεβρινού, τ. Α΄- Β΄, εκδ. το μώλυ, Λευκωσία 1988 και 1995, αντίστοιχα. Για τις σχέσεις του με την Κύπρο βλ. Βλ. Αντώνης Μυστακίδης Μεσεβρινός, ό.π., σ. 221κ.ε.

[9] Θεοδόσης Πυλαρινός, «‘Είμαι μακριά, αλλά είμαι κοντά σας…’», ό.π., σ. 114-132.

[10] Δεν είναι τυχαίο που έχει ονομάσει Ηλιοστάσιο, το πολυγραφημένο περιοδικό που εξέδιδε στο Τρόγκεν.

[11] Θεοδόσης Πυλαρινός, Η αλληλογραφία της Ρήνας Κατσελλή με τον Αντώνη Μυστακίδη Μεσεβρινό. Το εκδοτικό ιστορικό του χρονικού-μαρτυρίας της Κερύνειας  Πρόσφυγας στον τόπο μου,  Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, Λευκωσία 2017. To βιβλίο κυκλοφόρησε ανώνυμα, με την ένδειξη «γυναίκα της Κερύνιας» αντί αυτού της συγγραφέως, για τον φόβο των Τούρκων, αφού συγγενείς της Κατσελλή κατοικούσαν ακόμη στην Κερύνεια.

[12] Θεοδόσης Πυλαρινός, «‘Ο τελευταίος της επτανησιακής παράδοσης’. Η αλληλογραφία του Ιάσονα Δεπούντη με τον χαράκτη Νίκο Βεντούρα», Μανδραγόρας, τχ. 63 (Νοέμβριος 2020), σ. 89-101 και τχ. 66 (Απρίλιος 2022), σ. 41-53. Βλ. και τον τόμο, Νικόλαος Γ. Βεντούρας, μισός αιώνας πρωτοπορίας, εκδ. Μουσείο Μπενάκη –  Νικόλαος Γ. Βεντούρας, Αθήνα 2017· επίσης, Νικόλαος Βεντούρας. Αναδρομική, Πινακοθήκη Δήμου Κέρκυρας, Κέρκυρα χ.χ.

[13] Βλ. «‘Ο τελευταίος της επτανησιακής παράδοσης’», Μανδραγόρας, ό.π., σ. 89-90.

[14] Η απάντηση του Βεντούρα υπήρξε κάθετη: «Αυτό που θέλατε να γίνη εδώ στην πόλιν θα μου χαλούσε την ωραίαν γαλήνην και ησυχίαν που τόσον αγαπώ και εσυνείθησα και χρειάζομαι». Εν τέλει, ναι μεν δεν έγινε ειδική αίθουσα Βεντούρα, αλλά ο Δεπούντης δώρισε μέρος της συλλογής του στη Δημοτική Πινακοθήκη της Κέρκυρας. Βλ. Βιβή Τρύφωνα, «Ο ποιητής Ιάσων Δεπούντης δώρισε μεγάλο μέρος της προσωπικής του συλλογής», εφημερίδα Ενημέρωση (Κέρκυρας), 29.10.2000, σ. 18.

[15] Βλ. «‘Ο τελευταίος της επτανησιακής παράδοσης’», Μανδραγόρας, ό.π., σ. 93-95.

[16] Βλ. «‘Ο τελευταίος της επτανησιακής παράδοσης’», Μανδραγόρας, ό.π., επιστολή υπ’  αρ. 9, σ. 96.

[17] Βλ. τη μελέτη μας, Δημήτρης Ι. Σουρβίνος «ο ασκούμενος της νυκτός». Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Σειρά: Κερκυραίοι δημιουργοί, Κέρκυρα 2006.

[18] Θεοδόσης Πυλαρινός, «‘ Σε θυμάμαι σαν τον πιο «ποιητικό» άνθρωπο μιας εποχής στην Κέρκυρα’. Από την αλληλογραφία Ιάσονα Δεπούντη και Δημήτρη Σουρβίνου», Μανδραγόρας, τχ. 59, Δεκέμβριος 2018, σ. 106-110.

[19] Θεοδόσης Πυλαρινός, «Τα γράμματα της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού στον Ιάσονα Δεπούντη», Μανδραγόρας, τχ. 58 (Ιούνιος 2018), σ. 108-112.

[20] Βλ. Εφημερίς των Ειδήσεων, 5.11.1950. Απάντηση στη δημοσίευση αυτή ήταν το πρώτο γράμμα της Εύας, στις 21.1.1951.

[21] Για τον Πρόσπερο και το αφιέρωμα βλ. Πρόσπερος (1949-1954). Εκδόσεις Ιονίου Πανεπιστημίου, Κέρκυρα 2007. Στη σειρά «Επτανησιακά Περιοδικά – Ημερολόγια – Επετηρίδες», αρ. 1. Θεοδόσης Πυλαρινός, εισαγωγή, σ. 9-18 και επιμέλεια έκδοσης.

[22] Η συλλογή γνώρισε δύο εκδόσεις, την πρώτη το 1948 και την επαυξημένη το 1962, από τις εκδ. Α. Ματαράγκα και Δίφρο, αντίστοιχα.

[23] Εκείνος πάλι την αναφέρει ως «πνευματική μητέρα» και «τρισεβάσμια γυναίκα».

[24] Μετά από προσκλήσεις της στην Ελλάδα, που δεν ευοδώθηκαν. Ωστόσο, ανέμενε να της δοθεί διαβατήριο, για να έλθει και να δει τον άρρωστο Άγγελο, αλλά η Ελληνική Πρεσβεία στην Ουάσιγκτον αρνήθηκε να της δώσει. Είναι συγκινητικά όσα γράφει επ’  αυτού: «Ο Άγγελος αδιάκοπα μου έγραφε ότι θα γίνει καλά σα φθάσω. Κι όλοι οι φίλοι του το ίδιο: ‘Ελάτε και ο Άγγελος θα γίνει αμέσως καλά’. Το πίστευα, και το πιστεύω ακόμα, και είναι αφόρητο. Αυτή είνε η κάθοδος η αληθινή και όχι συμβολική στον Άδη».

[25] Βλ. «Τα γράμματα της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού…», ό.π., σ. 110-111.

[26] Βλ. Εφημερίς των Ειδήσεων, 8.6.1952, τέσσερις ημέρες μετά τη θανή της.