Don’t panic – don’t panic

In ΠΕΡΙΟΔΙΚΟby mandragoras

Collective Suicide, David Alfaro Siqueiros

Τώρα δίχως πυξίδα τα ταξίδια μου κάνω
Τη φωνή σου ακούω μα τι λες δε σε πιάνω.
Δεν κερδίζω δεν χάνω σ’ αγαπώ και σ’ αρνιέμαι
Κι από ένα κλαράκι του γκρεμού σου κρατιέμαι.

Ελλάδα, Βέμπο μου και Μέριλιν Μονρόε
Ελλάδα, Ελύτη μου και Έντγκαρ Άλαν Πόε
Ελλάδα μάγισσα, παρθένα, και φαρμάκι μου
Ελλάδα, Τούμπα, Αλκαζάρ, και Καραϊσκάκι μου.

Πείραξα ελαφρώς τους δυο τελευταίους στίχους του Άλκη Αλκαίου, όχι μόνο γιατί ο Γιάννης Μπανιάς ήταν Ολυμπιακός, αλλά και γιατί το Καραϊσκάκι είναι o μόνος ναός πλέον που αξίζει να μνημονεύεται. (Τους ναούς της δημοκρατίας και του κοινοβουλίου τους ζούμε για τα καλά στα σπασμένα κεφάλια, τα μάτια, τα σπλάχνα και την ψυχή μας. Και θα τους υποστούμε στην τηλεοπτική τους κορύφωση. Όσο γι’ αυτόν της εκκλησίας, φροντίζει ο SKY με τους εράνους, κι οι φυλλάδες με τα cd του Χριστόδουλου, που εξακολουθούν να τον ξεπλένουν μετά θάνατον).

Για μια μέρα ο Μπανιάς, για να ξαναγυρίσουμε στα σοβαρά, δεν πρόλαβε το 39ο πρωτάθλημα. (Κι η Αριστερά για 66 χρόνια την ιστορία). Βέβαια δεν θ’ απόσχει, αλλά και τώρα θα διατηρήσει την καθαρότητά της η, κυριολεκτικώς, κερματισμένη. Αφού εκτός των άλλων τη χωρίζουν και νομισματικές βεβαιότητες: δραχμές, ευρώ, γιεν, γουάν, και λοιπά κεφαλαιώδη που ελπίζουμε να ξεπεραστούν σε 600 χρόνια –οπότε και θα συμπληρωθούν 666 από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου του 1946. (Μήπως και δούμε τότε προοπτική, οι αντίχριστοι).

Ανηφορίζοντας για την τελευταία κατοικία του Γιάννη Μπανιά –που όπως εύστοχα παρατήρησε ο Βούτσης– τη διάλεξαν δίπλα στο κλειστό του Μετς, προφανώς να πετάγεται για κανένα μπάσκετ, (άλλωστε, σε φωτό του Μπαλαούρα, τον είδαμε να επιδίδεται και στο ποδόσφαιρο), σκεφτόμουν τη σημειολογία ενός τόπου ταφής: ακριβώς κάτω από το κοιμητήριο του Τάσου Λειβαδίτη, στον ίδιο τάφο που τον Νοέμβρη του 1998 κηδέψαμε τον ποιητή του «Αντισταθείτε» Μιχάλη Κατσαρό. Τώρα τα βράδια κι οι τρεις θα σιγοψιθυρίζουν τους ασεβείς και γι’ αυτό επαναστατικά επίκαιρους στίχους του τελευταίου: Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή Έλληνα Λειβαδίτη/ για έρωτες σπίτια και ηρεμία/ όσο ανθρώπινα κι αν είναι./ Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάξεις όπως άλλοτε μαζί μου/ θάνατος στους τυράννους. (…) Εγώ με τη φωτιά του ’17 προχωράω αντίθετα από συνέδρια και συσκέψεις.

Για να ολοκληρώσουμε την τοπογραφία της πτέρυγας του Α’ Νεκροταφείου, ο Μπανιάς βρέθηκε δίπλα στη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στράτο Διονυσίου («μου λες μ’ αγαπάς –εγώ να δεις, μου λες με πονάς –εγώ να δεις»), κοντά στον Μάριο Πλωρίτη, που μοιάζει εγκαταλειμμένος από οικείους και δήμο –όλα γυαλιά καρφιά στον τάφο του–, στον αγαπημένο μας Μήτσο Αλεξανδόπουλο, (συγγραφέα και μεταφραστή κλασσικών και σύγχρονων ρώσων ποιητών), με μια λιτή εικόνα να συντροφεύει τον αγνωστικισμό αλλά και την πίστη του στην Αριστερά. Διαγωνίως απέναντι ο Νίκος Ξυλούρης, δίπλα στο μνήμα τού επίσης άθεου Γιάννη Δαλιανίδη που δεν ομόρφυνε απλώς τη γκρίζα νεότητά μας με τις ταινίες του, αλλά αποδείχτηκε μάγκας και μετά θάνατον γιατί το ’λεγε η ψυχή και το αποδεικνύει το μνήμα του. (Ασήμαντη λεπτομέρεια: όλοι οι τάφοι μαζί, μόλις που φτάνουν σε έκταση αυτόν του Χριστόδουλου. )

Με τον απόηχο της ποίησης του Κατσαρού: «Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναδείς/ θα τους γνωρίσεις πάλι/ άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον Μιχάλη», τους ήχους απ’ το βιολί της κυρίας που γυροφέρνει την Αθήνα με το βεσπάκι της, το ακορντεόν, τ’ αντάρτικα και λαϊκά (που οι ζεματισμένοι αριστεροί απλώς ψιθυρίζαμε καθώς δεν έχουμε πια το κουράγιο και την ελπίδα να βροντοφωνάξουμε –άλλη μια σημειολογία της εποχής), κατηφορίζω τη σύγχρονη οδό ονείρων, που φαίνεται μελαγχολική αλλά διατηρεί την αισθαντικότητά της, ακόμα και τ’ αρώματα μιας φανταστικής πασχαλιάς στο άκουσμα του επικείμενου Επιταφίου μας.

Ίσως είναι η πρώτη φορά που μακάρισα κάποιον να φεύγει ανάμεσα σε φίλους, έντιμος, χωρίς ψεγάδια, υπόνοιες και ατιμίες που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή. Μακριά απ’ τη δική μας αδιέξοδη κόλαση, ο Μπανιάς, πρόλαβε απ’ όσα τραγικά θα ακολουθήσουν, όχι κατά τις Προφητείες της Αγίας Γραφής, αλλά κατ’ εντολή του ΔΝΤ: «Θα γίνει λοιμός κι οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σωρηδόν από την πείνα. Ο ήλιος θα γίνει μαύρος και σκοτεινός, ενώ η σελήνη σαν αίμα, εξ αιτίας των ανθρώπων, που εξομοιώθηκαν με τους χοίρους. Εκείνες τις μέρες θα στραφούν οι γονείς εναντίον των παιδιών, τα παιδιά εναντίον των γονέων και θα θανατωθούν μεταξύ τους. Ο αδελφός θα παραδώσει σε θάνατο τον αδελφό και ο φίλος τον φίλο. […] Και όλα αυτά θα είναι η αρχή των ωδίνων».

Εικοσιπεντάχρονοι όταν εκλεγόταν γραμματέας του ΚΚΕ εσωτ., νεαροί όταν αποκτούσαμε συμβασιλεία (που δεν έφερε την άνοιξη αλλά το πενιχρό 1,84% στις εκλογές του 1985), ανεβοκατεβαίναμε προεκλογικά στο Κεντρικό της Εθνικής ελπίζοντας στη δεύτερη έδρα, που χάθηκε. Η σοσιαλιστική Ελλάδα κράταγε ακόμα, με το ΠΑΣΟΚ να παίρνει 2.800.000 ψήφους και 160 έδρες περισσότερες. Κουτσόγιωργας, Πόπωτας, Κοσκωτάς, πάμπερς, ακολούθησαν.

Η αριστερά, και το κατηχητικό είναι αθλήματα ομαδικά. Αλλοίμονο αν κυριαρχήσει η φωνή του «μόνου Θεού» και το ανάθεμα των «Διαβόλων». Το παιχνίδι θα χαθεί οριστικά.

Κώστας Κρεμμύδας

Υ.Γ. Μάρτυς μου η σφαίρα του αυτόχειρα στο Σύνταγμα. Η απόγνωσή του: Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, εκμηδένισε κυριολεκτικά τη δυνατότητα επιβίωσής μου, που στηριζόταν σε μια αξιοπρεπή σύνταξη που επί 35 χρόνια εγώ μόνον (χωρίς ενίσχυση κράτους) πλήρωνα γι αυτή. Επειδή έχω μια ηλικία που δε μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω ότι αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικοφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ), δε βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω στα σκουπίδια για τη διατροφή μου. Πιστεύω πως οι νέοι χωρίς μέλλον, κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα και στην πλατεία Συντάγματος θα κρεμάσουν ανάποδα τους εθνικούς προδότες όπως έκαναν το 1945 οι Ιταλοί στο Μουσολίνι (πιάτσα Παρέτο του Μιλάνου), είναι και δική μας απόγνωση.