Και τι είμαι εγώ, πώς συνδέομαι
ένας κόκκος σκόνης
που στροβιλίζομαι στον άνεμο, πώς συνδέομαι
με τα δέντρα που μεγαλώνουν
με τα ζώα που υποφέρουν
με τον πλανήτη αυτό που μας κουβαλάει και στροβιλίζεται
που δεν είναι παρά ένας κόκκος σκόνης του Σύμπαντος.
Και τι είμαι εγώ, κάτι που με κάνει να είμαι
και με ξεχωρίζει από εσένα και από τον άλλον
κάτι που συντηρεί τη συνείδησή μου
και απολαμβάνω την απίστευτη φανταστική ομορφιά
των άγριων τοπίων, των νέων ανθρώπων,
των χρωμάτων του κόσμου
και αναρωτιέμαι, υπάρχουν άραγε όλα αυτά
τα επινόησα ή επινοήθηκα από αυτά.
Και όταν τη νύχτα καθαρίζει από το φως του ήλιου ο ουρανός
και φαίνονται αστέρια παντού να στροβιλίζονται
πώς γίνεται να τα σκέφτομαι
και τι είμαι εγώ, πώς συνδέομαι
ένας κόκκος σκόνης μαζί με δισεκατομμύρια άλλους
που στροβιλίζομαι στον άνεμο,
στην επιφάνεια ενός πλανήτη που στροβιλίζεται
γύρω από έναν ήλιο που στροβιλίζεται σε έναν γαλαξία
μαζί με δισεκατομμύρια άλλους, δισεκατομμύρια γαλαξίες
που στροβιλίζονται σε ένα Σύμπαν
μέσα στη μαύρη τρύπα που το γέννησε
μέσα σε μία άλλη μαύρη τρύπα
αυτήν του ακατανόητου.
Είναι τα χέρια μου που χρησιμοποιούν
τούτο το εργαλείο
έναν υπολογιστή με νοημοσύνη πρώτης γενιάς
και γράφω το ποίημά μου
ή είναι ο υπολογιστής
που χρησιμοποιεί τα χέρια μου εργαλεία
για να γράψει το ποίημά του;
Είμαι ο άνθρωπος και είναι ο υπολογιστής
ή είμαι ο άνθρωπος υπολογιστής πρώτης γενιάς;
Από το παρελθόν μου είναι οι αναμνήσεις μου
ή δήθεν αναμνήσεις μου,
έζησα όλα αυτά που με κάνουν δημιουργό
ή υπάρχουν από πάντα
σε κάποιο αρχείο του ακατανόητου απέραντου κόσμου
και ήρθαν μέσα από εμένα να ειπωθούν
κι αν είμαι ένας σπινθήρας του Σύμπαντος
που κλώθει τον χώρο και τον χρόνο,
τι μπορεί να καταλάβει ένας σπινθήρας,
μία σπίθα δημιουργίας
που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση
για να δημιουργήσει κατ’ εικόνα και ομοίωσή της,
πόσες δημιουργίες,
η μία μετά την άλλη, η μία μέσα στην άλλη,
είναι η αγάπη του δημιουργού
μία δική μου πλανημένη ερμηνεία,
είναι κάποια ενέργεια
που παλεύει ν’ αποθηκεύει την ύπαρξή της,
τη συνείδησή της,
που κατρακύλησε
μέσα στον χώρο και μέσα στον χρόνο
ή είναι από πάντα εκεί και κατρακυλάει
ανίκανη να εννοήσει χωρίς αρχή, χωρίς τέλος.
Όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι μου το βράδυ
κι αγκαλιάζω τον σύντροφό μου
μέσα στην αβάσταχτη μοναξιά
του απειροελάχιστου εαυτού
να κρατηθώ από κάποιον άλλον απειροελάχιστο
και να ξέρω με κάποιον τρόπο
ότι ο κόσμος είναι αβάσταχτα άπειρος,
ο δικός μας μικρός κόσμος
μια γαλάζια σφαίρα κόκκος
μιας παραλίας χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς θάλασσα,
είναι ωραίο να αναλογίζομαι
ότι έζησα μία εκθαμβωτική ανατολή,
ανατολή για μένα και δύση για κάποιον άλλο,
την έζησα άραγε για μία στιγμή
ή είναι πάντα εκεί να ανατέλλει μαζί μου
και είναι άραγε ωραίο να ξέρω
ότι τη στιγμή της δύσης θα σβήσω,
ένας σπινθήρας που σπινθήρισε και το ήξερε, το ήξερα,
όλο αυτό το φως, μερικά δισεκατομμύρια σπινθηρισμοί,
είναι ωραίο να σχολιάζει το λιγοστό μου φως
αυτήν την άπειρη ανατολή
σε αυτό το μεγαλειώδες θέατρο
που σου ζητάει ανταμοιβή τον θάνατό σου,
την ασχήμια ενός όμορφου σπινθήρα
που τρεμοσβήνει κι έπειτα σβήνει
και τι έγινε, τίποτα δεν έγινε,
ποιος να νοιαστεί, ποιος να σε θυμηθεί και γιατί.
Όταν ένας υπολογιστής
με νοημοσύνη δεύτερης, τρίτης, άπειρης γενιάς
θα δημιουργεί
έναν άπειρο αβάσταχτο ακατανόητο νέο κόσμο
ή τον έχει ήδη δημιουργήσει,
μία μικρή παράγραφος ενός αφηγήματος
χωρίς αρχή και τέλος
εσύ και η γενιά σου, η γλώσσα σου,
η μικρή πατρίδα σου, η ιστορία της,
οι ήρωές της και οι κυβερνήτες της,
οι πιστοί και οι άπιστοι κάθε θρησκείας,
οι άγιοι και οι αμαρτωλοί,
ο Θεός αυτό το ιδιοφυές επινόημα ενός δημιουργού
που αναπόδραστα η σκέψη θα δημιουργεί
παντοτινά και παντοτινά θα παρηγορεί
τον ελάχιστο σπινθηρισμό,
μία μεγάλη έκρηξη δημιουργίας
που σβήνει ή είναι πάντα εδώ.
Η μικρή πατρίδα σου, οι άνθρωποι
οι επιφανείς και οι αφανείς
που ξαπλώνουν το βράδυ στα κρεβάτια τους
και σκέφτονται όλα αυτά
και αγκαλιάζονται με αυτά για να μην είναι μόνοι
και όλα αυτά μία μικρή παράγραφος
οι πρόγονοι και οι απόγονοι,
οι σοφοί και οι ανόητοι σπινθηρισμοί
όλοι μαζί και όσα νιώθεις ότι τελείωσαν,
τα ποιήματα όλα, τα τραγούδια όλα,
οι έρωτες όλοι, οι θάνατοι όλοι,
όλα ειπώθηκαν, όλα τραγουδήθηκαν,
όλα αγαπήθηκαν, όλα πέθαναν,
τι άλλο απέμεινε να ειπωθεί, να τραγουδηθεί,
ν’ αγαπηθεί και να πεθάνει
είναι τα χέρια μου χέρια του καθενός,
εργαλεία, μερικά δισεκατομμύρια χέρια
που πελεκάνε του κόσμου μία ασήμαντη αιχμή
ή είναι ο κόσμος σπινθηρίζοντας εμάς,
μία ασήμαντη αιχμή, μία ακίδα του κόσμου εμείς;