Δίνεις ζωντανό αίμα για να κάνεις ποίηση | ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΣΚΑΡΤΣΗ* στον Κώστα Κρεμμύδα

In ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, Συνεντεύξειςby mandragoras


Συνέντευξη



Ωραία
παρουσία
της
απουσίας
μου
Νερό
ή
ανάσα

Εξ αγχιστείας οι συγγενικοί δεσμοί μου με την Πάτρα: για χρόνια παραθέριζα απέναντι, στη Ναύπακτο, ασφυκτιών με πράγματα που μου διέφευγαν, διαισθανόμουν κι έτρεμα. Η επαφή μου με την πόλη περιοριζόταν στη συμβολή του Ρίου, λίγο πριν αποβιβαστούμε του πορθμείου για το Αντίρριο, καθώς και στην αναμονή μουσικών συγκροτημάτων που ’φθαναν στην Ψανή, παραμονή του δεκαπενταύγουστου, για να κατακλείσουν την παραλία με το σουξέ της εποχής: «σου το ‘πα μια και δυο και τρεις/ κι εφτά κι οχτώ και δέκα/ αν μ’ αρνηθείς δε θέλω πια/ να ξαναδώ γυναίκα».

Σπάνια η επίσκεψή μας στη μεγαλούπολη του Πατραϊκού· μόνη παρηγορία η θέαση του φωτισμένου μακρόσυρτου όφεως των αντικρινών ακτών της. (Πρόσθετος λόγος για να εξαφθεί η φαντασία και να περισσεύει η αίγλη του ιδιαίτερου, απέναντι στην πληκτική καθημερινότητα της οικογενειακής ομοιομορφίας των θερινών διακοπών μας).

Από την Πάτρα –απωθημένο γαρ των παιδικών μου χρόνων– ξεκίνησε καθυστερημένα και η ανά την Ελλάδα περιδιάβασή μου με υπνόσακο, κάνοντας την απαραίτητη στάση σ’ ένα από τα in βιβλιοπωλεία της εποχής –δε θυμάμαι πια τ’ όνομά του–  για να προμηθευτώ τη συγκεντρωτική του Τίτου Πατρικίου Ποιήματα Ι 1048-1954 και του Ναζίμ Χικμέτ, σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου.

Αρκετά νεώτερος, μάθαινα για το Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα και μολονότι το ήθελα πολύ αγοραφοβικός γαρ– δεν τόλμησα να το επισκεφθώ έως πρόπερσι, οπότε και πάλι, με δική μου ευθύνη, διατήρησα ένα περισσότερο περιθωριακό status. Ζώντας εν τούτοις τα προβλήματα και τις δυσκολίες του «Μανδραγόρα» μπόρεσα με ακρίβεια να διαπιστώσω το μέγεθος της προσπάθειας και τη σπουδαιότητα ενός εγχειρήματος που παραμένει ενεργό για χρόνια και μάλιστα σ’ έναν από τους σημαντικότερους και πλέον ευεπίφοβους τομείς, αυτόν της λογοτεχνίας και δη της ποίησης. (Λίγο πρωτύτερα, με αφορμή την εισήγησή του, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τη σαφήνεια, τη σοβαρότητα και την μεθοδικότητα της σκέψης του Σωκράτη Σκαρτσή, του ανθρώπου που συνέδεσε τη ζωή και την πορεία του με την Πάτρα, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τους νέους. Ανήσυχο μυαλό στην αποτελεσματικότατα της μεθοδικότητάς του–  (δεν είναι εύκολο να τιθασεύεις για τόσα χρόνια: ένα πανηγύρι της ποίησης)… Τρυφερός στη γαλήνη των σταγόνων – Πάντα νερό–  της θάλασσας, διακριτικός στην πορεία της συνεργασίας μας, ευαίσθητος και παραστατικός στις λιγοστές φορές που βρεθήκαμε, περισσότερο προσεκτικός για τα της Πάτρας, στην ολιγόωρη κουβέντα μας. με αφορμή ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εκδηλώσεων που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, (όχι με δική μας ευθύνη. Βλέπετε, ο πολιτισμός και η τέχνη είναι υποθέσεις δύσκολες για να μπορούν κάποιοι να τις διαχειρίζονται ως ανεξόφλητες επιταγές).

Με τον Σωκράτη Σκαρτσή ήπιαμε ένα κρασί στην Πλάκα, κάποιο χειμωνιάτικο μεσημέρι Σαββάτου και είπαμε για τα της γλώσσας, Κυριακή μεσημέρι, στο γραφείο του «Μανδραγόρα»· λίγο αργότερα βρέθηκαν στα λημέρια του με τον Κώστα Ορδόλη, προκειμένου να ολοκληρωθεί η φωτογράφηση για τις ανάγκες του τεύχους. Όσα ακολουθούν αποτελούν μια πρώτη προσέγγιση σε απλά, καθημερινά πράγματα «του μεγάλου ήλιου και των άστρων που μιλάει το νερό ολόκληρο γυμνό από σιωπή να κυλάει».

Η προσωπική ευθύνη για ό, τι κάνουμε και επί πλέον για όσα αμελούμε βαρύνει πάντοτε ημάς και όπως είναι άλλωστε αυτονόητον και γνωστόν τοις πάσι «μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται».

 

«Μανδραγόρας»: Κάθε φορά που ανοίγω το μαγνητόφωνο φοβάμαι ότι κάτι στραβά θα πάει· αυτά τα εξαρτήματα είναι όργανα του διαβόλου! Παρά τα φαινόμενα, ποτέ μου δεν κατάφερα να συμφιλιωθώ και να εξοικειωθώ μαζί τους…

 

Σωκράτης Σκαρτσής: Είχαμε πάει στην Ισπανία κάποτε με τη γυναίκα μου κι ήθελα να φέρω του Λάμπρου, του γιου μου, φωτογραφίες κυρίως από το αεροπλάνο· φωτογράφιζα συνέχεια και στο τέλος διαπίστωσα πως είχα βάλει λάθος το φιλμ!..

 

«Μ»: Ν’ αρχίσουμε με τα καθιερωμένα: γεννήθηκες

 

Σ. Σκ.: …στην Πάτρα το 1936, μοναχοπαίδι· οι γονείς μου κατάγονταν από το Επιτάλιο, το οποίο ακόμα το λένε Αγουλινίτσα, από τη λίμνη που υπήρχε (ίσως τ’ όνομά της να προέρχεται από το λατινικό angulis, που σημαίνει χέλι, και να οφειλόταν στ’ άφθονα χέλια της λίμνης).

 

«Μ»: Την αναφέρει κι ο Σινόπουλος στα ποιήματά του την Αγουλινίτσα…

 

Σ. Σκ.: …Φαίνεται πως οι δικοί μου είχαν σχέση και με τη Ζάκυνθο–  ο Κουρκουμέλης, για παράδειγμα, μου ’λεγε πως υπάρχουν Σκαρτσαίοι εκεί… Στο Επιτάλιο επέστρεφα συχνά (υπήρχαν οι συγγενείς), παραθερίζαμε τα καλοκαίρια, και κατά τη διάρκεια της Κατοχής αλλά κι αργότερα… Φτιάχνανε τότε αχυρένιες καλύβες στην παραλία, με τσαμάκια… Τα λέω αυτά γιατί με διαμόρφωσαν ψυχικά: ο χώρος, η μόνωση —τρεις μήνες ξυπόλητος, γυμνός, με μια κάσκα στο κεφάλι, περνούσα το χρόνο μου διαβάζοντας—, αλλά και η γλώσσα που άκουγα συνέχεια. Παρ’ ότι ζούσα στην Πάτρα, μου έκανε εντύπωση η λαλιά που άκουγα τα καλοκαίρια… Το ’74 έβγαλα το «Σωκράτης Επιταλιώτης, θαλασσινός», που ασφαλώς αναφέρεται σε κείνες τις μνήμες. Πρέπει να επηρεάστηκα από τον τόπο της καταγωγής μου και, παρ’ ότι έζησα αποκλειστικά στην Πάτρα, φαίνεται πως οι πολιτισμικές αναφορές μου μάλλον προέρχονται από το Επιτάλιο.

 

Από τα δεκαπέντε μου προσπαθούσα να γράψω

 

«Μ»: Πώς ξεκίνησες τελικά να γράφεις, κάποια επιρροή οικογενειακή ή εκείνες οι μοναχικές ώρες των διακοπών;

 

Σ. Σκ.: Δε θυμάμαι πώς άρχισα, οι δικοί μου δεν είχαν καμιά σχέση με όλα αυτά. Το πιθανότερο αιτία ήταν αυτές οι ατέλειωτες ώρες του καλοκαιριού–  δεν είχα τι να κάνω, τα ξαδέρφια στη δουλειά, η απόλυτη ησυχία, κι εγώ με τα διαβάσματά μου στους προσωκρατικούς, στα όνειρα, στα γυμνά κορμιά… Θυμάμαι ήδη από τα δεκαπέντε μου προσπαθούσα να γράψω και άλλα πέραν της ποίησης: κάποια δοκίμια, κάποιο πεζό–  στα 20 πίεζα τον εαυτό μου να γράψω ένα μυθιστόρημα–  έκατσα δυο, τρεις ώρες, αλλά δεν έβγαινε τίποτε έτσι ώστε οδηγήθηκα σιγά σιγά στη γλώσσα της ποίησης…

Αργότερα ήρθα στην Αθήνα, σπούδαζα στη Φιλοσοφική. Ζούσα στις στήλες του Ολυμπίου Διός, κοντά στο θέατρο του Διονύσου. Ούτε καλός φοιτητής ήμουν· περισσότερο απολάμβανα την παρέα, τις βόλτες, την κουβέντα–  ατέλειωτες ώρες συζητήσεων με ποιητικές παρέες, όμορφα κορίτσια και τρέλες…

«Μ»: Στην Αθήνα γνώρισες και τη γυναίκα σου;

Σ. Σκ.: Ήμασταν συμφοιτητές στη Φιλοσοφική· κατάγεται από την Κρήτη (Ευαγγελία Νικολουδάκη).

Ο Λογοτεχνικός Όμιλος Φοιτητών

 

«Μ»: Ο Σπύρος Κατσίμης μου ’λεγε πως την περίοδο εκείνη συμμετείχες στο Λογοτεχνικό Όμιλο Φοιτητών…

 

Σ. Σκ.: Μαζευόμασταν 10– 20 φοιτητές από το Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο με λογοτεχνικές ανησυχίες και φιλολογικά ενδιαφέροντα· στα 1957 βγάλαμε κι ένα έντυπο (του Λ.Ο.Φ.), δυο τεύχη. Όταν φύγαμε εμείς, συνέχισαν τον Λ.Ο.Φ. ο Γεωργουσόπουλος μαζί με τον Κίτσο Μυλωνά κι ορισμένους άλλους, μέχρι που έσβησε… Πριν από μας ήταν ο Μερακλής, ο Επαμεινώνδας Μπαλούμης, και άλλοι…

Όταν κάποιος ερχόταν στην παρέα για πρώτη φορά, προκειμένου να γίνει δεκτός, διάβαζε τα ποιήματά του. Την πρώτη φορά λοιπόν που πήγα, διάβασα κι εγώ, οπότε απλώθηκε σιωπή: ούτε ναι ούτε όχι, ούτε αποδοκιμασία ούτε επιδοκιμασία. Δεν είχα κάποια ένδειξη, μια εξωτερική μαρτυρία… Μέχρι που το ’58 έβγαλα την Πρώτη Γραφή, τρίστιχα ποιήματα· την πήρε ένας συμφοιτητής, «τα πονεμένα τραγούδια του Σκαρτσή», έλεγε, και πούλησε σχεδόν όλα τ’ αντίτυπα στο αμφιθέατρο. Ακόμη τα θυμούνται μερικοί κι ο Τωμαδάκης τότε μου είπε: —Μάλιστα, αυτό είναι ποίηση! (ήταν η πρώτη επιδοκιμασία).

Ένας άλλος που εκφράστηκε από την αρχή θετικά ήταν ο Μπελεζίνης (μου έκανε φροντιστήριο στην Πάτρα, για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και στο τέλος το μάθημα εξελίχθηκε σε συζητήσεις, ιδέες και σχέδια για πράγματα που ακόμη δεν έχουμε κάνει!..).

 

Το μόνο πράγμα που δεν σκεφτόμουν τότε ήταν να γίνω καθηγητής!

 

«Μ»: Μετά τη Φιλοσοφική διορίστηκες;

 

Σ. Σκ.: Το μόνο πράγμα που δεν σκεφτόμουν τότε ήταν να γίνω καθηγητής! Γύρισα στην Πάτρα και αρχικά είχα κανονίσει με τον Μπαλούμη να στραφούμε στη σκηνοθεσία, ήθελα να γίνω σκηνοθέτης!.. Εκείνος γύρισε καμιά– δυο ταινίες: τον «Ψαρόγιαννο», ως βοηθός σκηνοθέτης… Εγώ σταμάτησα. Στη συνέχεια στο στρατό σχεδίαζα ν’ ανοίξω διαφημιστικό γραφείο… Μόλις απολύθηκα αρχίσαμε να σχεδιάζουμε διάφορα με τον Μπελεζίνη· δούλεψα για λίγο στο Φροντιστήριό του, στην Πάτρα, αλλά δε με τράβαγε. Προσπάθησα μάλιστα να τον βγάλω από τη δημόσια εκπαίδευση, γιατί είχε διοριστεί για ένα διάστημα, και τελικά, ενώ ο Μπελεζίνης τα παράτησε, εγώ βρέθηκα καθηγητής!.. Ο λόγος είναι πως ερωτεύτηκα…

 

«Μ»: Συνεχίζοντας βέβαια τα σχέδια… Ο γάμος, τα παιδιά, δε σε δυσκόλεψαν;

Σ. Σκ.: Δεν ήταν εύκολα τα πράγματα, αλλά κι εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου οικογενειάρχη κι εν τούτοις παντρεύτηκα στα 26 μου!.. Ερωτεύτηκα τη γυναίκα μου, κάναμε τρία παιδιά, την Ξένη, τον Λάμπρο και τη Στεφανία· τα λεφτά δε μας περίσσευαν κι έτσι αναγκαζόμουν να δουλεύω πολύ. Είχα συνηθίσει όμως να βγάζω τη δουλειά μου με άνεση· βλέπω άλλους, με πολύ περισσότερο διαθέσιμο χρόνο, να χάνονται!.. Πιστεύω πάντως πως δεν μπορείς να ολοκληρώσεις μια γνώση, μια άποψη για τα πράγματα, αν δεν οριστεί ο κύκλος σου, αν δε ζήσεις μια ζωή φυσιολογική μέσα στην οποία περιλαμβάνεται ο γάμος, τα παιδιά, η αρρώστια, ο θάνατος… Έτσι γνωρίζει κανείς τα ουσιώδη πράγματα!

 

Το «Όστρακο», η «Υδρία», τα «Όστρακα»

 

«Μ»: Για να επανέλθουμε στην Πάτρα και στα δρώμενα εκείνων των χρόνων…

 

Σ. Σκ.: Είχε αρχίσει ο Μπελεζίνης να μαζεύει τους μαθητές του και να κάνουν συζητήσεις και για πέραν της ποίησης θέματα, συμμετείχαν κι οι δικοί μου, οργανώναμε φιλολογικές συγκεντρώσεις και συναντήσεις, υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον, μια ολόκληρη πολιτιστική ζωή… Τελικά αποφασίσαμε να κάνουμε ένα περιοδικό, ο Μπελεζίνης του ’δώσε τον τίτλο Όστρακο· στη συνέχεια μετάνιωσε αλλά εγώ επέμεινα, βγήκε το πρώτο τεύχος στα 1963, ενθουσιάστηκε ο Μπελεζίνης… Κατόπιν έφυγε για την Αθήνα και συνεχίσαμε εμείς όλη αυτή την προσπάθεια. Εν τω μεταξύ γίνεται δικτατορία και αρχίζουν να μου ετοιμάζουν φάκελο… Πολλοί ήταν οι λόγοι: από τη μια έβλεπαν να ’ρχονται σπίτι μου καθημερινά πολλοί μαθητές και φοιτητές (τα χρόνια αυτά πολλοί νέοι έγραφαν ποίηση), από την άλλη δημοσίευα κείμενα υπέρ της δημοτικής σε μια εποχή που οι δικτάτορες παραποιούσαν τη γλώσσα, είχαμε μάλιστα κι έναν πολύγραφο και βγάζαμε ένα φυλλάδιο, ήταν και κάποιες ιστορίες μ’ ένα εκκλησιαστικό φροντιστήριο… Αρκετοί λόγοι για να βρίσκομαι σε συνεχή παρακολούθηση. Είχα βγάλει επίσης δυο βιβλία, στα οποία παρουσίαζα τους Πατρινούς ποιητές, παλαιότερους και νεότερους, θέλοντας ν’ αποδείξω πως οι νέοι, οι καινούργιοι, τα «παιδιά» μου, κάνουν πολύ καλύτερη δουλειά.

Αποφασίζουμε το 1973 να βγάλουμε την «Υδρία»· με κάλεσε μάλιστα και ο Υποδιοικητής Ασφαλείας των Πατρών, ο οποίος φαίνεται ότι με κάλυπτε, και μου πρότειναν να τη χρηματοδοτήσουν!.. Τελικά κάπως κατάφερα να ξεφύγω ώσπου για μια ανόητη αφορμή, στο 6ο τεύχος δημοσιεύσαμε ένα ποίημα για το Βιετνάμ, με μετέθεσαν στην Αρεόπολη της Μάνης «για εθνικούς λόγους».

 

«Μ»: Η «Υδρία» συνεχίστηκε μέχρι…

 

Σ. Σκ.: Μέχρι το 1985· υπήρξε μια έντονη για χρόνια δραστηριότητα: πάνω από 150 νέοι ποιητές, μεταφραστές, μελετητές, παρουσίασαν τη δουλειά τους, κάναμε εκδόσεις, παρουσιάσεις των βιβλίων, ποιητικές βραδιές. Το 1975 ο Στάθης Χρυσικόπουλος μου προτείνει ν’ αξιοποιήσουμε το χώρο της γκαλερί του κι έτσι ξεκίνησαν εκ των ενόντων, με μερικά μαξιλάρια στο πάτωμα και πολύ ζεστή ατμόσφαιρα, «Τα Όστρακα».

Ξεκινήσαμε με την Έρση Σωτηροπούλου, τον Τηλέμαχο Χυτήρη… Η Έρση ήταν από δεκαπέντε χρονών το «παιδί θαύμα»: έγραφε πλήθος ποιημάτων, αργότερα στράφηκε στην πεζογραφία, όχι βέβαια επειδή την αγαπάει περισσότερο, αλλά κυρίως γιατί δεν μπορεί να κάνει αυτό που θέλει στην ποίηση. Την επηρέασαν πολύ ο Βαλαωρίτης και η Μαντώ Αραβαντινού, έπειτα έμπλεξε και με τα ταξίδια· παραμένει πάντως ένα θαυμάσιο πλάσμα. Πολύ καλή ήταν και η φίλη της Έρσης η Μαριάννα Μπότα– Τζιαντζή· έγραφε πολύ ωραία τρίστιχα, τώρα έχει στραφεί στο πεζό επίσης.

 

«Μ»: Πώς είναι τελικά η πνευματική ζωή της Πάτρας;

 

Σ. Σκ.: Η Πάτρα είναι μια εμπορευματική πόλη· το μόνο που ξέρει να κάνει είναι να πουλάει!.. Εγώ είχα άλλες επιδιώξεις, το αποδεικνύουν άλλωστε και όλες αυτές οι δραστηριότητές μου· έψαξα όμως και ανακάλυψα πως η Πάτρα έχει παραγάγει μόνον Καραγκιόζη, ρεμπέτικο τραγούδι και κάποια μικροτεχνία.

 

«Μ»: Ρεμπέτικο λόγω λιμανιού;

 

Σ. Σκ.: Μάλλον λόγω Μικράς Ασίας· στην απάνω Πάτρα, στην παλιά, στη Γερμανού, στα καφενεία παίζανε τα μικρασιάτικα ρεμπέτικα. Είχα φέρει τον Γκολέ – ήταν μαθητής μου– , να μας μιλήσει για το ρεμπέτικο, για τα τραγούδια που άκουγε από τους παλιότερους, από τον πατέρα του, στα καφενεία της περιοχής.

Αυτά λοιπόν τα τρία πράγματα, κατά τη γνώμη μου, παρήχθησαν στην Πάτρα. Μια «πόλη λιμάνι» που λένε οι ανθρωπολόγοι. Μια πόλη που κοιτάει προς τα έξω, προς την Ιταλία. Οικονομικά είναι πάντα ισχυρή, υπάρχουν ιδέες πολιτικές και άλλες· αναπτύσσεται, αν θέλεις, πληθυσμιακά, αλλά δεν υπάρχει το αντίκρισμα το πνευματικό, γιατί είναι το ήθος της τέτοιο, η φυσιογνωμία της ως πόλης– λιμανιού. Το Πανεπιστήμιο για παράδειγμα: υπάρχουν 500 καθηγητές, 14.000 φοιτητές, φοιτητές των Τ.Ε.Ι., ένας ολόκληρος κόσμος με καλλιέργεια κι ένα επίπεδο. Κι όμως δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανταπόκριση από τον κόσμο.

 

«Μ»: Παρ’ ότι οι αποστάσεις είναι κοντινές, η πρόσβαση πολύ ευκολότερη απ’ ότι στην Αθήνα…

 

Σ. Σκ.: Και όμως… ζούνε αυτήν την άνετη ανέμελη ζωή· και βέβαια αυτό αφορά κυρίως την Κάτω πόλη. Οι παρυφές, άνθρωποι μιας– δυο γενιών, διατηρούν κάποια χαρακτηριστικά τους, κάποια έθιμα, που όμως κι αυτά σιγά σιγά χάνονται κάτω από την επίδραση της τηλεόρασης, της «εξέλιξης»… Δες το παράδειγμα του καρναβαλιού: ήρθε μεν απ’ έξω (υπάρχει σαν μορφή από τ’ αρχαία ελληνικά, τα ρωμαϊκά και τα νεότερα χρόνια), προσαρμόστηκε όμως στα ήθη της περιοχής και της εποχής. Άνθρωποι απλοί ντύνονταν «μπούλες», δεν κατέβαιναν ποτέ κάτω, σατίριζαν γραφικούς τύπους των Πατρών και γλεντούσαν με το δικό τους τρόπο. Αυτό το πράγμα έδινε κάποια λαϊκότητα στην πόλη, έμπαινες στην πομπή και γλεντούσες… Τώρα πια τα πράγματα αλλάζουν· κάποιοι, κυρίως νέοι, δηλώνουν συμμετοχή, ρέει το χρήμα, κουστούμια, μουσικές, παράτες, δημοσιότητα. Η υπόλοιπη πόλη απλώς παρακολουθεί, βλέπει ένα εντυπωσιακό θέαμα 30– 40 χιλιάδων ωραίων παιδιών για 4– 5 ώρες —κάποια στιγμή βαριέσαι και φεύγεις— και κινούνται τα καταστήματα για κάποιο διάστημα… Αυτό είναι ένα Καρναβάλι πλαστικό, που κάποια στιγμή θα το πάρουν οι διαφημιστικές εταιρίες και θα χαθεί χωρίς την ουσιαστική, δημιουργική συμβολή του απλού λαού. Κάποτε ο Στάθης Χρυσικόπουλος κι ο Γιώργος Μπογδανόπουλος είχαν ιδέες, ήθελαν να κάνουν κάτι· στήθηκαν λοιπόν απέναντι από την εξέδρα του Δημάρχου και της κριτικής επιτροπής, μπροστά στο Δημοτικό Θέατρο, κι άρχισαν να καλαμπουρίζουν, να πειράζουν —εντελώς φυσιολογικό πράγμα— ε, τους το ‘κοψαν μαχαίρι, τους διώξανε! Δε σηκώνει τίποτε αυθόρμητο έξω από μια φιλοσοφία που κυριαρχεί…

 

Για κάποιους η Τέχνη είναι πολύ πιο σοβαρό πράγμα

 

«Μ»: Αυτό θα μπορούσαμε να σκεφθούμε πως υπάρχει και στο Συμπόσιο της Ποίησης, μια φιλοσοφία δηλαδή που σας απομονώνει από την υπόλοιπη ζωή της πόλης· μήπως δηλαδή το Συμπόσιο αποτελεί έργο κι εκδήλωση σαφώς προγραμματισμένη στην οποία δεν έχει θέση ο απλός Πατρινός πολίτης;

 

Σ. Σκ.: Όταν γύρισα στην Πάτρα μετά το Πανεπιστήμιο υπήρχαν οι παλιότεροι, κάποιοι λιγοστοί λογοτέχνες· φάνηκε η δική μου πρόθεση ν’ αναδείξω νέους ανθρώπους: «Ο Σκαρτσής και τα παιδιά του», έλεγαν περιπαιχτικά· υπήρχε η άποψη ότι εμείς κάνουμε κάτι αντιθετικό. Σιγά σιγά, καθώς αναπτυσσόμασταν, ένιωθαν πως ήταν απέναντι. Ήρθαν τα «Όστρακα» στη συνέχεια και μετά με τον Δημαρόγκωνα φτιάξαμε το Συμπόσιο της Ποίησης, οπότε αυτοί βρέθηκαν και πάλι απέναντι… Δημιουργήθηκαν στην αρχή κάποιες αντιθέσεις αλλά με την πάροδο του χρόνου είδαν πως δεν είχαμε καμιά πρόθεση αντιπαράθεσης. Ήδη το Συμπόσιο έχει διαμορφώσει το κοινό του… Επί πλέον έχουν παρουσιαστεί όλοι οι αξιόλογοι Πατρινοί ποιητές!.. Δεν είναι τυχαίο πως μετά απ’ όλη αυτή την ιστορία παράγεται ποίηση πιο πολύ… Όμως κι εδώ γίνεται μια παρανόηση: ασφαλώς και είμαστε με όλους φιλικοί αλλά δεν μπορώ να πάρω και το φίλο μου το Γιώργο και να τον παρουσιάσω ως ποιητή(Ι), πώς να το κάνουμε… Κι είναι ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα για την πόλη το γεγονός ότι δεν υπάρχει κριτική· για να υπάρξει κριτική χρειάζεται μόνιμη πνευματική ζωή. Οι αξιόλογοι κριτικοί που υπάρχουν, ο Μπελεζίνης, ο Μπερλής, ο Φώτης Τερζάκης, ο Λαδάς, οι περισσότεροι έχουν φύγει. Απ’ αυτούς μόνον ο Λαδάς, ο οποίος είναι δικηγόρος και αγαπάει την ποίηση, έμεινε στην Πάτρα… Δεν υπάρχει κριτική σήμερα στην πόλη. Ο Άρης Δρουκόπουλος, για παράδειγμα, είναι περισσότερο φιλόλογος… Κι έτσι καταλήγουμε σε κάποιους τοπικούς δημοσιογράφους που γράφουν περί παντός του επιστητού, κι έτσι πώς ν’ αναπτυχθεί κριτική συνείδηση και πώς να υπάρξει πνευματική ζωή στην πόλη;

Υπάρχει μια διάχυση πλέον όλων αυτών των αξιόλογων δημιουργών: η Έρση ζει στην Αθήνα, η Ρέα Γαλανάκη ζει βέβαια εδώ αλλά είναι ευρύτερα γνωστή, ο Τσιάμης είναι στην Αμερική…

 

«Μ»: Με την έννοια αυτή και το Φεστιβάλ του Ρίου, επί Μικρούτσικου, μετακαλούσε κάποιους με το δεδομένο της έλλειψης σε τοπικό επίπεδο…

 

Σ. Σκ.: Υπάρχει μια διαφορά: από τη μια μεριά θέλουμε να παραχθεί κάτι και από την άλλη δεν υπάρχει καμιά τέτοια πρόθεση· άλλο να δημιουργείς θέαμα, άλλο να κάνεις διαλέξεις κι άλλο πράγμα είναι να πιάνεις τον άλλον και να του λες «πήγαινε πάνω, μίλα εσύ τώρα, να σ’ ακούσουμε και να συζητήσουμε». Άλλο το θέαμα κι άλλο η συμμετοχή. Και τελικά στην Πάτρα έγινε κάτι με το Συμπόσιο, δημιουργήθηκε μια κίνηση σε πραγματικά τοπικό επίπεδο. Μπορεί να λέμε πως υπάρχει πνευματική ζωή στη Ζάκυνθο, για παράδειγμα, αλλά ουσιαστικά αναφερόμαστε σε δραστηριότητες που ξεκινούν κι ολοκληρώνονται στην …Αθήνα!

Μην ξεχνάμε πάντως πως δεν είναι εύκολο να διαμορφωθεί το πνευματικό δυναμικό μιας πόλης ακόμη κι αν γίνει επί χρόνια μια συστηματική αγωγή. Σε μια πόλη μεγάλη, όπως είναι η Πάτρα, δρουν διάφορες δυνάμεις (όταν μάλιστα υπάρχουν και οι πολιτικές κατευθύνσεις που δεν μπορείς να καταλάβεις πού το πάνε), οι οποίες είναι αντίμαχες μεταξύ τους και δεν είναι εύκολο να εκδηλωθεί το πνευματικό δυναμικό της πόλης, έστω και με τον αγώνα μιας ομάδας… Βρισκόμαστε και στο χώρο των ανθρώπινων αντιδράσεων, οι οποίες μπορεί να είναι καταλυτικές των πολιτιστικών στοχεύσεων. Φέρε στο νου σου τον Σολωμό, χωρίς να θέλω να κάνω κάποιο παραλληλισμό: ζούσε στα Επτάνησα, στην Κέρκυρα. Υπάρχουν άνθρωποι, όπως ο Μάντζαρος, που τον επαινούν κι άλλοι που τον καταδικάζουν… Ο Κάλβος δίπλα του κι ο Σολωμός δεν τον ήξερε… Μπορεί να μετράει η ποίηση του Σολωμού αλλά μετράει εξίσου το ότι ζεις δίπλα του και είναι ανυπόφορος…

 

Πώς θα πάει σήμερα ο ακροατής να συμμετάσχει στον κίνδυνο της ποίησης;

 

«Μ»: Η ποίηση είναι μονήρης διαδικασία…

 

Σ. Σκ.: Κατ’ αρχήν… Και όσο προχωράς, μεγαλώνεις, αυτό γίνεται πιο έντονο!

 

«Μ»: Το ’χετε σκεφθεί, στα πλαίσια του Συμποσίου για παράδειγμα, να διαβάσετε σε μια κεντρική πλατεία ένα βράδυ;

 

Σ. Σκ.: Έχει δημιουργηθεί η νοοτροπία πως πρέπει να πας κοντά στο λαό· αυτό έχει την έννοια της υποτίμησης του λαού. Αν δεχτούμε πως ο λαός πρέπει να κάνει και αυτός κάποια βήματα, αν του έχεις δημιουργήσει προηγουμένως κάποιες δυσκολίες, τότε ναι, μπορεί να γίνει αυτό. Να θυμόμαστε πως λαός είναι αυτός που έχει φτιάξει τα δημοτικά τραγούδια! Έχει τρομακτικές δυνατότητες… Να έρθει κάτι με την έννοια της αγωγής, με πρόθεση να ενεργοποιήσουμε δυνάμεις που υπάρχουν μέσα μας! Πώς θα πάει σήμερα ο ακροατής να συμμετάσχει στον κίνδυνο της ποίησης; Ποίηση είναι μια επαναστατική πράξη, το ξέρεις ο ίδιος, το ζεις. Στην ποίηση πρέπει να δίνεις ζωντανό αίμα. Πώς λοιπόν θα είναι έτοιμος ο άλλος να ξοδέψει πνευματική ουσία, να ριψοκινδυνέψει, όταν έχει μάθει να είναι ξάπλα και παθητικά να βομβαρδίζεται; Πώς ξαφνικά θα πάψουν να διαβάζουν πεζογραφία, για να το πω αλλιώς, και να διαβάζουν ποίηση; Η ποίηση είναι μια άλλη γλώσσα.

 

«Μ»: Η πεζογραφία είναι σαφώς πιο εύκολη υπόθεση· και την κουλτούρα σου καλλιεργείς ως αναγνώστης και με το βιβλίο διατηρείς επαφή και δε χρειάζεται να παρασκοτίσεις το μυαλό σου…

 

Σ. Σκ.: Σίγουρα.

 

«Μ»: Ως προς τα δημοτικά τραγούδια που έλεγες, οι άνθρωποι τότε τα παρήγαγαν για να διασκεδάσουν, να χορέψουν, να τραγουδήσουν τα είχαν ανάγκη. Σήμερα δεν χρειάζεται, γιατί τους παρέχεται έτοιμο (υπό)προϊόν.

 

Σ. Σκ.: Ασφαλώς ήταν άλλη η εποχή του δημοτικού τραγουδιού, αλλά ο λαός έχει όλες τις δυνατότητες και σήμερα, γιατί αυτός έχει τη γλώσσα. Κάτι που μπορεί να παρατηρήσει κανένας για τη γλώσσα που μιλάμε, και το ’χω σημειώσει στην Ανθολογία που έβγαλα του Κορνάρου: η ζωντανή προφορική γλώσσα είναι η γινωμένη, δεν είναι κατασταλαγμένη, συνεχώς παράγεται σύνταξη, παράγεται γραμματικός τύπος… Αυτός που μιλάει έχει δικαίωμα, είναι φυσικό, να παράγει τα νέα πράγματα, γιατί αυτό είναι η γλώσσα: νέα πράγματα. Όταν όμως ισχύσει η γραφή και ο άνθρωπος δεν παράγει αλλά απλώς εισπράττει, μορφώνεται από σένα, με βάση το βιβλίο σου–  στην περίπτωση αυτή τελικά δεν παράγεται γλώσσα. Εσύ, μελετώντας τη γλώσσα που έχει ήδη παραχθεί, την ανεβάζεις σε κάποια επίπεδα και τη δίνεις σε αυτόν που είναι λαός και ο οποίος είναι τελικά παθητικός αποδέκτης.

Για μένα ήταν εμπειρία η μελέτη του δημοτικού τραγουδιού. Βλέπω λοιπόν πως σημασία έχει αν η γλώσσα που κάνεις έχει οντολογική υπόσταση ή είναι γνώσεις, σκέψεις, επιθυμίες γλωσσικές, πράγμα που είναι πολύ διαφορετικό: δηλαδή ή δηλώνεις ότι είσαι ερωτευμένος ή με τη γλώσσα πραγματώνεις τον έρωτα. Ας πάμε στο πεδίο της γλώσ­σας: όταν κάνεις ποίηση (ας έχουμε στο νου μας τον όρο έμπνευση), τι γίνεται; Έχεις μια γλώσσα «έτοιμη» κι απ’ αυτήν «διαλέγεις» και βάζεις πράγματα; Ή μήπως η γλώσσα σου υπάρχει όσο γράφεις; Είναι δηλαδή σαν να μπαίνεις σε κάτι έτοιμο, δεν το δημιουργείς εκείνη τη στιγμή, υπάρχει δυνάμει μέσα σου, σε συνδέει με τα πράγματα, μετέ­χεις εσύ στα πράγματα αυτά και, κάνοντας το ποίημα, στην πραγματι­κότητα δεν έχεις κάτι έτοιμο, το οποίο πρόκειται να πεις αλλά το δημιουργείς εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το εκφράζεις. Την ίδια στιγμή που πραγματώνεται η γλώσσα, την ίδια στιγμή πραγματώνεται αυτό που λέμε «πραγματικότητα». Με αυτήν την έννοια, όταν δηλώ­νεις κάτι, είναι σαν να λες: «θέλω να πω αυτό». Η ποίηση όμως δεν είναι θέλω, είναι λέω. Το τι είναι η πραγματικότητα η ίδια φαίνεται από τη γλώσσα που παράγεται· η γλώσσα δηλαδή παράγει την πραγ­ματικότητα κι έτσι δικαιώνεις την ύπαρξή σου. Δεν αγωνιάς για μετα­φυσικά ζητήματα, τα πιο ακραία πράγματα δε λειτουργούν, γιατί απο­κτά υπόσταση, μέσω της ποίησης, αυτό που εσύ θέλεις να πεις· και αυτό που θέλεις να πεις το ανακαλύπτεις τελικά την ώρα που το εκφέ­ρεις. Την ώρα που γράφεις τελικά κι οι πιο ακραίες υποστασιακές καταστάσεις φαίνονται δεύτερες. Κι εκείνη τη στιγμή νιώθεις πως «δε βιάζεις τα πράγματα», που λένε κι οι Κινέζοι. Ζεις όπως ο λαϊκός τραγουδιστής, για να ξαναγυρίσουμε εκεί που αρχίσαμε, που τραγου­δάει «εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα». Δεν είναι «όμορ­φο» ώστε να μας εντυπωσιάζει από μια αισθητική δική μας, είναι πραγματικό. Αν μελετήσεις με τα κριτήρια της γραμματικής, του συντακτικού, με τα αισθητικά πρότυπα τα πιο υψηλά αυτές τις πραγ­ματώσεις του λαϊκού λόγου, μένεις ενεός με το πόσο φτωχή είναι η τυπική γλώσσα και μπορείς να διαπιστώσεις τον πλούτο της λαϊκής λαλιάς και τι είναι γλώσσα τελικά.

Η έμπνευση προέρχεται από το εν+πνέω, δηλαδή παίρνεις αέρα απ’ έξω, είναι το «πράνα» που λένε οι Ινδοί, μια οντότητα μη διαπιστώσιμη, μη υλική, αλλά είναι υπαρκτή και δημιουργεί τις καταστάσεις τις άλλες: το ότι τρέφεσαι, το ότι αναπνέεις… Είναι σαν τον ηλεκτρισμό που δρα αλλά δεν τον βλέπεις τον ίδιο. Το πράνα είναι ένας λεπτός αέρας. Εμπνέομαι λοιπόν θα πει πως η πραγματικότητα έρχεται μέσα σου, την εισπράττεις με τον αέρα, γίνεται φωνή σου και η πραγματικό­τητα μέσω σου, που είσαι εν– πνεόμενος, εν– θουσιασμένος, έν– θεος, δημιουργείς αυτό που λέει ο Ησίοδος …και πληρούσαι πνεύματος. Αυτό, ο λαϊκός άνθρωπος το κάνει αμέσως, γιατί βρίσκεται σε στενή, σε φυσιο­λογική σχέ­ση με την παραγόμενη γλώσ­σα. Νομί­ζω λοιπόν ακριβώς πως ο Όμη­ρος, ο Σο­λωμός, ο Κάλβος κά­ποιες στιγ­μές, το δη­μοτικό μας τραγούδι, η λαϊκή λογοτεχνία, οι Ινδιάνοι, οι Αυστραλέζοι, κ.ά., δείχνουν το τι είναι γλώσσα. Κι ένας ποιητής νομίζω πως από κει μπορεί να ωφεληθεί, οπότε κάποια στιγμή θα νιώσει πως το ότι γράφει ο ίδιος, αν κάνει κάτι καλό, δεν προκύπτει τόσο από την προσωπικότητά του, αλλά απλώς σημαίνει ότι ο ίδιος είναι ένας από αυτούς που συνέβη να πάρουν το χαρτί και να μιλή­σουν. Και τελικά, γράψει δε γράψει, είναι το ίδιο ακριβώς!.. Με την ίδια έννοια τραγουδάς, χορεύεις κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει φυσιολογι­κά, αυτονόητα. Δεν ξεχωρίζεις την πράξη σου ως κάτι μέγιστο, δεν είσαι ο προφήτης επειδή έτυχε να χορεύεις ή να γράφεις ποιήματα…

 

«Μ»: Έχοντας από τα πριν μια θέση ισχύος αποδεκατίζεις τον αγώνα που πας να κάνεις…

 

Σ. Σκ.: Ασφαλώς! Θυμάσαι το Σολωμό τι σημείωνε στο περιθώριο; «Μπαίγνιο», έλεγε τον εαυτό του! Ο μέγας κριτικός Βάρναλης, χωρίς να δώσει έμφαση, λέει κάπου: «ο Σολωμός έγραΦε», δεν λέει «έγραΨε», εννοούσε πως ο Σολωμός δεν τέλειωνε πράγματα… Τελικά ένα ποίημα είναι το προηγούμενο από ένα άλλο ποίημα, όπως η κίνηση: το επόμενο βήμα είναι συνέχεια του προηγουμένου.

 

«Το ποίημα το γράφει ο αναγνώστης»

 

«Μ»: Κι αυτό βέβαια εξαρτάται από τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει το ποίημα ανάλογα με τον υποκειμενισμό, τις εμπειρίες, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του αναγνώστη, το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο γίνεται, λέγεται και γράφεται κάτι.

 

Σ. Σκ.: Στο λαϊκό λόγο ο ποιητής, που είναι Ανώνυμος, υπάρχει και λειτουργεί σε σχέση με τον ακροατή. Δηλαδή το δημοτικό τραγούδι δεν είναι αυτός που το λέει, είναι αυτός που το λέει, αυτός που το ακούει και η γλώσσα, μαζί. Και δεν είναι ανώνυμος από «σεμνότητα», είναι ανώνυμος γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα. Το ίδιο ισχύει ακριβώς στην ποίηση. Η γλώσσα δεν είναι αυτού που τη λέει, είναι και αυτού που την ακούει κι αν υπάρξει αυτή η κοινότητα, εσύ να λες κι άλλος να σέρνεται, να ερωτεύεται, ή να σφάζει, αν θες, κι εν πάση περιπτώσει να μετέχει στην ίδια πραγματικότητα, κι αυτό είναι η γλώσσα: έχει οντο­λογική υπόσταση όταν είναι Προφορικός, Τραγουδικός λόγος. Όταν είναι γραπτό κείμενο όλες οι γλύκες και οι τέρψεις και οι δόξες του κόσμου δεν μπορούν να φθάσουν σ’ αυτό το σημείο! Προϋποθέτει, το ποίημα, στην περίπτωση αυτή, ν’ ακυρώνει τον εαυτό του. Όταν δηλαδή ένα ποίημα είναι τόσο ωραίο σαν να μην είναι γραμμένο!

Τελικά γράφεις για να λύσεις προβλήματα και να τυραννήσεις τους άλλους ή γράφεις επειδή δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, που λένε οι μάγκες όταν χορεύουν… Για να το κάνεις αυτό θα πρέπει να τροφοδο­τηθεί από μια αληθινή ζωή…

 

«Μ»: Κι εδώ είναι η αντίφαση: από την ώρα που κάποιος γράφει ποιή­ματα, δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο ποιητής, δεν μπορεί παρά η ζωή τον να υπόκειται σε κάποιους ουσιαστικούς κανόνες, άλλως είτε κοροϊδεύει τους άλλους είτε, στη χειρότερη περίπτωση, τον ίδιο του τον εαυτό. Ιδιαίτερα σήμερα υπάρχουν κάποιοι που πουλάνε τον τίτλο τον ποιητή, κυκλοφορούν ως σταρ, υπάρχουν συγκεκριμένα μαγαζιά στα οποία συχνάζουν, ορισμένοι «κύκλοι» στους οποίους φιλοξενού­νται και ασφαλώς πλασάρουν ό, τι πλασάρεται… Δεν είναι μόνη η Ρούλα Κορόμηλά!..

 

Σ, Σκ.: Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι πολύ μελαγχολικό… Θυμάμαι, όταν είμαστε στο Λ.Ο.Φ. είχαμε τα ίδια φαινόμενα· έγραφα για τους «ποιητές των Café, και συνεχίζονται 30– 40 χρόνια μετά!.. Όμως όσο η ποίηση είναι αιρετική άλλο τόσο είναι και θρησκειολογική… Το χειρότερο για κάποιους από τους ποιητές που αναφέρεις είναι πως δεν διαβάζουν. Μην ξεχνάμε πως τα πράγματα αλλάζουν. Κάποτε ο Παράσχος πούλαγε σ’ ένα βράδυ όλη του την ποίηση και σήμερα; Τουλάχιστον για προσωπικούς λόγους να τους διαβάζουμε, για να μην πάθουμε κι εμείς τα ίδια! Βλέπουμε τελικά πως μια αρχέγονη διαδικα­σία αλλοτριώνεται σε ήσσονες εκδοχές της καθημερινότητας.

 

Δεν παύουμε να κάνουμε όνειρα και να προσπαθούμε να τα υλοποιήσουμε

 

«Μ»: Πάντως, για να ξαναγυρίσουμε στα της Πάτρας, τα πράγματα σ’ ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετικά σε σχέση με την Αθήνα, η ζωή με τους φοιτητές, οι νεότερες προοπτικές τώρα πια μετά το τέλος της έντονης παρουσίας των φοιτητικών– κομματικών παρατάξεων,

 

Σ. Σκ.: Στο Πανεπιστήμιο είμαι τα τελευταία χρόνια· φέτος είμαι υπεύθυνος των πολιτιστικών και των εκδόσεων που αποφασίσαμε να κάνουμε. Στα επαρχιακά Πανεπιστήμια βέβαια υπάρχει το φαινόμενο των καθηγητών που έρχονται για ορισμένο χρόνο – γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς– , παράγουν ένα σημαντικό έργο, αλλά δεν ζουν στο σύνολό τους τον τόπο. Στην Πάτρα σπουδάζουν 14.000 φοιτητές σ’ ένα χώρο τεράστιο και θαυμάσια διαμορφωμένο που όμως δεν αξιοποιείται ανάλογα. Τώρα προσπαθούμε να κάνουμε κάτι. Ανταποκρίνονται τα παιδιά αλλά είναι τα πράγματα που δε βοηθάνε…

 

«Μ»: Πώς το καταφέρνατε στα «Όστρακα»;

 

Σ. Σκ.: Τα «Όστρακα» ήταν κάτι διαφορετικό, για τον καθένα που ζούσε στην πόλη ήταν μια διαφορετική σχέση από την ποίηση, από τα ερωτικά του, μέχρι τα εντελώς προσωπικά και υπαρξιακά του ζητήματα. Ήταν κάτι ασυνήθιστο, μια κατάσταση που συνεχίζεται, σε κάποιο βαθμό, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει από το Πανεπιστήμιο, όπου μετά από τέσσερα χρόνια φεύγουν οι φοιτητές κι επιστρέφουν στη βάση τους… Άλλωστε τώρα πια τα Πανεπιστήμια είναι μεγάλα και ως χώροι και ως προγράμματα… Μην ξεχνάμε, πως το Πανεπιστήμιο της Πάτρας είναι τεχνολογικό, οι φοιτητές έχουν τα εργαστήριά τους, τα ενδιαφέροντά τους, τους επαγγελματικούς στόχους τους… Δεν παύουμε βέβαια να κάνουμε όνειρα και να προσπαθούμε να τα υλοποιήσουμε.

 

«Μ»: Με το Συμπόσιο της Ποίησης;

 

Σ. Σκ.: Δεν ήμουν στο Πανεπιστήμιο όταν ξεκίνησε· με βοήθησε ένας φίλος καθηγητής μηχανολόγος αλλά το Συμπόσιο είναι του Μπελεζίνη, του Μερακλή, της Στεφάνου, του Σκαρτσή και όλων αυτών που έρχονται δεκαπέντε χρόνια και το στηρίζουν με το κύρος τους. Βεβαίως μας στηρίζει και το Πανεπιστήμιο, μας παρέχει το χώρο, τον εξοπλισμό του, τους μηχανισμούς που διαθέτει κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για ένα τεχνολογικό Πανεπιστήμιο!.. Από την άποψη αυτή το Πανεπιστήμιο Πατρών αποτελεί πρότυπο. Τελευταία υπάρχουν κάποιοι πρυτάνεις που βοηθούν κι έχουν ευαισθησίες· χωρίς το Πανεπιστήμιο δε θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε!

 

Χρειάζονται πολλά χρόνια για να μείνει κανείς μόνος

 

«Μ»: Αυτό που διακρίνεται στην ποίησή σας είναι αυτή η στενή σχέση με το ρυθμό και ταυτόχρονα με την ολοένα εξελισσόμενη πορεία της λέξης καθεαυτής.

 

Σ. Σκ.: Θεωρώ ότι η γλώσσα είναι συνεχόμενη της οντότητάς μας. Στο Πανεπιστήμιο μελετάω τη ρυθμικότητα, τη μουσικότητα του ήχου και άλλα τέτοια στοιχεία. Κάθε λέξη είναι σαν να βγαίνει φυσιολογικά μέσα από τον τρόπο που διατυπώνεις τον κάθε στίχο, διατηρώντας την τονικότητά της, ακόμη κι αν δεν είναι πια το ίδιο πράγμα με την πρώτη αρχική σύλληψή της: μιλάμε για το νερό, διακρίνουμε τη φρεσκάδα του, αλλά η λέξη δεν έχει την αρχική δύναμη, την καθαρότητα, την αμεσότητα της πρώτης της διατύπωσης. Και για να το δούμε και από άλλη σκοπιά, μέσω της καθημερινότητάς μας: κολυμπάω, είμαι θαλασσινός κι απολαμβάνω το νερό με τον ίδιο κάθε φορά τρόπο, αλλά από την ώρα που θα καταλυθώ στη θάλασσα, δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα κουβαλάω τα βιώματά μου, τις συγκινήσεις μου, τις νέες μου εμπειρίες. Το βλέπουμε στη λαϊκή λογοτεχνία: μοιάζει η φόρμα να επαναλαμβάνεται αλλά ο στίχος δεν είναι ποτέ ίδιος. Για παράδειγμα έχουμε τους στίχους: …ένα κομμάτι σύγνεφο ένα κομμάτι αντάρα/κείνο δεν είναι σύγνεφο /κείνο δεν είναι αντάρα… και συνεχίζεται το ποίημα επαναλαμβάνοντας πέντε– έξι φορές τις ίδιες λέξεις, παραμένοντας ωστόσο μοναδικό!

 

Ζούμε με την ανάσα μας

 

«Μ»: Στην ποίησή σας σπάσατε τον δεκαπεντασύλλαβο…

 

Σ. Σκ.: Ήθελα ν’ αποδείξω ότι κανένας 15σύλλαβος δεν είναι όμοιος με τον άλλον κι έκανα μια έρευνα με τη χρήση και τη βοήθεια Η/Υ εξετάζοντας 2.500 στίχους, μόνον τις τομές και τους φθόγγους. Τελικά βγήκαν μόνο πέντε ομοιότητες!

 

«Μ»: Νομίζω ότι ξαναγυρνάμε εκεί απ’ όπου είχαμε αρχίσει: υπάρχουν ποιητές που επιμένουν για χρόνια σ’ έναν στίχο, σε μια λέξη. Το ερώτημα είναι αν τελικά ό, τι απομένει έχει κάποια σχέση με την αρχική σύλληψη ή μήπως αποτελεί ένα καινούργιο ολωσδιόλου πόνημα που, μπορεί να είναι άρτιο τεχνικά, πολύ λίγη σχέση έχει όμως με την πρωτογενή συναισθηματική φόρτιση.

 

Σ. Σκ.: Το συμμερίζομαι… Στον «Σωκράτη Επιταλιώτη, θαλασσινό» υπάρχει ένα σημείο που νοηματικά, γραμματολογικά, λογικά, θέλει τελεία. Κατά τη γνώμη μου όμως με την τελεία χάνεται η ένταση, η τρέλα της πρώτης γραφής. Θα πρέπει τη δεδομένη στιγμή να βουτηχτείς βαθιά στα νερά για να αγγίξεις αυτό που αισθάνεσαι κι αυτό είναι ένα αγαθό που ενυπάρχει ανεξάρτητα από το υλικό αποτέλεσμα. Ο ποιητής δεν κοιμάται ποτέ, έλεγε ο Σαραντάρης, κι αυτό το νιώθω για χρόνια να ισχύει. Είναι βασανιστικό αλλά είναι και όμορφο!

 

*Δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα για τον Σωκράτη Σκαρτσή: Μανδραγόρας τχ. 12-13, Μάιος-Σεπτέμβριος 1996.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία