Λάμπρος Σπυριούνης | ποιήματα

In Λογοτεχνία, Ποίησηby mandragoras



ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΝ
Η αφοσίωση έκτιζε νύκτα την πρώτη Πύλη
Λίγα μέτρα μές΄από τον περίβολο της πίστης.
Φθάνοντας στην αψίδα του κάλλους σκάλιζε
Την έβδομη επιγραφή της συνείδησης·
*
Τσίκι –τσίκι με γράμματα αυτοδίδακτα
Αλλα νόθα και άλλα ορφανά ελζεβίρ
Αλλά όλα στοργικά αναθρεμμένα:
ΑΕΡΓΟΧΕΡΙΣΑΤΑΝΙΚΟΕΡΓΟ
*
Η κουκουβάγια έβριζε, σημάδι πως όπου νάναι
Ξημερώνει. Χάιντε την παλάμη πάνω από τα μάτια
Να δούμε τον ρεμπέτη ήλιο, τον φιγουρατζή που χόρευε
Για την σελήνη μέχρι την αυγή στην Εξω Πύλη το ζειμπέκικο:
*
«Εβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι…»
Η αφοσίωση έκανε την δουλειά της· έκτισε.

ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ
Τα γενικά μέρη
Το εντός, εκτός
Ο αντάρτης στις Κορυσχάδες
Η αγρύπνια δεύτερη ζωή
Ποιητής από την πηγή.
*
Τα βασικά κεφάλαια
Το εδώ, εκεί
Ο έλεγχος του γεμιστήρα
Η δροσερή αγωνία στο παγούρι
Ποιητής στο χρώμα.
*
Τα αναλυτικά τμήματα
Το άλλο, αλλού
Το μάτι στο σκόπευτρο
Η ιδέα στα χέρια της ευθύνης
Ποιητής στο σχέδιο.
*
Τα ειδικά θέματα
Το δικό μου δικό σας
Ο κόκορας σηκωμένος
Το όραμα τρέχει στα μάγουλα
Ποιητής από κούνια.
*

Οι συνθετικές ενότητες
Το φαινόμενο στο μη λεγόμενον
Ο δείκτης στην σκανδάλη
Η ανατριχίλα στην πλάτη της συνείδησης
Ποιητής και στη ζωή.
*
Οι ρυθμικές παράγραφοι
Το αύριο ντόρτια, μπορεί και ασσόδυο
Η πίστη στάζει στις παλάσκες
Το μυστικό έξω από τον τάφο
Ποιητής, σου λέω και νεκρός.
*
Την λαμπάδα σου δίνω
Για να δεις στον καθρέφτη.
Δεν τα ξεχωρίζεις;
Καταραμένος να ΄σαι
Και συ και τα στιχάκια σου.

ΣΥΝΤΑΓΗ
(γλυκό σταφύλι)
Λευκά, στενά χαρτιά, μολύβια δυό στο γραφειάκι
Παράθυρο γωνία, ο τοίχος πλάτη για προστασία.
Το τρίξιμο της καρέκλας
Να μου θυμίζει πως στο ίδιο κάθισμα ξαπόσταινε
Και παραμίλαε, τι έκανε στον γάμο της – και τι δεν.
Το τρέξιμο του μολυβιού
*
«έ, ό
έ, ό, ά
ί, ά, ά, ί»
*
Πολλές φορές γλυκαίνομαι την μία με την μητέρα
Με την θεά την άλλη· σήκω κάτσε γράψε σβήσε.
Από τον ουρανό
Με βλέπουν, από εκεί ψηλά να ευχαριστιέμαι
Τα γλυκά της αγίας, και το πετιμέζι της αγγέλου
Στον ουρανίσκο
*
«με δυό, με δυό σταγό
με δυό σταγόνες λογισμό
η φαντασία βράζει σταφυλάκι.»
*
Στα μάτια τους τρέχουν σερμπέτια ανά-
Στάσιμα για να κολλούν οι μελλούμενοι
Οι μελομένοι στίχοι!

ΜΕ Τ΄ΑΚΡΟΔΑΚΤΥΛΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Να ψηλαφίσω το γόρδιο κρόσσι της
Να ακουμπήσω το χνούδι της
Να χαιδεύσω το τούλι της
Να θωπεύσω το πέλος της
Να αγγίξω το «να την, εδώ»
Να δώ, έχει αφήσει στρίφωμα ή λήθη;

Να ανατριχιάσω, έστω από το ξέφτι της μνήμης

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΙΜΠΡΕΣΣΙΟΝΙΣΤΗ
(με νερομπογιές)

Κληρονόμησε δύο κήπους, της γιαγιάς
Και της μητέρας, ο ένας πλάι στον άλλον
Αφηναν χώρο ν΄αναπτυχθεί και τρίτος
Με αυτήν την προοπτική θα γέμιζε το κάδρο.
*
Πελαργόνια, βαλεριάνες, αχιλέες, «μη με λησμόνει» ·
Θα φύτευε κι΄ένα άγαλμα από οπαλίνα
Που ομιλεί τα βράδυα στα κλαριά
Να μεγαλώνουν το πρωί τα φύλλα.
*
Θέλεις οι ψίθυροι, θες τα παραμύθια; Θυμήθηκε
Το κολασμένο χαμόγελο του ρυθμού του.
Σκέπτεται ν΄αφήσει τους κήπους να ρημάξουν
Ζιζάνια, τριβόλια και διαόλια, «να σε λησμόνει» ·
*
Να βάλει το κόκκινο φουστάνι, να βγεί, να πάει
Να πάει για χορό στο Garden Bar ή στον γκρεμό.

ΕΡΓΟ Αρ. 21
Παρά πάσαν ελπίδαν σε μένα δόθηκε το διπλάσιο!
Οι φίλοι στριμώχτηκαν στην νόμιμη μοίρα. Διάταξη
Τελευταίας βουλήσεως
Όριζε να βρούμε νερό · στην ανάγκη θ΄αλλάζαμε τον ρού
Της ιστορίας · θ΄ανέβαινε το βουνό, θα έμπαινε στην πηγή
Να ξαναβγαίνει δάκρυ
Από την κρήνη. Ετσι θα είχαμε γάργαρες συλλαβές στις Κορυσχάδες.
*
Με το πλεονέκτημα του δικαιώματος διάλεξα το δώμα
Απλωνα τα στιχάκια με τις τρεχούμενες στροφές απ΄το παράθυρο
Φύσαγε Βαρδάρης, στέγνωναν τα δάκρυα · ψίθυρος εκ διαθήκης.

 

Λάμπρος Σπυριούνης

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία