Ιωάννα Μπουραζοπούλου | Ο δράκος της Πρέσπας Ι

In Κριτικές, Λογοτεχνίαby mandragoras


Κριτική

Ιωάννα Μπουραζοπούλου | Ο δράκος της Πρέσπας Ι: Η Κοιλάδα της λάσπης

Ανέκαθεν ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής ήταν και παραμένει στρατευμένη, πρόβαλε και προβάλλει πολιτικές καταστάσεις, άλλοτε φανερά κι άλλοτε αλληγορικά, πάντοτε στοχεύοντας στο παρόν παρουσιάζοντάς το γενικά κάτω από το μανδύα της φαντασίας. Παρά τη σημερινή κρίση του βιβλίου (σε όλες του τις φάσεις (γραφή, έκδοση, διακίνηση, εμπορία), η λογοτεχνία παρουσιάζει μια ισχυρή διάθεση επιβίωσης, που παίρνει ενίοτε διαστάσεις «τιμωρού της κρίσης», όχι γιατί καταγγέλλει καταστάσεις ή θέσεις, ή γιατί περιγράφει την απάνθρωπη διαφθορά ενός πολιτικού τρόπου διακυβέρνησης, αλλά γιατί τον αποδομεί, τον ξεσκεπάζει, τον γελοιοποιεί, τον εμφανίζει έκθετο στον αναγνώστη-θύμα του. Με εντυπωσιακή εγρήγορση, προσφέρει απλόχερα στο κοινό που βιώνει τη σύγχρονη πολιτική κατάσταση, όχι μόνο μια παρηγοριά, αλλά κυρίως ξαναδίνει στον έντεχνο λόγο του τόπου μας, τον κοινωνικό του ρόλο, κάτι που σκόπιμα, η «life style» κριτική και λογοτεχνική παραγωγή των τελευταίων ετών, είχαν απαξιώσει. Σιγά-σιγά μα σταθερά, διαμορφώνεται στη χώρα μας, μια ενστικτώδης δυναμική στους σύγχρονους δημιουργούς του λόγου, που αποβλέπει στο να στρέψει την προσοχή των αναγνωστών (όσοι απέμειναν βέβαια) στη δύσκολη βιωμένη συγκυρία, αναλύοντας και παρουσιάζοντάς την, μέσω της απόδρασης από την πραγματικότητα και με τη συνδρομή της φαντασίας.

Οι δημιουργοί δεν εστιάζουν την προσοχή τους στο να περιγράψουν το ένα ή το άλλο ιστορικό-πολιτικό γεγονός, να καυτηριάσουν την όποια περίπτωση διαφθοράς, αδικίας, εκτροπής κλπ. Περιορίζονται να μας αφηγούνται, με τέχνη, με τη συνδρομή πάντα της φαντασίας, της λυτρωτικής αυτής απόδρασης από την καθημερινότητα, το πως οι ίδιοι αντιλαμβάνονται την κρίση. Σε χώρους φανταστικούς, σε περιβάλλον πέρα για πέρα αληθοφανές, καταγράφουν μια αφήγηση πλασματική που παραπέμπει στη σημερινή κατάσταση της χώρας μας.

Η λογοτεχνία πάντα στόχευε και στοχεύει στην αναπαράσταση μιας εποχής, μιας σημαντικής περιόδου, είτε για τον συγγραφέα-δημιουργό, είτε για το κοινωνικό σύνολο στο οποίο απευθύνεται. Η εθνική μας γραμματεία, ποίηση και πεζός λόγος, θέατρο και δοκίμιο, είναι πλούσια σε έργα με πολιτικό πρόσημο ή με έμμεσες πολιτικές προσεγγίσεις, αλληγορικές ή όχι. Ποτέ ο έντεχνος λόγος δεν απομακρύνθηκε από τον συλλογικό προβληματισμό της νεοελληνικής κοινωνίας. Πάντα συμμετείχε με θέσεις και στάσεις, είτε μιας στρατευμένης ιδεολογίας, είτε επισημαίνοντας και παρεμβαίνοντας για επικείμενους κινδύνους. Πολλοί δημιουργοί ασχολήθηκαν με τον ιστορικό-κοινωνικό αναβρασμό κατά καιρούς και είναι επόμενο, και στις μέρες, οι νέοι λογοτέχνες να καταγίνονται με τα δεινά που αντιμετωπίζει η χώρα μας, όπως άλλοτε, και παλαιότεροι δημιουργοί κατέγραφαν συμφορές πολέμων, πολιτικές εκτροπές και διαψεύσεις διαμορφωμένων προσδοκιών. Κι αυτό συμβαίνει σε μια εποχή όπου η λογοτεχνία έχει απομακρυνθεί από τα πολιτικά δρώμενα κι έχει εστιάσει το ενδιαφέρον της στη σχέση του ατόμου με το περιβάλλον (φυσικό ή κοινωνικό, επαγγελματικό ή προσωπικό). Η λογοτεχνία επιστρέφει στα δημόσια πράγματα,  επαναπροσδιορίζει το ρόλο της και γενικά διεκδικεί τη θέση της: όχι ως ένας απλός θεατής, αλλά ως ένας απαιτητικός κριτής.

Δεν σκοπεύω να αναφερθώ σε όλα τα έργα της γραμματείας μας, που τον τελευταίο καιρό αποκαλύπτουν τον πνιγηρό και απεγνωσμένο κόσμο που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, αλλά να εστιάσω την προσοχή μου, σε ένα έργο, στο μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου, Η κοιλάδα της λάσπης (Καστανιώτης 2014), πόνημα που αποτελεί τον πρώτο τόμο της τριλογίας, Ο Δράκος της λάσπης. Η συγγραφέας είχε κάνει αισθητή την παρουσία της, το 2007, με το τρίτο της  μυθιστόρημα, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; έργο που βραβεύτηκε το 2008 με το Αθηναϊκό βραβείο για τη λογοτεχνία του περιοδικού δε(κατα) και κυκλοφορεί μεταφρασμένο στη γαλλική και αγγλική γλώσσα. Μάλιστα η εφημερίδα, The Guardian, το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς, για το 2013, ένα μυθιστόρημα που δεν έχει ίχνος «ελληνικότητας», ενώ οι αλληγορίες στα παγκόσμια πολιτικό-κοινωνικά δρώμενα είναι εμφανής. Είχαν προηγηθεί Το Μπουντουάρ του Ναδίρ, το 2003, και Το Μυστικό Νερό, το 2005. Ακολούθησαν Η ενοχή της αθωότητας (2011), καθώς και το βιβλίο για παιδιά, Το ταξίδι των τρολ (2009). Και τώρα, με το τελευταίο της έργο, καταπιάνεται με ένα μύθο, αυτόν του δράκου, για να αφήσει ελεύθερη τη φαντασία της και να διατυπώσει έμμεσα κρίσεις κι απόψεις.

Ο μύθος, στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι ενός «αόρατου» δράκου που ζει, κάπου στις Πρέσπες, χωρίς ποτέ κάνεις να τον έχει δει και στον οποίο αποδίδονται διάφορα ακραία περιστατικά, όπως η προσπάθεια βιασμού μιας Ελβετίδας τουρίστριας, της Σνάιντερ, καθώς και ο περίεργος διαμελισμός των σωμάτων μιας οικογένειας ενός τοκογλύφου της περιοχής. Στην Πρέσπα λοιπόν, που είναι μια λίμνη-σύνορο τριών κρατών (Ελλάδας, Σκοπίων και Αλβανίας,) βρέχει ασταμάτητα εδώ και είκοσι χρόνια μας πληροφορεί η αφήγηση –τουλάχιστον στην ελληνική πλευρά- έχοντας μετατρέψει την ελληνική όχθη, σε μια κοιλάδα λάσπης, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να την έχουν εγκαταλείψει εξαιτίας του βούρκου που δημιουργήθηκε και κατοικείται πλέον από λίγους ερευνητές, οι οποίοι είναι χωρισμένοι, ανάλογα με τη «επιστημονική» τους θεωρία σε ομάδες, που επιχειρούν να λύσουν το μυστήριο του δράκου και της αυξανόμενης λάσπης στην ελληνική περιοχή.

Αυτός ο δράκος λοιπόν, που από τις περιγραφές όσων τάχα τον είδαν κάποτε, έχει κεφάλι άγριου ζώου, με αποτέλεσμα να γίνει κύριο θέμα συζήτησης όχι μόνο διαφόρων επιστημονικών ομάδων που δε συμφωνούν μεταξύ τους για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ελλοχεύει ή και για τη θανάτωσή του ακόμα, αλλά και πόλος έλξης τουριστικής ατραξιόν για την γύρω περιοχή. Κόσμος συρρέει από όλα τα σημεία της υδρογείου, προκειμένου να επισκεφθεί τα «λημέρια» όπου συχνάζει ή ακόμα και να ψυχαγωγηθεί στις γύρω περιοχές που αναπτύχθηκαν, εξαιτίας του μύθου και χάρη στις πρωτοβουλίες της Παγκόσμιας Τράπεζας Ανάπτυξης, επικεφαλής της οποίας είναι ένας τυφλός, αλαζονικός και αυταρχικός τύπος, ο Έκτορας Μόζερ, που επιβάλλει σε όλη τη Δυτική Μακεδονία, μια εξουσία κυνική, μετατρέποντας το μυστήριο του δράκου σε επιχείρηση φιλελεύθερης κερδοσκοπίας.

Με βάση αυτά τα δεδομένα και την πλούσια αληθοφανή φαντασία της δημιουργού, έχουμε μια αφήγηση όπου κυριαρχούν τρία στοιχεία: ο μύθος του δράκου, η φανταστική δομή και η αλληγορία της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης που όλοι βιώνουμε σήμερα.

Σχετικά λοιπόν με το μύθο του συγκεκριμένου μυθιστορήματος, δεν έχουμε κανένα αρχέτυπο χαρακτήρα, αλλά μια έννοια ασαφή κάποιου δράκου, φορτωμένη με όσες ιδιότητες μπορεί να της αποδώσει ο αναγνώστης. Κι αυτό γιατί ποτέ κανείς δεν είδε το δράκο. Διαθέτουμε συγκεχυμένες πληροφορίες, και οι όποιες απεικονίσεις ή αναπαραστάσεις του είναι φανταστικές, παρά την πληθώρα των ειδικών «δρακολόγων» που ζουν κοντά στη λίμνη της Πρέσπας, που είναι χωρισμένοι σε 23 ομάδες, που ανάλογα με τη θεωρητική τους θέση προσπαθούν να ανακαλύψουν και να εντοπίσουν το τέρας, δίνοντας κάποια διαφορετική λύση η κάθε μία για τη μυστήρια εμφάνισή του. Στην ουσία έχουμε τον μετασχηματισμό και τον μεταμορφισμό του δράκου στη διάρκεια της ιστορίας για να καταγραφούν παράλληλα διάφορες πτυχές κι απόψεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς απέναντί του. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα αποκαλυφθεί και το πρότυπο συμπεριφοράς της δικής μας κοινωνίας.

Αυτή η ιδιότητα του μύθου επιτρέπει στη μυθιστοριογράφο την αδιάκοπη δημιουργία της μυθοπλασίας, τη συνεχή μετεξέλιξη και προσαρμογή της σε καταστάσεις διαφορετικές, ενώ η τάση της εξέλιξης και προσαρμογής του μύθου στο σήμερα, τον καθιστά από συμβολικό εκφραστικό όργανο σε μέσο διαλογισμού, έκφρασης και δημιουργικότητας. Η Μπουραζοπούλου χρησιμοποιεί την ελεύθερη προσέγγισή του, τη δυνατότητα να διηγηθεί μια άλλη εκδοχή του μύθου του δράκου, με τη συνδρομή της φαντασίας στη διαμόρφωση νέων μορφών κατανόησής του: «Ο δράκος στη μυστικιστική φιλοσοφία της αλχημείας έχει πολλούς συμβολισμούς. Ο δράκος θεωρείται μεταξύ άλλων, ένα κέλυφος για το ζωντανό πνεύμα. Αν θέλεις, δηλαδή, να απελευθερώσεις το ζωντανό πνεύμα που είναι παγιδευμένο, πρέπει να σκοτώσεις τον δράκο» θα παραδεχθεί η συγγραφέας στο Γρηγόρη Μπέκο, στο Βήμα της Κυριακής, την 1/2/2015, στο ένθετο «Βιβλία», σ. 2.

Εξάλλου φαντασία κι ελευθερία είναι τα δύο συστατικά του μύθου που συμβάλλουν στη δημιουργία πολιτιστικών αξιών, όπως ακριβώς και η Tέχνη. Kι αν με το συστατικό ελευθερία ταυτίσουμε το λόγο, και με το συστατικό φαντασία την τέχνη, πιστεύω πως κατανοούμε πολύ καλύτερα από που πηγάζει και προς ποια κατεύθυνση πορεύεται η Λογοτεχνία, ποιό είναι το αντικείμενο και η λειτουργία της, τι προσπάθεια καταβάλλεται ώστε να συλληφθεί για να δώσει νόημα στη ζωή ή και να την αναπαραστήσει. Tαυτόχρονα όμως διαφαίνεται και η αντιθετική σχέση που ενυπάρχει στο μύθο, η σχέση της αλήθειας και του ψέματος, μια σχέση που κυριαρχεί σε κάθε λογοτέχνημα, παρά τις όποιες αληθοφανείς περιβαλλοντικές, ψυχολογικές, κοινωνικές ή άλλες συνθήκες.

Γίνεται συνεπώς φανερό πως αποτέλεσμα όλων αυτών των συνισταμένων της σχέσης απάτης-αλήθειας και της συνύπαρξης φαντασίας κι ελευθερίας είναι να λειτουργεί ο μύθος σαν πρόκληση για τη συγγραφέα-δημιουργό αλλά και για τον αναγνώστη, αφού και οι δύο, ενώ αναγνωρίζουν, συλλαμβάνουν και κατανοούν την όποια απλουστευτική αρχική κοινωνική εκδοχή του μύθου με τις ηθικό-διδακτικές του προτροπές, ταυτόχρονα, μέσω του έντεχνου λόγου, διακρίνουν, ανακαλύπτουν, και εμπλέκονται σε καινούργιες σημασιολογικές προεκτάσεις.

Aπ’ αυτήν τη θεωρητική προσέγγιση προκύπτει ότι ακόμα και η αποκλειστική χρήση του μύθου από τη συγγραφέα, δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Aν θέλουμε να συγκρατήσουμε από το μύθο μόνο το αφηγηματικό στοιχείο, τη μυθική αφήγηση, και να παραλείψουμε το νόημά του, τον ορθολογισμό του, είναι φανερό πως κινδυνεύουμε να αφήσουμε το ιδεολογικό υπόστρωμα του μύθου να μεταδοθεί ανεξέλεγκτα. Εξάλλου οι μυθικές αφηγήσεις μέσω της τέχνης αναστατώνουν τα πολιτισμικά στοιχεία ενός πολιτισμού, γιατί ακριβώς κανείς δε γνωρίζει από που προέρχονται, ούτε μπορεί να προκαθορίσει την πορεία τους. Ερχόμενος κάθε φορά αντιμέτωπος με τον προσωπικό του μύθο, ο δημιουργός-συγγραφέας, ανώνυμος ή επώνυμος, προσπαθεί να επιβάλει εικόνες δικές του ή καταγράφει εικόνες κοινές, με αποτέλεσμα η λογοτεχνική αφήγηση, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της εποχής του και τη μορφή του λογοτεχνήματος να συναρπάζει ή να αφήνει αδιάφορο τον αναγνώστη.

Στη Κοιλάδα της λάσπης λοιπόν, έχουμε τη μικρή επιστημονική ομάδα των «Πεζογράμματων» που ισχυρίζεται ότι το μυστήριο του δράκου μπορεί να λυθεί μόνο με τη εμβριθέστερη ανάγνωση της λ ραψωδίας της Οδύσσειας. Της γνωστής ως Νέκυια, όπου το θέμα είναι φυσικά ο μύθος για τον Κάτω Κόσμο, όπου όποιος μεταβαίνει εκεί δεν ξαναγυρνάει ποτέ, κάτι που φυσικά δεν ισχύει στο φανταστικό κόσμο της διήγησης, αφού ο Οδυσσέας κατάφερε να επιστρέψει στη γη. Επιπλέον και τα ονόματα των κύριων εκφραστών αυτής της τάσης αρχίζουν από λ, όπως λέανδρος, λυγκέας, λαοκόων, λιράνα, λούνα κλπ, πάντα με λ μικρό, χαρακτηριστικό που μπορεί να εκλειφθεί σαν μια πρώτη αλληγορία ότι όλα έχουν ειπωθεί και διατυπωθεί από τον τυφλό Όμηρο. Ό,τι αλλάζει και το εκλαμβάνουμε σαν νεοτερικότητα, είναι μια παραλλαγή, μια εκσυγχρονισμένη προσαρμογή της τάσης της ανθρώπινης μοίρας. Κι αυτό γιατί και το όνομα του τοποτηρητή στα Βαλκάνια της Παγκόσμιας Τράπεζας Ανάπτυξης, φέρει το όνομα του αρχηγού των Τρώων, του Έκτορα, ο θάνατος του οποίου θα διευκολύνει τη νίκη των Δαναών στον Τρωικό πόλεμο, όπως κι ο θάνατος του Έκτορα Μόζερ, αφήνει να εννοηθεί η αφήγηση, ότι θα αλλάξει τη μοίρα της περιοχής από την αυταρχική του διοίκηση. Συνεπώς, γνωρίζοντας την παράδοση και παραμένοντας πιστοί σ’ αυτήν, μπορούμε καλύτερα να πορευτούμε στην αντιμετώπιση οποιασδήποτε απειλής, ακόμη και φανταστικής, όπως αυτή του δράκου της Πρέσπας.

Στη πρώτη φάση της διήγησης, έχουμε μια περιγραφή, αρκετά σκοτεινή και περίεργη αυτής της θλιμμένης περιοχής, της κατοικημένης από περίεργους επιστήμονες με παρελθόν  κάθε άλλο παρά λαμπρό, καιροσκοπικό και ύποπτο, που ζουν σε μια περιοχή όπου η λάσπη κι ο βούρκος, λόγω της ασταμάτητης βροχής, συνεχώς αυξάνει και καθιστά προβληματική την διαβίωσή τους, όπως σήμερα η διαφθορά και η κακή οικονομική διαχείριση της χώρας, έχει μετατρέψει το τόπο μας σε χώρο «αφιλόξενο» όπου η επιβίωση είναι δύσκολη και η μόνη ελπίδα που απομένει στους νέους είναι πλέον η φυγή σε άλλες χώρες.

Στη δεύτερη φάση, έχουμε την ιστορία ενός νέου αστυνομικού που αγαπά χωρίς να το ομολογεί, μια περιθωριακή ζωγράφο, τη Φιλουμένη Πετροπούλου, που έχει απεικονίσει το δράκο κι έχει σχεδιάσει τις αλλεπάλληλες αλλαγές της περιοχής της ελληνικής πλευράς της Πρέσπας, εξαιτίας της λάσπης. Ο αστυνόμος Παράσχος Καλογραίας, βρίσκει τα διαμελισμένα κορμιά της οικογένειας του τοκογλύφου Αδριανού, προειδοποιεί τη ζωγράφο να εγκαταλείψει το χώρο της πριν τον βιασμό και την δολοφονία της τελικά, από μία συμμορία ψευτο-επιστημόνων –στην ουσία πρόκειται για ανθρώπους του περιβόητου Μόζερ-  περιστατικό που αποδίδεται στη μανία του δράκου, ενώ στο τέλος της μυθιστορηματικής αφήγησης ο ίδιος αστυνομικός θα εντοπίσει και το πτώμα του Μόζερ, στη γύρω περιοχή της Πρέσπας.

Ταυτόχρονα, ως τρίτη φάση, έχουμε και την προσπάθεια μιας απογόνου των περιπλανόμενων κατοίκων της Πρέσπας, της νεαρής ηθοποιού Σαββίνας Καλλέργη, που θέλοντας να ανεβάσει ένα θεατρικό έργο στο Ρέθυμνο, με τίτλο ο Δράκος της Πρέσπας, έργο που αναφέρεται στον παππού της, το γερό-Σεβαστιανό Δράκο (που είναι ο φύλακας της παροικίας των δρακολόγων, ο οποίος ειδοποιεί κάθε φορά, κρούοντας την καμπάνα, από το μισοβυθισμένο στη λάσπη καμπαναριό ενός χωριού, την έλευση κάθε ξένου στην περιοχή), βρίσκεται λοιπόν η Σαββίνα Καλλέργη, αντιμέτωπη με τη γραφειοκρατία, γιατί ό,τι αφορά τον δράκο και τη «δρακολογία», λόγο έχει μόνο η Διεθνής Τράπεζα Ανάπτυξης· στην προσπάθειά της, να βρει μια λύση, γνωρίζει τυχαία την υπεύθυνη της Τράπεζας της περιοχής, την Εργίνα Κορωναίου, που ανήκει στην επιστημονική κοινότητα των «πεζογράμματων» δρακολόγων, και την ημέρα της ενηλικίωσης του Εμμανουήλ, του γιου της βιασμένης και δολοφονημένης ζωγράφου, Φιλουμένης Πετροπούλου, σκοτώνει τον Μόζερ, φόνο που τυχαία αντιλήφθηκε ο νεαρός Εμμανουήλ, όταν αποφάσισε να δραπετεύσει από την ανιαρή ζωή των δρακολόγων και τον λασπώδη βάλτο της Πρέσπας, για να γνωρίσει επιτέλους, από κοντά, έναν καθαρό κόσμο, απαλλαγμένο από τον βούρκο της λάσπης, κι όχι να φαντάζεται μόνον από αναγνώσεις και αφηγήσεις.

Οι τρεις αυτές φάσεις ή παράλληλες ιστορίες δε συνιστούν ξεχωριστές ενότητες, αλλά αναπτύσσονται συγχρόνως, η διήγηση δηλαδή της κάθε ενότητας είναι διακοπτόμενη, κι ο αναγνώστης, ανάλογα με τα περιστατικά που παρουσιάζει ο αφηγητής, τα συνδέει κι ανακαλύπτει τα γενικά κοινωνικά συμφραζόμενα της εποχής του και ταυτόχρονα προβαίνει σε μια εκτίμηση της πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας στο λογοτεχνικό έργο. Στην ουσία, ο αναγνώστης διαπιστώνει την αποδόμηση του μύθου του δράκου ενώ ταυτόχρονα παρακολουθεί την εξέλιξη και την κατάληξή του με τις πολλαπλές μεταμορφώσεις. Παράλληλα με τη στάση της αφηγήτριας-συγγραφέως να προτιμά την λογοτεχνική εξιστόρηση από την ακαδημαϊκή ιστορική προσέγγιση της εποχής της, ο αναγνώστης διαισθάνεται μια προσωπική αφύπνιση και ανακούφιση, εξαιτίας της απομυθοποίησης των ιδεολογημάτων που ζει καθημερινά. Μ’ αυτόν τον ευφυή τρόπο, το μυθιστόρημα φωτίζει και ξεκαθαρίζει έννοιες, συμβάντα, αισθήματα και πράξεις, ανακαλύπτει προβλήματα και δίνει βαρύτητα στις ιδέες και στις συνέπειες που καθορίζουν τη σημερινή κατάσταση έτσι όπως βιώνεται απ’ αυτόν που το διαβάζει.

Και σ’ αυτό το σημείο αναδεικνύεται η ικανότητα της μυθοπλασίας της Μπουραζοπούλου, γιατί κατορθώνει να μεταπλάθει τον φανταστικό κόσμο σε σημερινό κι αντίστροφα, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη σύγχρονη ιστορία και πολιτική κατάσταση να ταυτιστούν με το μύθο, να γίνουν δηλαδή κοινωνιολογικό εργαλείο της λογοτεχνικής αφήγησης. Μιλά για έναν τόπο και για μια κατάσταση, με τόση δύναμη και σιγουριά, που καθηλώνει ακόμα και τον αναγνώστη που δεν προέρχεται από το οικείο περιβάλλον ή είναι ξένος προς όσα συμβαίνουν στις μέρες μας. Αυτή η νέα οπτική προσέγγιση και προοπτική του κόσμου, συμβάλλουν ώστε το έργο να έχει απήχηση πέρα από τα στενά όρια του τόπου μας αλλά και τα χρονικά πλαίσια της εποχής μας, γιατί εκφράζει βασικά πολιτισμικά στοιχεία πνεύματος και πολιτισμού. Η συγγραφέας επικεντρώνεται δηλαδή στο αιώνιο, στο βαθύ και θετικό τους «μυστήριο», συντελώντας σε μια απλή αποτίμηση και διάρθρωσή τους με αγνές προθέσεις για το μέλλον, αφού σκιαγράφησε προηγουμένως δυναμικά το παρόν με την περιγραφική της αφήγηση.

Φυσικά Η Κοιλάδα της λάσπης, όπου ο αναγνώστης έχει από τη μια, να ασχοληθεί με τον μυστηριώδη δράκο, μύθο κι έναυσμα της αφήγησης, κι από την  άλλη, να διαπιστώσει τη σημερινή πολιτική παθογένεια και την έμμεση κριτική της, κατανοεί και όλη την αλληγορία που υπάρχει, πίσω από τον φανταστικό κόσμο της δρακολογίας. Προβάλλει δηλαδή ξεκάθαρα η σημερινή φαυλότητα κι ο φόβος για το μέλλον (φόβος μεταφυσικός και πραγματικός) που εκπροσωπεί η λάσπη, συναίσθημα που  πλανάται σε μια κοινωνία κατακερματισμένη με θεωρητικούς που θυμίζουν κόμματα ή διάφορες έγκυρες ή μη απόψεις ή ακόμη και διαφοροποιημένες συνδικαλιστικές, προσεγγίσεις, που κατά καιρούς επηρεάζουν την κοινωνία μας και που τις ελέγχει και τις καθοδηγεί η περιβόητη πλέον Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης ή το ΔΝΤ, με τον Έκτορα Μόζερ, που ακούει πολύ καλά (εννοείται για το συμφέρον του) αλλά είναι τυφλός και δεν βλέπει (τις συνέπειες της δράσης του).

Πίσω από όλη αυτήν τη δομή, με την παρουσία της λάσπης που παραπέμπει σαφώς στα τετελεσμένα γεγονότα της κρίσης-ύφεσης που βιώνει η ελληνική κοινωνία, κι έναν καιρό σκυθρωπό, που συμβολίζει το όλο απαισιόδοξο κλίμα των τελευταίων ετών, η Μπουραζοπούλου κινεί επιδέξια τα νήματα των διαφόρων επιστημονικών ομάδων, που υποτίθεται ότι εργάζονται για να απαλλάξουν τη μικρή κοινωνία των Πρεσπών, τουλάχιστον στο νότιο μέρος της, από τον εφιάλτη του δράκου. Έναν εφιάλτη που σκόπιμα δημιουργήθηκε και που συντηρείται για λόγους καθαρά οικονομικούς. Με αμεσότητα, χωρίς την παραμικρή ένδειξη καταγγελίας, η συγγραφέας εκθέτει τους μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτή επιβάλλει την ηγεμονία και τη διατήρηση της. Η Μπουραζοπούλου διεισδύει με τη φαντασία στη διαμόρφωση του μύθου του δράκου, άλλοθι του φόβου, και συνενώνει με επιτυχία τα ετερόκλητα φανταστικά στοιχεία της αφήγησης που αποβλέπουν στη διαμόρφωση της σκιαγράφησης της εξουσίας η οποία με τρόπο αυταρχικό, απογυμνώνει έναν λαό και μια κοινωνία από την παράδοση και τις αρχές του.

Πρόκειται για ένα έργο δυνατό, καλοδουλεμένο, συγκροτημένο, όπου το πέρασμα από το ένα κεφάλαιο στο άλλο γίνεται με τρόπο πολύ εμφανή, αφού η τελευταία φράση ενός κεφαλαίου αποτελεί και την αρχή του επόμενου. Με γλώσσα ιδιαίτερα προσεγμένη, με πολύ μεράκι για «παραμύθι», δηλαδή για αναφορές στη μίμηση της πραγματικότητας, αποδομείται η δύσκολη ενηλικίωση της χώρας μας, αποφεύγοντας να αναφερθεί στο «τις πταίει». Αποφεύγεται επιμελώς κάθε προσπάθεια απόδοσης συναισθημάτων της δημιουργού, καθώς απουσιάζει εντελώς ο αυθορμητισμός ή η προτίμηση της δημιουργού για τον ένα ή τον άλλον ήρωα. Η αφήγηση περιορίζεται στο να συνδέσει το φανταστικό με την πραγματικότητα, ενσωματώνοντας ένα νόημα, γιατί δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ερμηνεία, χωρίς στοχασμό. Και το θέμα του νοήματος, για την Μπουραζοπούλου, δεν περιορίζεται στο να ερμηνεύσει το τι επιθυμεί, αλλά στο να αποδώσει μια λογική εξήγηση που απορρέει από τον οικουμενικό πολιτισμό. Γιατί, ας μη λησμονούμε ότι σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «σκοπός της τέχνης δεν είναι να αναπαραστήσει την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων, αλλά την εσωτερική τους σημασία».

Το γεγονός ότι στο τέλος του έργου, υπάρχει ένα ευρετήριο που επεξηγεί τη θεωρία των διαφόρων επιστημονικών ομάδων, που μπορούν να εκληφθούν από τον αναγνώστη –δεν βλέπω άλλη ερμηνεία- ως το ιδεολογικό πιστεύω πολιτικών κομμάτων ή κοινωνικών ομάδων, είναι επίσης ένα άλλο εξαιρετικό εύρημα. Μ’ αυτό το τέχνασμα προσδίδεται μια αληθοφάνεια στην όλη αφήγηση περί δρακολογίας, μετατρέποντας τη φανταστική κατάσταση της κοιλάδας της λάσπης σε επικαιρότητα που προβληματίζει, μέσα από το πρίσμα των σύγχρονων πολιτικών συμμαχιών, συμφερόντων, γεωπολιτικών θέσεων. Με τρόπο σφαιρικό και διαχρονικό, η συγγραφέας προσπαθεί να εμφανίσει τη μυθοπλασία της, αποσυνδεδεμένη από τον εντοπισμό και την επιβράβευση της οποιασδήποτε ιστορικής αλήθειας, με στόχο, το διακειμενικό και το σημασιολογικό-ερμηνευτικό φανταστικό της παιχνίδι να ξυπνήσει το ερμητικό καβούκι του σύγχρονου ανθρώπου, ώστε να του προσφέρει μια ανακούφιση στη στωική υπομονή του όποιου πόνου του.

Τελικά, το μυθιστόρημα ανοίγει και κλείνει μ’ ένα σύντομο διάλογο, μεταξύ ενός Αλχημιστή κι ενός μαθητή του, που μπορεί να προσληφθεί και σαν ένα σύντομο θεατρικό δρώμενο ή σαν πρόλογος κι επίλογος των όσων θα ακολουθήσουν και των όσων διαδραματίστηκαν στη μυθιστορηματική αφήγηση. Μέσω αυτών των δύο σύντομων διαλόγων προκύπτει ότι η πραγματικότητα, παρά τις όποιες αλχημείες, παραμένει το αναγκαίο στέρεο υπόβαθρο πάνω στο οποίο στήνεται και στήθηκε, με προσοχή, θα πρέπει να ομολογήσω, το όλο σκηνικό της φανταστικής δράσης. Κι αυτό που εισπράττει τελικά ο αναγνώστης είναι πως ο φανταστικός κόσμος είναι ταυτόσημος με τον πραγματικό, παρά την πληθώρα των αντιφατικών ή μη ερμηνειών του.

Γιώργος Φρέρης

εκδ. Καστανιώτης,
Αθήνα 2014, σελ. 592,
ISBN: 978-960-03-5820-9

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία