Εικόνες | το μαγκούφι

In Λογοτεχνία, Πεζογραφία, Χρονογράφημαby mandragoras


ανθρώπων


25/7/18

 

Πέρασα από το σπίτι τους ένα απόγευμα και τους άκουσα να ψέλνουν. Οι φωνές τους μελωδικές. Στάθηκα έξω από την κλειστή πόρτα ξαφνιασμένη. Δεν ήταν εκκλησία ούτε μοναστήρι. Δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ένα ζευγάρι που φρόντιζε ο ένας τον άλλον.

Εκείνος τυφλός κι εκείνη κοκέτα, νοικοκυρά, καθαρή, ταχτική και καλλίφωνη. Ναι, Παναγιώτη μου. Έτσι, Μαρία. Τα ονόματά τους εκδήλωση και αυτά αρμονίας. Την ίδια μέρα γιορτάζαν.

Παιδιά δεν είχαν κάνει γιατί εκείνος ήτανε στείρος. Είχε αρρωστήσει μεγάλος από παραμαγούλα. Το ήξερε η Μαρία; Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω.

Τώρα, ύστερα από αυτό που είδα, σκέφτομαι ότι μπορεί και να της το είχανε προφτάσει το κουσούρι, αλλά να μην υπήρχε άλλος υποψήφιος σύζυγος ή μπορεί και να τον είχε ερωτευτεί. Δεν είχα ασχοληθεί με αυτή την παράμετρο. Δεν είχα ρωτήσει, όσο υπήρχε ο καιρός, να ακούσω την ιστορία, να μου πουν πώς ήταν ο τρόπος της γνωριμίας τους, να μάθω,. Μου φαινόντουσαν πολύ μεγάλοι για έρωτες και αγάπες ηδονικές. Ο έρωτας συνδυασμένος στο μυαλό μου με τα νιάτα, τη φρεσκάδα, το τσίτα μάγουλο, το όρθιο στήθος.

Εκείνες οι φωνές τους όμως πρώτα με βάλανε σε σκέψεις. Τόσο αρμονικές, τόσο συνδυασμένες με το χαμηλό δωμάτιο, το κλειδωμένο από νωρίς, όταν ο ήλιος χαμήλωνε και οι πιστοί ψέλνανε τον Εσπερινό στο Θεό τους.

Αργότερα τους είδα και να φιλιούνται. Ξένο και παράξενο θέαμα για όλη την κλινική. Είχα γυρίσει να βγω απ’ την πόρτα, στα χέρια μου σακούλες με άπλυτα, με φαγητά, με συμπράγκαλα, όταν άκουσα τον χαμό. Λες και γινόταν διαδήλωση.

Γύρισα πίσω, στα χέρια μου οι σακούλες – καμία δεν άφησα – μου γλιστρήσανε μοναχές τους. Νοσοκόμες, γιατροί, επισκέπτες, ασθενείς, όλοι φωνάζανε και χειροκροτούσαν.

Ήταν ανεβασμένη στα πόδια του, εκείνος καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι τυφλός με τα χέρια του να τη σφίγγουνε στη μέση. Τα στόματά τους κολλημένα. Ρουφηγμένα τα μάγουλα, όλο της το πρόσωπο πάνω στο δικό του.

Έφυγαν, τον ίδιο χρόνο. Πρώτα εκείνος και σε δέκα μήνες τον ακολούθησε. Δεν  ξέρω πόσο κατάλαβε την απουσία του, αλλά τον περίμενε κάθε μέρα μέσα στο ταραγμένο μυαλό της.

Οι συγγενείς μαζευτήκαμε στις σαράντα της να μνημονεύσουμε και τους δυο. Είπαμε ιστορίες και γελάσαμε. Ακόμη μια καινούρια λέξη για το αιδοίο. Μαγκούφι. Ερεθισμένο από φαγούρα, ενεργό και παρόν ως το θάνατο.

 

Ελένη Γ.

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία