Για τον «αλητόσκυλο*» Μια συγκριτική μελέτη των δύο ποιητικών συλλόγων του Παναγιώτη Μηλιώτη, Μια Ανάσα Δρόμο & Το σκίτσο στη ντουλάπα

In Κριτικές, Λογοτεχνίαby mandragoras


Κριτική

Ήταν θυμάμαι νύχτα όταν ο Παναγιώτης βραβευόταν για το «Μια Ανάσα Δρόμο», πριν από πέντε χρόνια με το βραβείο του Γιάννη Βαρβέρη  ως πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής. Εκείνη η νύχτα ήρθε να διαδεχθεί όλες τις προηγούμενες «Νύχτες» που αποτυπώνονται στην πρώτη του συλλογή είτε στους τίτλους είτε εμβόλιμα, σε στίχους. «Νύχτες», που η ερεβώδης ατμόσφαιρά τους μας παραπέμπει σε ένα ποιητικό ύφος σκοτεινό και καθόλα υπαινικτικό.

Η «Νύχτα» με κεφαλαίο «Ν», για τον ποιητή αποκτά ένα χωρικό και χρονικό πεδίο διερεύνησης, ήδη από την αρχή της συλλογής.  Συγκεκριμένα, «Μέσα εκεί/ στην πιο βαθιά ώρα της Νύχτας/ στους ίδιους/ μα πάντα άγνωστους δρόμους/ σηκώθηκε το πεπρωμένο σου, ίσκιος βαρύς» διαβάζουμε στη σελίδα 7, στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Μια Ανάσα Δρόμο». Στο αμέσως επόμενο ποίημα, «Μας τα παίρνει όλα η Νύχτα», διαπιστώνουμε πως «όλα μακραίνουν μες στη Νύχτα/ συμπαγή και σιωπηλά». Στο ποίημα «Μήπως και προλάβεις την καταστροφή» σελ. 9 «έρχεται σαν όγκος μες στη Νύχτα» κάτι το ακαθόριστο και αποπνικτικό για τον ποιητή , «δε μ’ έσβηνε με τίποτε η Νύχτα» στο ποίημα «Σε μια ταράτσα» σελ. 12. Ακολούθως, στη σελίδα 16, διαβάζουμε «Στο δρόμο είχε στηθεί Νύχτα και μου μίλαγε» ενώ στο ποίημα σελ. 18 με τίτλο  «Γραμμές μνήμης» η «νύχτα» απλώς υπάρχει ως χρονικό όριο «…την κάθε νύχτα τραβώ και μια…». Στη συνέχεια, στη σελίδα 19 «Φτάσαμε νύχτα, παρά λίγο να χαθούμε νύχτα,» ο Παναγιώτης δίνει στη «Νύχτα» και ένα ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο αφού «μεγάφωνα ανοιχτά, απλωμένα στην πλατεία/ οι μελωδίες, η φωνή» μας παραπέμπουν σε κάποια κινητοποίηση- συνάθροιση. Τέλος, στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής «Μια Ανάσα Δρόμο», διαβάζουμε πως «απόψε η νύχτα ξεδίπλωσε γαλήνη» και μας δίνεται η εντύπωση πως η «Νύχτα» και ο ποιητής επιτέλους συναινούν κάπως σε μια δημιουργική συμπόρευση.

Στα ποιήματα του Μηλιώτη βρίσκουμε ακόμα διάσπαρτα «υλικά» που με τον μανδύα των λέξεων «χτίζουν» από μέσα τα ποιήματα. Στη σελ. 18 «πέτρες, σίδερα και βέργες»,  στη σελ. 17 «το χαλίκι», σελ. 21 «τα ξεσκλίδια», «σωροί σανίδια για σκουπίδια», ο τίτλος στο ποίημα «Συντρίμμι» σελ. 27,  αισθητοποιούν τα αστικά «ερείπια», περιγράφουν μια πόλη μονίμως  αποδομημένη στα δομικά της στοιχεία.

Βεβαίως η αντίστιξη της φύσης με την παρουσία του αστικού σκηνικού στα ποιήματα είναι παρούσα και εντείνει το στοιχείο του ρομαντισμού όπως για παράδειγμα στη σελ. 8  ο στίχος «Φλούδες, σπασμένοι κλώνοι και φτερά», «ο βράχος» σελ. 12, «τα βότσαλα» σελ. 13, «στριμμένες μέσα ρίζες» σελ. 15,  «κάψανε τόσα πεύκα οι πυρκαγιές» σελ. 16,  «ξερή πρασιά, ξερολιθιά» σελ. 17, «στο κάθε λαγούμι μια αγέλη σκούζει» σελ. 18, «και βλέπω δέντρο να στέκεται γυμνό/ χωμένο στη σκόνη και στην άπνοια» σελ. 22,  «και λιάνισαν στα χέρια/ ό, τι βλάστησε» σελ. 23, ο τίτλος του ποιήματος στη σελίδα 28 «Ένας μίσχος». Η προσωπική εμπειρία της φύσης για τον ποιητή αποτελεί μέρος της έκφρασης των προσωπικών του βιωμάτων, ιδωμένα πάντα μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον «…Μαρμάρωσε ο καύσωνας την πόλη,/ τόσες λάμψεις μας κοιτούν σαρκαστικά./ Θέλω να δώσω σπόρο/ στο πιο μικρό κομμάτι χώρου.» σελ. 25.

Η θεματική πολλών ποιημάτων της συλλογής «Μια Ανάσα Δρόμο» προκρίνει το καλλιτεχνικό κίνημα του ρομαντισμού όπως στο ποίημα «Βουβά και χωρίς Θεό/ (Συνομιλία με Αλέξανδρο Κορδά)»  όπου έχουμε έντονη τη θρησκευτικότητα, ή καλύτερα τη μη- θρησκευτικότητα. Επιπρόσθετα, οι δυνατές εικόνες ως εκφραστικό μέσο που διατρέχουν τη συλλογή απ’ άκρη σ’ άκρη αποτελούν τυπικό ρομαντικό χαρακτηριστικό, για παράδειγμα στο ποίημα «Κασσάνδρας», «Χάθηκα και πάλι στα στενά/ δεν ξέρω γιατί χάνομαι ούτε γιατί δεν μπορώ/ να καθίσω για πολύ στον καναπέ» σελ. 15, η εικόνα στη σελίδα 17 «Τα όνειρα ξεσκαλίζονται/ σηκώνονται βλαστοί στον τοίχο», «ο καθένας μόνος ανοίγει τρύπα να χωθεί» σελ. 19, «Παράξενο/ βλέπω δέντρο να σηκώνει χέρι/ να χτυπά σαν άνθρωπος το τζάμι» σελ. 22. Επιπλέον, στη σελίδα 21, στο ποίημα με τίτλο «Ένα έπιπλο», «Δεν έχουμε τίποτα πραγματικό να πούμε./ Μιλάμε λες κι ανοίγουμε ντουλάπια» ο ποιητής στοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη αποξένωση και περισσότερο μας αφήνει να συναισθανθούμε μαζί του την απόκοσμη αυτή αίσθηση. Ακολούθως, στο ποίημα «Χέρια», στους καταληκτικούς στίχους «Χρόνια που πέρασαν…/ σύσσωμο το παρελθόν λύνεται/ και γράφεται στο δρόμο» έχουμε ακόμα ένα ρομαντικό στοιχείο, αυτό του βιωμένου παρελθόντος από τον ποιητή. Άλλωστε, στο ποίημα «Γραμμές μνήμης» γίνεται μια ξεκάθαρη αναφορά στο κίνημα του ρομαντισμού «για να τραφώ μ’ έμπνευση και ρομαντισμό» σελ. 18.

Η μετρική και οι ομοιοκαταληξίες στα ποιήματα της πρώτης συλλογής μας ταξιδεύουν σε μια μουσικότητα με έντονο ρυθμό και λελογισμένη στιχουργική.  Βέβαια, ο ποιητής με μια ακριβολογική προτεραιοποίηση ομοιοκαταληκτεί  εκεί που ο ίδιος το θέλει «σελ. 16», «…σφίξαν τα χέρια στις λαβές/… κάψανε τόσα πεύκα οι πυρκαγιές», στη σελίδα 19, στο ποίημα «Ξεκάρφωνε ο αέρας τα αισθήματα», ο στίχος «ο καθένας μόνος ανοίγει τρύπα να χωθεί» ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο πιο κάτω στίχο «το τελευταίο ίσως που’ χει σωθεί.». Στο ποίημα «Φθινόπωρο», οι δυο επάλληλοι στίχοι «το χυμό που κυκλοφορεί στον κορμό», «τα φύλλα που θα δένανε καρπό.» ομοιοκαταληκτούν εξίσου. Αντίστοιχα, στη σελίδα 25, διαβάζουμε «Λιγόστεψαν οι εικόνες μ’ αυξανόμενη φειδώ./ Ακούγεται σα βήχας πιο πέρα το μπουμπουνητό.». Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής, «Απόψε βλέπω κοφτές γραμμές,/ όγκους με σχισμές πιο βαθιές» κ.ο.κ.

 

Η ποιητική συλλογή «Το σκίτσο στην ντουλάπα» η δεύτερη κατά σειρά, κυκλοφόρησε μόλις πέρυσι από τις εκδόσεις «Θράκα» με τυπογραφική επιμέλεια και σχεδιασμό από τον Στάθη Ιντσέ. Ο Παναγιώτης ως γνήσιος συνεχιστής μιας ρομαντικής αισθητικής, συνεχίζει να μας μεταφέρει προσωπικές του εμπειρίες και οράματα. Εδώ βέβαια, παρατηρούμε μια ωρίμανση στην ποιητική του φωνή, καθώς η θεματική του διευρύνεται και πολιτικοποιείται κατάφορα. Στοιχεία συμβολισμού διατρέχουν επίσης τη συλλογή καθώς ο «Άγγελος» του πρώτου ποιήματος με τίτλο «Κι άντε μάθε το σώμα σου ξανά να κουμαντάρεις» αποπνέει μυστικισμό με συμβολικές αναγνώσεις.

Ο «δρόμος» και στη δεύτερη ποιητική συλλογή είναι παρών, στο τελευταίο ποίημα «Το σκίτσο στην ντουλάπα», ομώνυμο της συλλογής, εμπεριέχεται ο στίχος «Κάποια σκίτσα πριν τα καταπιεί ο δρόμος», ένας δρόμος που μας «δρομολογεί» σε έναν δημιουργικό διάλογο με τον «Δρόμο» της πρώτης συλλογής. Εδώ όμως, τα πράγματα είναι πιο συμβολικά, απελευθερώνουν ένα ποιητικό πολυσχιδές «δρομολόγιο» του ποιητή, καθώς περιδιαβαίνει την Αθήνα, και στέκεται διαλεκτικά σε κάθε γωνιά της, σελ. 18 «…πεθαμένο/ πρώτη φορά στην Αθήνα συναντώ/ και μάλιστα στη γειτονιά του.», σελ. 24 «Όσο περπατούσαμε στην Καλλιθέα…», σελ. 28 «… που ανοίγουν και κλείνουν καθώς ανεβαίνω την Ηπείρου.»

Τα αστικά «ερείπια» ως εκφραστικοί οδηγοί δεν λείπουν και από «Το σκίτσο» του ποιητή. Επανεμφανίζονται εκεί που η  θεματική συναντά το αίσθημα της συντριβής, της απερήμωσης, της καταστροφής, σελ. 7 «ένα σωρό σκουπίδια», «…τ’ ανθρώπινα ερείπια», σελ. 9 «χίλια σκόρπια υλικά τα όνειρα καλά συμπιεσμένα», σελ. 12 «τούβλα, πλακάκια, κεραμίδια», σελ. 17 «σπασμένα ξύλα», σελ 23 «στάχτη κι ερείπια να φράζουν τον ορίζοντα». Επίσης το στιχουργικό γνώρισμα της ομοιοκαταληξίας, κι εδώ επιλεκτικής κάνει την εμφάνισή του στη συλλογή, σελ. 10 «Κι εγώ απάνω στον σταυρό/ με τη χολή μου γράφω ποίημα χωλό/ λίγη απ’ τη δόξα του κυρ Σταύρου αποζητώ», σελ. 16 «Ως το ανέβασμα ήμασταν μια αγκαλιά/ μου φύτευες, σου φύτευα φιλιά», σελ. 20 «να μιλήσουμε να μοιράσουμε χαρτιά/ –μίσος συθέμελο/ τους εργάτες αφορά-», σελ. 21 «η αγορά περιστροφή, θα’ ρθει το μέλλον με κλειδί/ μπροστά μας χρωματίζεται η αρχή,/ Σα να εκτίουμε ποινή κατοικούμε σε κελί.»

Στη συνέχεια, ο Παναγιώτης δεν παραλείπει στη δεύτερη ποιητική του συλλογή –για πρώτη φορά- να τοποθετήσει προμετωπίδες με στίχους- αναφορές και κάποιες φορές να αφιερώσει κάποια ποιήματα σε ιστορικές φυσιογνωμίες που διακρίθηκαν για την αυτοθυσία τους και τον κοινωνικό τους αγώνα.  Στη σελ. 18, το ποίημα «Για του δρόσου την κουβέντα» είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Ηλέκτρας Αποστόλου, στη σελ.  22 ένα ποίημα τιτλοφορείται ως «Νίκος Πλουμπίδης», στη σελ. 23 το ποίημα «Η ανταπόκριση» είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Νίκου Βαβούδη. Ο Σεφέρης, Ο Τσελάν και ο Αρχίλοχος, συντροφεύουν με δικούς τους στίχους ποιήματα στις σελ. 23, σελ. 28 και σελ. 20 αντίστοιχα.

Ρεαλιστή νέο- ρομαντικό, πολιτικό νέο-συμβολιστή, όπως κι αν χαρακτηρίσουμε τον Παναγιώτη, σίγουρα δεν θα εξαντλήσουμε την ποιητική του δυναμική. Η πορεία της ποίησής του μας έχει αποδείξει ότι η επισταμένη μελέτη της σύγχρονης και παλαιότερης ποίησης, ελληνικής και ξένης, μπορούν να μεταμορφώσουν και να εξελίξουν την έκφραση με τρόπο δημιουργικό. Πριν απ’ όλα, η ποιητική φωνή του Μηλιώτη στέκει καθαρή και μετρημένη, πιο ατμοσφαιρική στο «Μια Ανάσα Δρόμο», πιο στοχαστική στο «Το σκίτσο στην ντουλάπα». Η στιχουργική δομή αποτελεί ένα πεδίο συνεχούς συντακτικής και γραμματικής διερεύνησης, καθιστώντας την γλώσσα των ποιημάτων του μια νέα ποιητική πρωτόγλωσσα, εκπεφρασμένη με ακρίβεια και συνοχή.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε μια εποχή ψευτο- ακαδημαϊσμού και ψευτο- κουλτούρας, ψευτο –αντεργκράουντ και καριέρας των «Εξαρχείων» στους κόλπους της σύγχρονης ελληνικής ποίησης που «νυχτώνουν» παρά λαμπρύνουν με τη δράση τους τα γράμματα, η ποίηση του Μηλιώτη στέκει ξεκάθαρα επαναστατική (τόσο στη φόρμα όσο και στη θεματική), επίκαιρη και πρωτίστως αναγκαία: «… για να γλιτώνουν απ’ τα ναυάγια οι λέξεις» (σελ. 17, από το «Σκίτσο»).

 

Πηνελόπη Ζαρδούκα

 

*αναφορά σε πρώιμη ποιητική σύνθεση του ποιητή

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία