Βασίλης Λαδάς: «Στην ηλικία του Αβραάμ», εκδόσεις Anima Libri, 2017

In Κριτικές, Λογοτεχνίαby mandragoras


Κριτική



Kάθε βιβλίο (ποίηση ή πεζό) του δαιμόνιου Βασίλη Λαδά αποτελεί μια έκπληξη. Γιατί διαθέτει την ξεχωριστή ικανότητα και εξυπνάδα να νιώθει με πάθος και να κρίνει με τόλμη.

Το βιβλίο του «Στην ηλικία του Αβραάμ», χαρακτηρίζεται στο οπισθόφυλλό του «μικρό δοκίμιο για την απήχηση του κινηματογράφου μέσω ενός χρονικού της Κινηματογραφικής Λέσχης Πατρών και της γλυκόπικρης τομής στο σώμα μιας πόλης, από το 1978 ως και το 2017».

Ο συγγραφέας, σε συνέντευξή του στην Κρίστυ Κουνινιώτη στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» (Πάτρα, 28.1.2018), το χαρακτηρίζει μεικτό αφήγημα, δηλαδή χρονικό με στοιχεία μύθου, ή, όπως αλλιώς ο ίδιος λέει, φόρμα τεκμηριωμένης λογοτεχνίας. Και επεξηγεί: «Επιθυμούσα να είναι θελκτικό το αφήγημά μου στον αναγνώστη. Αποφάσισα, λοιπόν, να δέσω σε πλεξίδα τα τρία συνθετικά του ονόματος της Λέσχης: Κινηματογράφος, μέλη, πόλις των Πατρών. Τρεις ήρωες σε νοερό διάλογο. Τα πολλά ιστοριοδιφικά και αυτοαναφορικά στοιχεία της Λέσχης θα ήσαν ανιαρά και ανούσια. Επέλεξα σημεία της ζωής της, όπου το γεγονός θα μπορούσε να αποκτήσει στοιχεία μύθου».

Ο Λαδάς, ωστόσο, καταγράφει τη ζωή της Λέσχης με προβολή εικόνων τόπων και προσώπων αλλά και προβλημάτων της Πάτρας, που αφήνουν να φανεί η γλυκόπικρη όψη της «μικρομέγαλης πόλης». Μάλιστα, θα έλεγα ότι το βιβλίο του είναι μια συλλογή με μονοπλάνα, δηλαδή με λήψεις μεγάλης χρονικής διάρκειας.

Με την ανάλογη τεχνική φωτίζει την ιστορία της Κινηματογραφικής Λέσχης από το 1978 μέχρι και το 2017. Περιγράφει λεπτομερώς πώς ξεκίνησε από την παρέα είκοσι σινεφίλ, που υπέγραψαν το καταστατικό ίδρυσής της στο καφέ – ζαχαροπλαστείο «ΟΛΥΜΠΙΑ», ανάμεσα στα σινεμά ΡΕΞ, ΠΑΝΘΕΟΝ και ΑΤΤΙΚΟΝ στην οδό Γούναρη και αναδείχθηκε σε έναν καθοριστικό παράγοντα στην πολιτιστική εξέλιξη και ανάπτυξη της πόλης, παράλληλα με το Διεθνές Φεστιβάλ, κυρίως στην πρώτη δεκαετία του από το 1986. Οι προβολές των ταινιών πραγματοποιούνται σε διάφορες κινηματογραφικές αίθουσες, από την ΟΜΟΝΟΙΑ, στην ομώνυμη πλατεία, ως το συγκρότημα VESO MARE σήμερα. Βέβαια, στο βιβλίο περιγράφονται γλαφυρά και αναλυτικά όλες οι διαδοχικές αλλαγές στη στέγαση των γραφείων και στις αίθουσες προβολής ταινιών.

Η Λέσχη συμπληρώνει σαράντα χρόνια συνεχούς δράσης έχοντας υπερβεί τον μέσο βιολογικό χρόνο των ιδιωτικών κινηματογραφικών λεσχών, τα δέκα ως δεκαπέντε δηλαδή έτη. Η μακροζωία της, που ενέπνευσε στον Λαδά, τον τίτλο «Στην ηλικία του Αβραάμ», οφείλεται στους σταθερούς στόχους της κρατώντας απόσταση ασφαλείας από κομματικές παρεμβάσεις, η Λέσχη – τονίζεται από τον Λαδά – διατήρησε την ανεξαρτησία της και προσηλώθηκε στην ιδεολογία της να επιλέγει ταινίες με κριτήριο την αισθητική αξία τους. Κράτησε το μέτρο στις συνεργασίες και εκδηλώσεις της (συναυλίες, ομιλίες, εκθέσεις, παρουσιάσεις ποιητών) και απέδειξε ότι στη μικρομέγαλη πόλη μπορεί, έστω κι από λίγους, να υπάρξει ουσιαστική πολιτιστική δημιουργία, που δεν έχει να κάνει με το μέγεθος και τις δημόσιες σχέσεις, αλλά με το βάθος και το πάθος. Και δικαιώνει, μέχρι σήμερα, τις προθέσεις της να μεταλλάσει τη διασκέδαση σε ψυχαγωγία, και ακόμη περισσότερο, σε τελετουργία θέασης και ακρόασης.

Ο Λαδάς αναφέρεται επιλεκτικά σε συγκεκριμένες ταινίες που έπαιξε η Λέσχη, για να τονίσει αφενός τη θεματολογία, την ποιότητα και τη διαχρονικότητα των έργων του βωβού, του ασπρόμαυρου και του έγχρωμου φιλμ, αφετέρου να συνδέσει τους προβληματισμούς των ταινιών με τα όνειρα και τους εφιάλτες της πόλης, που γι’ αυτόν συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον μονοπλάνο. Για παράδειγμα, σχετικά με τις συγκρούσεις μεταξύ των μεταναστών και των ντόπιων – ένα θέμα που τον απασχολεί σοβαρά – παραπέμπει στις ταινίες «Η υπόσχεση», 1996, των αδελφών Νταρντέν και «Βροχή», 2001, του Ιρανού Μαζίντι.

Την εποχή που δημιουργήθηκε η Λέσχη, η Πάτρα ζούσε, όπως αναφέρεται διεξοδικά στο βιβλίο, ακόμη τη βιομηχανική ανάπτυξη, την οικιστική εξέλιξη μέσω του θεσμού της αντιπαροχής και τις φιλόδοξες πρωτοβουλίες και προσπάθειες στον χώρο των τεχνών και του αθλητισμού. Υπήρχε ένα γενικότερο κλίμα ελευθερίας στη χώρα, που επέτρεπε τη γνώση και την επικοινωνία με διεθνή κινήματα και βέβαια, με τις ταινίες τέχνης των διάφορων σχολών των δεκαετιών 1950, 1960 και 1970. Αργότερα, στις δεκαετίες κλείνουν και οι κινηματογραφικές αίθουσες μετατρέπονται σε Σούπερ Μάρκετ και εμπορικά καταστήματα. Ακολουθούν οι δεκαετίες 2000 και 2010, κατά τις οποίες κυριαρχούν στην πόλη το μεταναστευτικό πρόβλημα, η κρίση και η ανεργία.

Η Λέσχη συνεχίζει τις δράσεις της, έχοντας – σύμφωνα με εκτίμηση του συγγραφέα – απέναντι την αδιαφορία των πολιτών και την απάθεια των δημάρχων. Τους πολίτες ο Λαδάς δικαιολογεί λόγω των προβλημάτων επιβίωσής τους. Στους δημάρχους, όμως, ασκεί έντονη κριτική, ιδιαίτερα σε τρεις, που απλώς ακολούθησαν το ρεύμα των καιρών, «χωρίς καμία έμπνευση» (σελ. 70), όπως σημειώνει, εμποδίζοντας, με άστοχες πρωτοβουλίες και μεγαλεπήβολα όνειρα, την πρόοδο της πόλης.

Και αναφερόμενος γενικά «στις πόλεις της Ελλάδας, που μοιάζουν σαν παιδιά του ίδιου σωλήνα» όπως γράφει, τονίζει ότι θα μπορούσαν, αν ήθελαν, «ν’ αλλάξουν την πόλη τους, να την κάνουν εικαστικό σύνολο, ώστε, μέσω των πολιτιστικών εκδηλώσεων, να αποκαλύπτονται ομορφιές και ανθρωπιά και να επηρεάζονται προς το καλύτερο οι πολίτες» (σελ. 70).

Με κινηματογραφική γραφή και με το ανατρεπτικό χιούμορ του, ο Λαδάς μετατρέπει το χρονικό της Λέσχης σε πλάγια αλλά και σε ευθεία ανάγνωση της πόλης, παράλληλα με την πολιτική της χώρας και τις στρατηγικές της βιομηχανίας του θεάματος και της τεχνολογίας της ύπνωσης. Δημιουργεί υπέροχες εικόνες σχετικά με την αρχιτεκτονική των πολυσινεμά (από τους διαδρόμους στην αίθουσα προβολής, την οθόνη και τα καθίσματα) σε συνδυασμό με τις διαθέσεις και τα συναισθήματα των θεατών.

Υψηλής θερμοκρασίας είναι η γλώσσα του Λαδά στο μονοπλάνο που αφορά στον ίδιο ως περιπατητή και ταυτόχρονα ήρωα σε μια πλοκή της πραγματικότητας που τον πιέζει και της ουτοπίας που τον γοητεύει. Με ένα εκπληκτικό φλας μπακ μελαγχολίας και τρυφερότητας, νοσταλγίας και έρωτα ως δύναμης αντίστασης, επιστρέφει στις έμμονες ιδέες του, δηλαδή στις σταθερές αγάπες του, συμφωνώντας, θα έλεγα, με τον Αντρέι Ταρκόφσκι, που έγραψε στο «Μαρτυρολόγιό» του: «Η ικανότητα του παρατηρείν και η γνώση είναι για έναν καλλιτέχνη δύο στοιχεία που τον βοηθούν να μπορεί να αποφασίζει τι πρέπει να κρατάει και τι να αφαιρεί χωρίς να φαίνεται το αποτέλεσμα τεχνητό ή ψεύτικο».

Με αυτοβιογραφική διάθεση ανακαλεί στη μνήμη του νεανικές ανησυχίες και αναζητήσεις και περιδιαβαίνει τους δρόμους της μικρομεγάλης αλλά πολυαγαπημένης πόλης. Θυμάται τα ονόματα των χειμερινών κινηματογράφων του κέντρου και των συνοικιών και συνθέτει με αυτά και με ότι ξεχωριστό έπαιζαν, την ποίηση της κυριακάτικης εξόδου: ΟΜΟΝΟΙΑ, ΠΑΛΛΑΣ κι ΕΛΠΙΣ, ΡΕΞ, ΠΑΝΘΕΟΝ και ΑΤΤΙΚΟΝ, ΕΛΙΤ, ΙΝΤΕΑΛ και ΑΣΤΥ, ΔΙΑΝΑ και ΣΙΝΕ ΜΑΡΙ.

Με τον χρόνο της βροχής και στον χώρο των πλατειών, των βουνών και της θάλασσας, ο Λαδάς χτίζει την πόλη των ονείρων του και μας χαρίζει το βιβλίο του «Στην ηλικία του Αβραάμ» σαν έναν απολογισμό αγάπης και μιαν ευχή συνέχειας και διάρκειας.

 

Διονύσης Καρατζάς

 

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία