Βιβλιοπαρουσίαση

In ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ by mandragoras

Γιάννης Οικονομίδης, …πράσινο πάντοτε το δέντρο της ζωής, Νόβολι, 2011, σελ. 201 διηγήματα

Ο κ. Οικονομίδης ήτprasinoOikonomidisαν γιατρός για μια πεντηκονταετία και ξεκίνησε να γράφει, όπως μας πληροφορεί στον εισαγωγικό του σημείωμα «αντί προλόγου», «ξαφνικά, έτσι όπως μας έρχεται ξαφνικά και μουρμουρίζουμε ένα τραγούδι» σελ. 14. Έχοντας μάλιστα ιδιαίτερη επαφή με την πραγματικότητα σημειώνει: «Γνωστοί και φίλοι που τα διάβασαν τα αγάπησαν και αυτό με παρεκίνησε να εκδώσω αυτήν την συλλογή, που προφανώς θα είναι και η μοναδική μου, αφού λόγω ηλικίας το πέρας του χρόνου είναι εγγύς, και ο αρχάγγελος Μιχαήλ με την απαστράπτουσα ρομφαία καραδοκεί.» σελ. 15 Τα διηγήματά του μοιάζουν με ζωγραφιές που φτιάχτηκαν για να αποτυπώσουν στιγμές μιας ζωής απλής, καθαρής, καθημερινής, που όμως μαζί με την αλήθεια, την αγάπη, τον πόνο, την ομορφιά και την αισιοδοξία, βρίσκει ευκαιρία να σχηματίσει και σχόλιο, κυρίως πολιτικό. Αντλώ το παράδειγμα από το διήγημα «Μνήμες»: «Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, η οικογένεια ξαναγύρισε στον Πειραιά. Τώρα κατοικούσε στον επάνω όροφο ενός γωνιακού σπιτιού, πάνω στο μεγάλο δρόμο. Το ισόγειο είχε μόνο μαγαζιά. […] Κύλησαν τα σκληρά πέτρινα χρόνια. Πέρασαν δεκαετίες, ξαναγύρισαν κατατρεγμοί, και μετά ήλθαν οι απόντες, και ξεσήκωσαν τον τόπο με τις θριαμβικές φωνές τους. Ανακαλύψανε ηρωικές επετείους σε κάθε χωριό. Αντιλαλούσε η ατμόσφαιρα από γιορτές και πανηγύρια. Κόψανε αναμνηστικά μετάλλια και σκορπίσανε στο κάθε πικραμένο σπίτι κι’ από ένα δίπλωμα αναγνώρισης. Δεν υπήρχαν πια νικητές και νικημένοι. Οι ως χθες υπερήφανοι ηττημένοι βολεύτηκαν και ξεσυνήθισαν να αντιστέκονται. Παραιτήθηκαν. Κάτι σαν ομαδική εξαγορά. […] Άκουσα για την αναμνηστική πλάκα, κι’ εκίνησα να επισκεφθώ την παληά μας γειτονιά» σελ. 112-3

Η συλλογή περιλαμβάνει 20 διηγήματα, που είναι γραμμένα με ρεαλισμό και ζωντάνια – ελάχιστα πρωτολειακά στοιχεία – εκ των οποίων η τελευταία ενότητα των έξι αφηγημάτων, «Χαρακτήρες», δημιουργεί την αίσθηση ότι ο γιατρός αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το υλικό από την αίθουσα αναμονής του ιατρείου του. Αφηγημένη ζωή σε γενικές γραμμές ανθρώπων με ονοματεπώνυμο, σαν να τις βλέπουμε στη γειτονιά, ή να τις ακούμε στο καφενείο. Ένα δείγμα: «Γεννήθηκε τελευταία, πέμπτη στη σειρά, και για να μην της φάνε ο δίκιο. Ανέπτυξε νωρίς διεκδικητικό χαρακτήρα, κι επειδή ήτανε το στερνοπαίδι κι η αδυναμία του πατέρα της, έγινε μια κακομαθημένη πεισματάρα φαταούλα.» σελ. 175

Τελειώνει το βιβλίο με τον «Επίλογο» μια αναφορά στον Πειραιά, τόπο αγαπημένο του συγγραφέα, απ’ όπου, όπως σημειώνει απομακρύνθηκε ελάχιστα: «Την τύχη του Πειραιά είχανε όχι μόνο οι άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, αλλά και πολλές πόλεις σ’ όλον τον κόσμο. Εμείς όμως οι Πειραιώτες για τον Πειραιά κλαίμε. Εμείς που γεννηθήκαμε και ζούμε στον Πειραιά θλιβόμαστε, γιατί χωρίς να μετακινηθούμε από αυτόν δεν θα πεθάνουμε στην πόλη που γεννηθήκαμε». Σελ.195

Ελένη Γούλα