Και με τόσους νεκρούς γιατί να φοβηθείς τις κηπουρικές εργασίες;

In Δοκίμιο, Λογοτεχνία, Ποίησηby mandragoras


Δοκίμιο

Κώστας Κρεμμύδας

 

                                                           μνήμη Γιώργου Γεωργούση (1940-2017)

 

Θα ’θελα να μιλήσω απλά
όπως ξεκουμπώνει κανείς το πουκάμισό του
και δείχνει ένα παλιό σημάδι

(Από την ενότητα «Μακρόνησος 1950» στη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, Κέδρος, 1956).

 

Ιστορία
Η μητέρα μου πέθανε
 η αγαπημένη μου έφυγε
οι σύντροφοι με πρόδωσαν
τα χρόνια περάσαν.
Τώρα μπορώ να κοιμάμαι ήσυχος.
Όλα
έγιναν.

[«Τετέλεσται…» από τη συλλογή Ποιήματα (1958-1964)]

 

Σεόσους σπεύδουν να τριχοτομήσουν την ποίησή του Τάσου Λειβαδίτη ακολουθώντας την κατά τα άλλα βάσιμη, ιστορικά, κατηγοριοποίηση του Κώστα Κουλουφάκου (της πίστης, έως το 20° Συνέδριο του ΚΚΣΕ, της κρίσης μέχρι το 1966, λίγο πριν δηλαδή τη δικτατορία του 1967, και της ανάκαμψης, από τη μεταπολίτευση και πέρα), θα αντιτάξω, για να δείξω τη συνέχεια/διαχρονικότητα της δουλειάς του, από την ενότητα Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα, της συλλογής Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1950), τον στίχο Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους που νομίζω πως ταιριάζει γάντι στη σημερινή εποχή. Μια κατεξοχήν πολιτική διαπίστωση που παρότι γράφτηκε σε μια περίοδο διώξεων και γι’ αυτό ηρωισμού και ηρωοποίησης της Αριστεράς πριν εβδομήντα χρόνια, εντούτοις αποτυπώνει μια τραγική πραγματικότητα που επαληθεύεται στις μέρες μας. Και όχι μόνον από τα συντηρητικά και θεσμικά κόμματα.

Δε θα κάνω φιλολογικές επισημάνσεις –γιατί δεν είμαι φιλόλογος, και δεν μ’ ενδιαφέρουν παρόμοιες αποτιμήσεις, ούτε οι περιοδολογήσεις της ποίησης, αλλά η σχέση της με την ιστορία. Στην οποία και βασίζει την ποίησή του ο Λειβαδίτης όπως το δηλώνει ο ίδιος σε μια παρέμβασή του στην Επιθ. Τέχνης: «Ποίηση στην πιο ουσιαστική της λειτουργία, δεν είναι μια απλή αναφορά σε συναισθήματα και εμπειρίες, μια καταγραφή, έστω και των πιο βαθέων ή ακραίων καταστάσεων –θα ’ταν, τότε, απλώς ένα ψυχολογικό χρονικό σε ποιητική μορφή. […] Και προς θεού, μη νομίσει κανείς ότι η ποίηση μπορεί να δώσει λύσεις σε κοινωνικά προβλήματα. Ο ρόλος της από καταβολής κόσμου, είναι να βοηθάει στο να διερευνηθούν (όχι να εξηγηθούν) ψυχολογικά προβλήματα προερχόμενα απ’ το κοινωνικό (αντιφατικό) γίγνεσθαι. Η αληθινή ποίηση δεν είναι ανακάλυψη μα αποκάλυψη. […] Μ’ αυτά τα λίγα περί ιστορικής αναγκαιότητας και ηθικής της ιστορίας δεν κηρύσσουμε τη μοιρολατρία, κάθε άλλο. Πιστεύουμε, αντίθετα, στον ανθρώπινο παράγοντα σαν πνευματική αξία, που με την ικανότητα που του δίνει η μαρξιστική μέθοδος μπορεί, σ’ ένα αρκετά εκτεταμένο πεδίο, όπως π.χ. να δράσει υπέρ της κίνησης της ιστορίας, έτσι να δράσει ανασταλτικά, και στην απρόσωπη και συχνά απάνθρωπη ηθική της…». (Τάσος Λειβαδίτης, Η ποίηση της ήττας,2 Ένα θέαμα για διερεύνηση, Επιθεώρηση Τέχνης τχ. 141, Σεπτ. 1966, σ. 132-141).

Νομίζω λοιπόν ότι κεντρικός άξονας των κειμένων του Τάσου Λειβαδίτη, όπως και του έργου του, είναι η ανθρώπινη υπόσταση ως πνευματικής αξίας που μπορεί/απαιτείται να ανατροφοδοτεί μια διαρκώς ανανεωμένη ηθική της ιστορίας. Με την έννοια αυτή θεωρώ άνευ αντικειμένου τον όρο «λυρική έπαρση» που χρησιμοποίησε ο Αργυρίου για να χαρακτηρίσει την πρώτη περίοδο της ποίησης του Λειβαδίτη, ή τα περί «συντριβής» και «ματαίωσης». Εύθραυστη ποίηση, ναι, επιρροές από τον πλατειασμό του επικού Μαγιακόφσκι, το ερωτικό ψιθύρισμα του Χικμέτ, τον αριστερό καθοδηγητικό Μπρεχτ και ασφαλώς τον Ρίτσο3 –που υπήρξε ο μέντορας και ο καθοδηγητής όλων των νέων (Πατρικίου, Κουλουφάκου, Ραυτόπουλου κ.ά), που βρέθηκαν μαζί του στις εξορίες– ναι, υπερρεαλιστικές αποχρώσεις: Πιστεύω στα χαλασμένα ρολόγια, Μια γυναίκα θηλάζει το μωρό της μες στο γαλάζιο απόβραδο, είτε εμφανή στοιχεία εξπρεσιονισμού: Κάποτε θα σκοτωθώ και θα ακουστεί ο θείος λόγος, ναι, αν κάτι όμως διακρίνει την ποίησή του σε έκταση και σε διάρκεια είναι η πολιτική/κοινωνική της φόρτιση, η ελπίδα, το όραμα και εν τέλει η ανεξάντλητη πίστη που στο τέλος τέλος αποτελεί συνέχεια και εξέλιξη της κατά Κουλουφάκο «ανάκαμψης». «Ανάκαμψη» όχι με την έννοια της ιδεολογίας αλλά ενός ποιητικού μοντερνισμού απαλλαγμένου από στρατευμένα πρότυπα με μια περισσότερο εσωστρεφή/υπαρξιακή ποίηση: Κι όταν ο Θεός τέλειωσε τη δημιουργία του κόσμου ήρθε ο βαφέας να πάρει τα φορέματα των γυναικών για το πένθος/ κι έγιναν τ’ ανθοπωλεία στη σειρά. Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα μακριά το άδοξο τέλος της μέρας. («Ηλιοβασίλεμα», Ποίηση, τόμος 3, σ. 511, εκδ. Κέδρος, 2003).

Από τον Άνθρωπο με το ταμπούρλο το 1956 μέχρι τα τελευταία μεταθανάτια ποιήματα των Χειρογράφων (1990) ο Λειβαδίτης δεν έχει κανένα ταμπού/αγωνία παρά μόνο την ποίηση, και το ρόλο του ποιητή. Βλ. τα ποιήματα «Απλοί στίχοι»: Ένα σπίτι για να γεννηθείς/ ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις/ ένας στίχος για να κρυφτείς/ κι ο κόσμος για να πεθάνεις, (Ποίηση, τόμος 3, σ. 552, ο.π) και «Οι στίχοι»: Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού που παίζει ολομόναχο σ’ έναν κήπο μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου./ Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή ν’ άρχισαν εκεί, (Ποίηση, τόμος 3, σ. 556, ο.π). Πρόκειται για δύο από τα τελευταία δημοσιευμένα ποιήματα του Τάσου Λειβαδίτη που μπορούν να διαβαστούν σε αντιστοιχία με τους στίχους από τη συλλογή «Ποιήματα (1958-1964)»: Τώρα κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι,/ πως ίσως πια μπορώ να γράψω/ ένα στίχο αληθινό, για να φανεί το αδιαίρετο και ενιαίο της γραφής του.

Και της θέσης του ότι η τέχνη έχει ως αποστολή της όχι απλά την αναπαράσταση της ζωής αλλά τη σύνθετη διαμόρφωσή της, τη μεταμόρφωση του κόσμου, την επεξεργασία του σήμερα, σε ένα πανανθρώπινο αύριο. Το «αύριο» του Λειβαδίτη δεν υπαγορεύεται από ηγετικούς κομματικούς κύκλους, δεν υπακούει σε σκοπιμότητες, δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη γραμμή του κόμματος. Ίσως εδώ να έγκειται η διαχρονικότητά του και η συνεχιζόμενη απήχηση, ιδίως μεταξύ των νέων, της δουλειάς του.  …Όλα τόσο μακρινά, τόσο θαμπά, τόσο ανεπίστρεπτα/ σα νάζησε τη ζωή μου ένας άλλος, και μένα δε μου δόθηκε, παρά μονάχα να πεθάνω («Τετέλεσται…» από τη συλλογή Ποιήματα (1958-1964). Τον Λειβαδίτη δεν απασχολούν οι αγωνιστικές περγαμηνές, δεν ενδιαφέρεται για νικητές, δεν αποδέχεται καν τον όρο «της ήττας». Απλός θεωρεί την ποίηση που προέκυψε εξαιτίας των διώξεων και του κατατρεγμού της αριστεράς ως συνακόλουθο της ανώμαλης δεκαπενταετίας. Και ναι μεν η τέχνη οφείλει να δείχνει την παρακμή αν καλλιεργείται μέσασε μια παρακμάζουσα κοινωνία, αλλά παράλληλα οφείλει να αναδεικνύει τη μεταβλητότητα του κόσμου και να συμβάλλει σε αυτή τη μεταβολή.

Άλλωστε ακόμα και στα πιο αγωνιστικά του ποιήματα ο Λειβαδίτης διατηρούσε αναλλοίωτη τη συστολή του ανθρώπου που έχει επίγνωση του τεράστιου ρίσκου που αναλαμβάνει, την αισθαντικότητα, την υπόκωφη θλίψη, το συναίσθημα. Βλ. το ποίημα «Σημαίες», από την ενότητα «Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα» ο.π.: Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων/ εμείς καθόμασταν τα βράδια/ και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου./ Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα εύστοχος ο χαρακτηρισμός «μεγάλος μεταφυσικός της Αριστεράς» από τον καθηγητή Μ.Γ. Μερακλή στο βιβλίο του Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία 1945-1980, (Πατάκης 1987) όπου σημείωνε μεταξύ άλλων: «Η αφοσίωσή του στους νεκρούς –θα έλεγα πιο καλά η μετάληψή του–, γίνεται τελικά η πύλη εισόδου σ’ ένα χώρο όπου ο θάνατος χρειάζεται να μονομαχεί με την αθανασία. Γίνεται εδώ πότε πότε αισθητή μια φευγαλέα υπερβατική επιφάνεια. […] Υπαγορευμένη απ’ τις ιστορικές συνθήκες της εποχής η ποίησή του είναι τελικά η πιο ζωντανή μαρτυρία μιας συγκλονιστικής μετάβασης από την απροκάλυπτη εξωστρέφεια στην αποφασιστική ενδοστρέφεια.»

Κι αυτή του την αξία δεν μπόρεσαν να την αγνοήσουν ούτε οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι. Ο Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982, κριτικός και διευθυντής του περιοδικού «Νέα Γράμματα») μπορεί με το γνωστό αντικομουνιστικό του μένος να χαρακτήρισε το όραμα του Λειβαδίτη «άθροισμα ξεκαρφωμένων “πραγμάτων και αξιών” που τα σηκώνει και τα στριφογυρνάει ψηλά ο ξεθεμελιωτής επαναστάτης άνεμος», ωστόσο παρομοίασε το έργο του με: «ένα άξαφνο μπουρίνι που όπως αναποδογυρίζει τα τραπέζια των κέντρων μιας ακρογιαλιάς κι αρπάζει στέγες και ξεριζώνει δέντρα, έτσι αρπάζει λέξεις, λέξεις και εικόνες πλήθος, άγριες σκοτεινές εικόνες και τις συναρμολογεί ατελείωτα, για να αποδώσει το εντυπωσιακό όραμά του…».

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση του Λειβαδίτη με το περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» (1954-1967) που ξεκίνησε την προετοιμασία της έκδοσής του στα τέλη του 1954. Είκοσι χρόνια ουσιαστικά μετά τον αποκλεισμό και τις διώξεις της η Αριστερά και μάλιστα νέοι άγνωστοι τότε και άφθαρτοι αγωνιστές, οι περισσότεροι «αδειούχοι εξόριστοι» της Μακρονήσου, επανέρχεται δυναμικά φιλοδοξώντας να πρωταγωνιστήσει στα πνευματικά πράγματα του τόπου και μάλιστα σε όλους τους τομείς της τέχνης. Αδειούχος εξόριστος κι ο Λειβαδίτης ξεκινά μόλις τότε τη συνεργασία του με την Αυγή, κι αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προετοιμασία και έκδοση του πρώτου τεύχους της Επιθεώρησης.

Τρία ενδεικτικά στοιχεία από την πορεία του Τάσου Λειβαδίτη θα ξεχωρίσω στη σχέση του με την Επιθεώρηση Τέχνης:

1) Η ανάμειξη του Τάσου Λειβαδίτη στο περιοδικό οφειλόταν στη γνωριμία του με τον ζωγράφο Γιάννη Χαΐνη, που είχε και την ιδέα της έκδοσης, και τη γνωριμία του Λειβαδίτη στην εξορία, σε Μακρόνησο και Αϊ Στράτη, με τους Ραυτόπουλο, Κουλουφάκο, Πατρίκιο, που εντέλει αποτέλεσαν τον πυρήνα της συντακτικής ομάδας του περιοδικού. Λόγω του κλίματος και της καχυποψίας της εποχής κάποιες παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ, που εκείνα τα χρόνια δρούσαν παράλληλα με την επίσημη εκπροσώπηση της ΕΔΑ, υποχρέωσαν τους Πατρίκιο-Κουλουφάκο να μην αναμειχθούν στην προετοιμασία του πρώτου τεύχους –παρότι φιλοξενήθηκαν τελικά κείμενά τους. Έτσι το βάρος της έκδοσης του πρώτου τεύχους ανέλαβαν οι Λειβαδίτης, Γιώργος Παπαλεονάρδος και Μίμης Ραυτόπουλος.

Ενδεικτικό του κλίματος τρομοκρατίας της εποχής είναι ότι στη διάρκεια της προετοιμασίας της έκδοσης αφενός συνελήφθησαν προληπτικά(!) τον Ιούλιο του 1954 οι Πατρίκιος, Λειβαδίτης, Ραυτόπουλος, μαζί με δεκάδες άλλους αριστερούς, ενόψει της επίσκεψης του Τίτο στην Αθήνα. Κατά μία εκδοχή για να μην αποδοκιμαστεί, κατ’ άλλη προκειμένου ν’ αποτραπεί απόπειρα δολοφονίας του Στρατάρχη που παρότι ανήκε στο Ανατολικό μπλοκ είχε διαφοροποιηθεί από τη Σοβιετική Ένωση.

Τόσος ο φόβος της Ασφάλειας ώστε ο κατά το νόμο υπεύθυνος της έκδοσης Νίκος Σιαπκίδης εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με το βαθμό της απόχρωσης του κόκκινου στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους, σε σημείο να απαιτήσει να ξανατυπωθεί(!) εξόδοις του το εξώφυλλο.

Μόλις δόθηκε η έγκριση του κόμματος στους Πατρίκιο-Κουλουφάκο για ενεργό ανάμειξη στο περιοδικό, ο Λειβαδίτης προφανώς για λόγους γοήτρου καθώς ήταν τότε ένας ήδη καταξιωμένος ποιητής κι ίσως θεωρούσε μειωτικό να βρίσκεται υπό τη σκιά δύο νεώτερων, αποχώρησε από τη συντακτική ομάδα τον Γενάρη του 1955, περιοριζόμενος σε ελάχιστες συνεργασίες. Επανεντάχθηκε στη Συντακτική Επιτροπή της Επιθεώρησης Τέχνης την περίοδο (1962-1966)4, όταν δηλαδή τα ινία ανέλαβε, εκ μέρους της καθοδήγησης του κόμματος, ο Δημήτρης Δεσποτίδης, αλλά και στη συνέχεια με την επανάκαμψη στο περιοδικό του Κώστα Κουλουφάκου. Ίσως η ενεργοποίηση Λειβαδίτη να σχετίζεται και με την αποσταθεροποίηση της χώρας την περίοδο των Ιουλιανών, οπότε και οι διανοούμενοι έσπευσαν να πάρουν θέση ενισχύοντας την τρωθείσα δημοκρατία μπροστά στον κίνδυνο πραξικοπήματος.

 

Στο σημαντικό 70σέλιδο υπόμνημα του Κώστα Κουλουφάκου (2-29 Απριλίου 1964) προς την Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΔΑ, διαβάζουμε το σχετικό με τον Λειβαδίτη απόσπασμα (σ. 18-19): «Σχεδόν ταυτόχρονα (σ.σ. μάλλον με τον Γιώργο Παπαλεονάρδο, άρα από τον Οκτώβρη του 1955) έπαψε να προσέρχεται στις συντακτικές και ο Τάσος Λειβαδίτης. Η δυσαρέσκειά του με τη Συντακτική Επιτροπή εχρονολογείτο από τον Οκτώβριο του 1955 (τχ. 10, σ. 258- 266), όταν το περιοδικό είχε δημοσιεύσει ένα απόσπασμα από τις Γειτονιές του Κόσμου του Γιάννη Ρίτσου».

Μια διακοπή στο κείμενο Κουλουφάκου κι ένα σχόλιο: Στο τέλος του σχετικού αποσπάσματος από τις Γειτονιές του Κόσμου (Ε.Τ., τχ. 10, σ. 266) ο Γιάννης Ρίτσος αισθάνθηκε την ανάγκη, (σ.σ. για πρώτη και τελευταία φορά), προφανώς προλαβαίνοντας ή απαντώντας εμμέσως σε σχόλια για τη συγγένεια του ύφους της συλλογής του με την αντίστοιχη ποιητική ενότητα του Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, (Κέδρος,1953) –για την οποία μάλιστα ο Λειβαδίτης είχε παραπεμφθεί στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και είχε απαλλαγεί «λόγω αμφιβολιών» στη δίκη της 10ης Φεβρουάριου 19555– να σημειώσει (ο Ρίτσος) τα ακόλουθα σχετικά τη συγκεκριμένη συλλογή: «Οι πρώτες σημειώσεις γι’ αυτό το ποίημα κρατήθηκαν το 1947 στην Αθήνα. Αργότερα, το 1949, στη Μακρόνησο. Τέλος το οριστικό σχέδιο και η συστηματική του επεξεργασία έγινε στον Άη Στράτη, απ’ το Σεπτέμβριο του 1950 ως τον Ιούνιο του 1951, ιδίως τους τρεις τελευταίους μήνες, Μάιο. Ιούνιο, Ιούλιο, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες σημειώσεις, γιατί δεν τις είχα μαζί μου. Στις “Γειτονιές του Κόσμου” θέλησα να δώσω αυτή την κρίσιμη δεκαετία 1940-1950, της νεοελληνικής μας ιστορίας. Τι πέτυχα δεν μπορώ ακόμη να ξέρω κι ούτε είναι δυνατόν να το δείξουν αυτά τα χωρίς ενότητα αποσπάσματα από ένα ποίημα 5.500 στίχων με πολλές επωδούς και ιντερμέτζα, όπου το λυρικό, το επικό και το καθαρό αφηγηματικό στοιχείο εναλλάσσονται, συμπλέκονται και σε κάποια μέρη σμίγουν, κι όπου τα πρόσωπα επανέρχονται κι εξελίσσονται μέσα στα γεγονότα και μαζί με τα γεγονότα όπως, κατά κάποιον τρόπο, σ’ ένα μυθιστόρημα. Τις “Γειτονιές του Κόσμου” τις γνώρισαν απ’ το χειρόγραφο αερικοί φίλοι συνεξόριστοι στον Άη Στράτη, τον Ιούλιο του ’51 και στη συγκίνησή τους δοκιμάστηκε, ως ένα σημείο, η βαρύτητα της ιδέας, του τόνου και της κίνησης αυτού του ποιήματος.»

Για την ιστορία παραθέτω σκόρπιους στίχους από το «συγγενές» έργο του Λειβαδίτη:

 

Φυσάει μες απ’ τα δεκανίκια των σακάτηδων που -γυρνάνε χτυπώντας τις πόρτες των πολιτειών

φυσάει μες στις κιθάρες των τυφλών πού παίζουν στις γωνιές των δρόμων

φυσάει

ο άνεμος μπερδεύει τα σύννεφα/ τα σύννεφα μπερδεύονται στις σημαίες

Ό άνεμος μπερδεύει τις φωνές τα χρόνια τα ηλεχτρικά καλώδια

μπερδεύει τα δόντια ενού καπνεργάτη με τις ξιφολόγχες

φυσάει μες απ’ τα τρύπια βρακιά των άνεργων

φυσάει

φυσάει μέσα στην οργισμένη καρδιά του λαού

πίσω τους έρχεται ο μεγάλος άνεμος βουίζοντας

 

..Και από τις Γειτονιές του Κόσμου του Γιάννη Ρίτσου: ο άνεμος δε θέλει να σωπάσει/ φυσάει, φυσάει, φυσάει / ετούτος ο λαός δε γονατίζει/ ετούτος ο άνεμος δε θέλει να σωπάσει/ σφυράει, σφυράει, σφυράει.

 

Επανέρχομαι στην εισήγηση Κουλουφάκου και στα σχετικά με τον Τάσο Λειβαδίτη:

«Εκτός από [τη δυσαρέσκειά του (σ.σ. προφανώς για την ασχολίαστη από τη Συντακτική Επιτροπή υποσημείωση του Γιάννη Ρίτσου6 που άφηνε αιχμές για τον συνεξόριστο και παρόντα στην ανάγνωση Λειβαδίτη) για τη δημοσίευση αποσπάσματος από τις “Γειτονιές του Κόσμου”] είχε επίσης δυσαρεστηθεί επειδή η Συντακτική Επιτροπή δεν είχε δεχτεί να δημοσιεύσει ένα ποίημά του αφιερωμένο στον Στάλιν (πριν από το 20° Συνέδριο βέβαια). Η απόρριψη είχε γίνει όχι επειδή το ποίημα μιλούσε για τον Στάλιν αλλά γιατί η δημοσίευση μπορούσε ν’ αποβεί επικίνδυνη για το περιοδικό (γνώμη άλλων) και γιατί ήταν κακό ποίημα (γνώμη δική μου). Ο Λειβαδίτης στενοχωρημένος το απέσυρε. Τρίτη αφορμή δυσαρέσκειας του Λειβαδίτη με τη Σ.Ε. ήταν το εξής επεισόδιο: Όταν εκδόθηκε το βιβλίο του “Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο” έγραψα κριτική και την πήγα στο περιοδικό να διαβαστεί. Στη συνεδρίαση ο Τάσος [Λειβαδίτης] έφερε μια κριτική του Βουρνά και ζήτησε να δημοσιευτεί αυτή. Όταν διαβάστηκε το κείμενο εισηγήθηκα στη Σ.Ε. να το απορρίψει σαν λιβανιστικό και απάδον προς το πνεύμα της αντικειμενικότητας που πρέπει να διέπει μια κριτική. Πρότεινα να διαβαστεί η δική μου κριτική ώστε απ’ την παραβολή των δύο κειμένων να φανεί αν είχα δίκιο και να πειστεί ο Λειβαδίτης ότι οι αιτιάσεις του εναντίον της κριτικής μου δεν είχαν λόγο ύπαρξης γιατί εγώ επαινούσα το ποιητικό του ταλέντο αλλά δεν παρασιωπούσα τις κατά τη γνώμη μου αδυναμίες του. Αναζητήσαμε την κριτική στο συρτάρι που την είχε βάλει ο Πορφύρης αλλά το κείμενο είχε μυστηριωδώς χαθεί. Δεν το βρήκαμε πουθενά κι ούτε καταφέραμε να εξιχνιάσουμε ποτέ πώς και γιατί χάθηκε και ποιος το πήρε. Ξανάγραψα την κριτική και την έφερα στην επόμενη συνεδρίαση αλλά μετά από αίτηση του Λειβαδίτη η Σ.Ε. αποφάσισε να μη δημοσιευτεί κριτική για το βιβλίο αυτό.

Είναι προς τιμήν του Λειβαδίτη ότι, παρά τις δυσαρέσκειες αυτές και τις πικρίες που είχε δοκιμάσει (μ’ όλο που εξακολουθώ να πιστεύω ότι είχαμε δίκιο), πάντως, (επειδή η Σ.Ε. και ιδιαίτερα εγώ τον είχαμε πολύ πικράνει), ο Λειβαδίτης δεν έφυγε από τη Σ.Ε. παρά συνέχισε να βοηθά στο έργο της, ως τη στιγμή που οι αποκαλύψεις του 20υυ Συνεδρίου (για τις οποίες δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος) του δημιούργησαν έναν ισχυρότατο κλονισμό στις ως τότε αντιλήψεις που είχε για την πνευματική στάση του συγγραφέα. Αισθανόμενος την ανάγκη να αυτοσυγκεντρωθεί, άρχισε να προσέρχεται όλο και πιο αραιά στις συντακτικές και στο τέλος διέρρευσε».

 

2) Σημαντική στιγμή ήταν για τον Λειβαδίτη η συγγραφή, μαζί με τον Κώστα Κοτζιά, του σεναρίου της «νεορεαλιστικής σάτιρας» «Συνοικία το όνειρο» που σκηνοθέτησε ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ερμηνεύοντας και τον κεντρικό ρόλο, τον Ρίκο, μια αντιπροσωπευτική φιγούρα στις περιθωριοποιημένες παραγκουπόλεις της Ελλάδας, που δυστυχώς ξαναζωντανεύουν στις μέρες μας. (Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης στο ηρωικό και πένθιμο σε στίχους Λειβαδίτη «Βρέχει στη φτωχογειτονιά»).

Σημειώνουν σχετικά οι Τάσος Λειβαδίτης7 και Κ. Κοτζιάς για την ταινία: «…Στη χοάνη της υπερτροφικής σύγχρονης Αθήνας συγκεντρώνονται και αλλάζουν μορφή ένα σωρό στοιχεία του ελληνικού πληθυσμού: αγρότες και μικροαστοί που προλεταριοποιούνται, μεσοαστοί που κινδυνεύουν από στιγμή σε στιγμή να υποστούν την ίδια τύχη, διανοούμενοι που παραδέρνουν ψυχολογικά. Ήθη και έθιμα καταλύονται. συνειδήσεις στραπατσάρονται. ενώ μέσα στον αναβρασμό κάποιοι απ’ τα λαϊκά, ιδιαίτερα, στρώματα, αναζητάνε με απόγνωση “προσωπικές” λύσεις απ’ το αδιέξοδο, λύσεις που τις περισσότερες φορές τους οδηγούν στην καταστροφή […] το πνεύμα του αμοραλισμού, της διάλυσης και της εύκολης ζωής. που διαποτίζει τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια…» (Ε.Τ.. τχ. 82. Οκτ. 1961, σελ.359-360).

Η ταινία ουδέποτε παίχτηκε στην αρχική εκδοχή της, αλλά μόνο λογοκριμένη και σε περιορισμένες αίθουσες, καθώς ακόμα κι η πρεμιέρα, που δόθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1961 κατέληξε με τη σύλληψη των συντελεστών της. Η Αλίκη Γεωργούλη, που, πέρα από πρωταγωνίστρια, μαζί με τον Μάνο Κατράκη, είχε και τη διεύθυνση παραγωγής, έγραφε μεταξύ άλλων στην Ε.Τ. (ο.π., σελ.357-365): «Ο Κοτζιάς κι ο Λειβαδίτης είχαν αφήσει για 4 μήνες κάθε άλλη δουλειά τους. Ο Αλεξανδράκης σταμάτησε τις μέχρι τότε επικερδείς κινηματογραφικές εμφανίσεις του. Ο Τ. Ζωγράφος, ο σκηνογράφος μας άρχισε να προετοιμάζει τις μακέτες για το ντεκόρ του έργου. Ο Σακελλαρίου διευθυντής φωτογραφίας, να μελετάει απ’ τη σκοπιά του τους χώρους στον παλιό Ασύρματο, στα Πετράλωνα που θα γίνονταν τα γυρίσματα […] Ένα μέρος είχε εξασφαλιστεί απ’ τις οικονομίες μας […] αποκλειόταν η κρατική επιχορήγηση […] Ποιος ήξερε τον Κοτζιά ή τον Λειβαδίτη; Λίγο τους ενδιέφερε αν ο τελευταίος είχε τιμηθεί επίσημα έξω από την Ελλάδα8 για το ποιητικό του έργο πριν καν τιμηθεί στον τόπο του […]

 

3) Με τίτλο «Προσκυνούμεν σου Τα Πάθη…». (Ε.Τ.. τχ. 105. Σεπτ. 1963. σελ. 265- 284) ο Τάσος Λειβαδίτης παρουσίασε, ταξινομημένες κάτω από σύντομες ευαγγελικές περικοπές που επέλεξε ως υπότιτλο, ένα απάνθισμα 29 επιστολών, παιδιών, μανάδων, συζύγων, αδελφών από τη Φλώρινα και τον Έβρο ίσαμε την Αρχαία Κόρινθο, τον Πειραιά και την Κεφαλονιά. που αφορούσαν πολιτικούς φυλακισμένους, μεταξύ των ετών 1957-1963. Στις επιστολές των συγγενών που ανθολόγησε ο ποιητής, πέρα από τις κοινωνικές επιπτώσεις στη ζωή του τόπου αποτυπώνεται και η τραγωδία της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας.

Στο εισαγωγικό του ο Λειβαδίτης παραλληλίζει τις «δίκες» αυτές που γίνονταν «βιαστικά, σ’ ένα κλίμα φοβίας και υστερισμού, με ψευδομάρτυρες κατηγορίας, με μάρτυρες υπερασπίσεως τρομοκρατημένους που ψεύδιζαν την αλήθεια, ή που φρόντιζαν να εξαφανιστούν την κρίσιμη ώρα, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου διάλεγες εσύ ο ίδιος την ενοχή ή τη αθώωσή σου αρκεί να ’βαζες μια υπογραφή σ’ ένα απρόσωπο στερεότυπο κείμενο [δήλωσης μετανοία]». παραλληλίζει ο ποιητής τις «δίκες» αυτές με την Κόλαση του Δάντη. Και γράφει: «Παιδιά μας φοβίζαν με την Κόλαση. […] Ύστερα μεγαλώσαμε. Διαβάσαμε Δάντη. Μπαρμπύς. Αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πως η Κόλαση έχει πολύ περισσότερες σχέσεις με τη ζωή παρά με το υπερπέραν. Είμασταν έφηβοι πια όταν γνωρίσαμε τον πόλεμο, την κατοχή, το αίμα, τον ηρωισμό, και την ταπείνωση, το φόβο και ξανά το φόβο. Τότε βεβαιωθήκαμε πια για την ακριβή θέση της Κόλασης. Ήταν εδώ. πλάι μας. γύρω μας. μέσα μας […]

Μια Κόλαση ρυμοτομημένη. με ληξιαρχεία, ταυτότητες, στρατιωτική θητεία, με πορνεία, με τράπεζες, με κρεματόρια, με κίτρινο τύπο, ερεθιστικές βιτρίνες. με ηλεκτρικές καρέκλες για τους Vanzetti και τους Ρόζεμπεργκ. με ημερολόγια, λαχεία, με πουλημένη περηφάνια, με αγορασμένο έρωτα […]

Μια Κόλαση αλλόκοτη που κι όταν δε σε τιμωρούν οι δυνατοί που ους προσκύνησες, σε τιμωρεί αμείλιχτα τις νύχτες ο αξιολύπητος, ταπεινωμένος εαυτός σου. […]

Στο μεταξύ τα χρόνια περνούσαν. Άνθρωποι που στην Κατοχή κυκλοφορούσαν με γερμανικές στολές, που μας σκότωναν με γερμανικά όπλα, τριγυρίζουν ελεύθεροι, ανάμεσά μας, […] τους συναντάμε στα καφενεία, στα θέατρα, στη πολιτική – έτοιμους να μας ξανασκοτώσουν μ’ οποιοσδήποτε προελεύσεως όπλα.»

 

Την ανθρώπινη υπόσταση, που αναφέραμε ήδη στο ξεκίνημα του σημειώματός μας, προσπάθησε να διαφυλάξει αμόλυντη μέσα στην ανωνυμία της Ιστορίας δίνοντας θέση σε κάθε τι που ξαφνικά αποκτά αξία μόνο και μόνο γιατί το διαβάζουμε, το ακούμε, το συζητάμε και το θυμόμαστε. Αυτό πάσχισε με την ποίησή του που έρρεε ελεύθερη γάργαρη κι απλή «σα μια μεγάλη αλήθεια». Σ’ αυτά τα σπουδαία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας στάθηκε με την έρευνά του πάνω στις ανώνυμες επιστολές που συμπυκνώνουν ποιητικά την τραγικότητα του τόπου αποδεικνύοντας πως η Τραγωδία είναι αδιαμφισβήτητα ταυτισμένη με την Ελλάδα: ακόμα κι η ζωή μου αποχτά σημασία,/ όταν τη διηγούμαι σε κάποιον…

Κι όπως ο κύκλος της ζωής, το ίδιο και η ποίηση δεν είναι άλλο παρά «μια μεγάλη αλήθεια, που την ανακαλύπτεις ύστερα από χρόνια./ όταν δεν μπορεί να σου χρησιμέψει πια σε τίποτα».

 

Ο Τάσος Λειβαδίτης9 πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988: Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο –με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις («Εις Μνήμην», από τη συλλογή Ο τυφλός με τον λύχνο, 1983), στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο Χειρόγραφα του Φθινοπώρου.

 

Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος./ Κι οι κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ, έγραφε σε κάποιους στίχους του βέβαιος για τη συνέχεια της τέχνης που σε πείσμα των διαχρονικών αξιών της απέραντης ύλης κυριαρχεί εντέλει μέσα στον άνθρωπο. Ο Λειβαδίτης αναμφίβολα έχει κερδίσει το στοίχημα της γενιάς του καθώς παραμένει αγαπητός και ξεχωριστός από τους νέους κάθε εποχής και πέρα από ιδεολογικές φορτίσεις ή αγκυλώσεις. Ακόμα κι απ’ αυτούς που είχαν την τύχη να μη ζήσουν κι ούτε καν να ακούσουν τα ανήκουστα της φυλής μας.

Στον Λειβαδίτη δεν υπήρξε, και κλείνω, καμία τριχοτόμηση και κανείς διαχωρισμός στο έργο του. Μια απόλυτη συνέχεια είναι ένα ομαλό πέρασμα ανάμεσα στις εποχές και τα πάθη που τις χαρακτήριζαν. Κι όπως σωστά λέει ο Γιάννης Δάλας «πως στον Λειβαδίτη μοναδικά ο μοντερνισμός του αποδίδεται στην ευθεία μεταπήδηση – όχι στην μεταστροφή και αλλαγή, αλλά ομαλά σαν μια προέκταση και εμπλουτισμένη επανανάγνωση, της κοινωνικής του ως εγκόσμιας περιπέτειας».

 

 

Κώστας Κρεμμύδας

 

 

Σημειώσεις:

1 Βιολί για μονόχειρα, 1976 Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης

2Διακριτική παρέμβαση σε μια συζήτηση που προέκυψε με αφορμή την παρουσίαση από τον Βύρωνα Λεοντάρη των ποιητικών συλλογών «Γυρισμός» του Θανάση Κωσταβάρα και «Μαθητεία» του Τίτου Πατρικίου (Ε.Τ., «Η ποίηση της ήττας», τχ. 106-107, Οκτ.-Νοεμ. 1963, σ. 520-524). Στον Λεοντάρη απάντησε ο Τάσος Βουρνάς: «Η ποίηση της ήττας και η ήττα της κριτικής», (Ε.Τ., τχ. 109, Ιαν. 1964, σ. 6-12). Στη συνέχεια επανήλθε ο Λεοντάρης: «Λίγα ακόμα για την ποίηση της ήττας», (Ε.Τ., τχ. 110, Φεβρ. 1964, σ. 218-220), κλπ.

3 Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια (1958) ένα ενιαίο ποίημα σαφώς επηρεασμένο από τον Ρίτσο Η Σονάτα του Σεληνόφωτος.

4 Οι συνεργασίες του Τάσου Λειβαδίτη στην «Επιθεώρηση Τέχνης» περιορίζονται στα τεύχη 52,84,86, 100, 117 και 141 από τον Φεβρουάριο του 1962 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1966.

5 Μου απαγορεύουν να ‘μαι ποιητής, είχε πει στην απολογία του ο Τάσος Λειβαδίτης.

6 Στη σελ. 31 του ίδιου υπομνήματος σημειώνει για το γεγονός ο Κ. Κουλουφάκος: «Θύελλα από τον Βουρνά και πικρία του Λειβαδίτη γιατί στο τεύχος της Αντίστασης (No 10, Οκτ. 1955) δημοσιέψαμε αποσπάσματα από το αντιστασιακό ποίημα του Ρίτσου “Οι Γειτονιές του Κόσμου”, κι ακολουθούσε κατατοπιστικό σημείωμα που το ’χε γράψει κι αυτό ο Ρίτσος.

7 Το όνομα του Λειβαδίτη σχετίζεται με τον ελληνικό κινηματογράφο καθώς αδελφός του ήταν ο ηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο επίσης ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης.

8 Πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953) για τη συλλογή του Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου, Α’ βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957) για τη Συμφωνία αρ. Ι, Β’ Κρατικό βραβείο ποίησης (1976) για τη συλλογή Βιολί για μονόχειρα, και Α’ Κρατικό βραβείο ποίησης για το Εγχειρίδιο ευθανασίας.

9 Εξέδωσε επίσης και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το εκκρεμές, Κέδρος, 1966.

 

Share this Post