Νίκος Παπακόγκος

Νίκος Παπακόγκος | Απλά της Πίνδου λόγια, Ποίηση, Αθήνα 2016, σελ. 112.

In ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Κριτικές, Ποίηση, Ποίηση by mandragoras

 

Όλη τη γης να ιδώ μια χώρα

πλατιά, τρανή κι ευτυχισμένη

λαοί καινούριοι αδερφωμένοι

να την κρατάν ειρηνοφόρα.

 Στις 27 του Απρίλη 1947, ημέρα Κυριακή, ένα εκτελεστικό απόσπασμα του 581 τάγματος του μοναρχικού στρατού, με διαταγή του διοικητή του, δολοφονούσε τον ποιητή κι αγωνιστή της εθνικής αντίστασης Νίκο Παπακόγκο. Ήταν μόλις 29 χρονών κι είχε κι αυτός την τραγική μοίρα του Λόρκα, όπως γράφει ο συγγραφέας Μπάμπης Κλάρας.

0 Νίκος Παπακόγκος γεννήθηκε το 1918 στο Δραμίζι Τρικάλων, σημερινό Κοτρώνι, όπου υπηρετούσε ως ιερέας και δάσκαλος ο πατέρας του Κωνσταντίνος Κόγκος. Μεγάλωσε όμως στο χωριό Παχτούρι της Κεντρικής Πίνδου, όπου και άρχισε να γράφει στίχους απ’ τα θρανία του δημοτικού σχολείου.

Σε ηλικία 16 ετών εμφανίστηκε στα Γράμματα με το ποίημα «Νύχτες χειμωνιάτικες», που δημοσιεύτηκε στο πειραιώτικο φιλολογικό περιοδικό Αναλαμπή. Φοιτούσε την εποχή εκείνη στο Τέταρτο Γυμνάσιο του Πειραιά, στα Ταμπούρια, και είχε γίνει από έφηβος ακόμα μέλος της κομμουνιστικής νεολαίας. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τρεις άλλους ποιητές· το Στάθη Πρωταίο, ο οποίος ήταν και συμμαθητής του, το Νίκο Καββαδία και το Μανώλη Βλάχο.

Το 1940, ως φοιτητής της Νομικής, συγκρότησε με το Στάθη και με μερικούς άλλους συντρόφους τους, αντιδικτατορικό φοιτητικό όμιλο στα πλαίσια Κόμματος. Με την ιταλική εισβολή έγινε μέλος του ΕΑΜ Λογοτεχνών κι αργότερα, με το φούντωμα του αντάρτικου, ανέβηκε στο βουνό όπου και αγωνίστηκε απ’ τις γραμμές του ΕΛΑΣ, άλλοτε ως πολιτικός καθοδηγητής κι άλλοτε με το όπλο στο χέρι.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας επέστρεψε στην Αθήνα, συνδέθηκε με τους παλιούς συντρόφους του, και τον Οκτώβρη του 1945 πήρε μέρος στο Έβδομο Συνέδριο του Κόμματος. Ήταν ένας απ’ τους έντεκα αντιπροσώπους της Σχολής του. Άρχισε στ’ αναμεταξύ να εργάζεται εδώ κι εκεί, ώσπου ο Κώστας Καραγιώργης, στις αρχές του ’46, τον προσέλαβε στη σύνταξη του Ριζοσπάστη.

Ευθύς όμως μετά το θάνατο του Άρη, τον Ιούνη του ’45, είχε ξαπολυθεί άγριο ανθρωποκυνηγητό σε όλη τη χώρα. Οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης δεν μπορούσαν πια να σταθούν στον τόπο που λευτέρωσαν. Δολοφονούνταν ανεξέλεγκτα πότε απ’ τους πρώην συνεργάτες των γερμανών – που τώρα υπηρετούσαν στ’ αγγλικά στρατεύματα της νέας κατοχής – και πότε απ’ τους μασκοφορεμένους χίτες. Έτσι αναγκάστηκαν να ξαναπιάσουν τ’ άρματα, για να υπερασπιστούν τη ζωή τους και τη δημοκρατία στη χώρα. Δημιουργήθηκε τότε το λεγόμενο δεύτερο αντάρτικο με τ’ όνομα Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας.

Το Δεκέμβρη του 1946 ο Νίκος Παπακόγκος, καταδιωκόμενος κι αυτός, άφησε την πρωτεύουσα κι ανέβηκε στο βουνό. Εκεί εντάχτηκε στο Αρχηγείο Κόζιακα ως υπεύθυνος Τύπου και διαφώτισης. Τέσσερις μήνες υστερότερα, αποφάσισε να πάει στο Παχτούρι να δει τη γυναίκα και τα τέσσερα μικρά τους παιδιά, όπως και το γέρο πατέρα του. Περνώντας όμως τη νύχτα από κάποιο γνωστό του σπίτι στη Μεσοχώρα, για μια πληροφορία, ο νοικοκύρης έσπευσε να τον προδώσει στο στρατό. Κατάφτασε μια διμοιρία και τον έπιασαν, τον βασάνισαν τρία μερόνυχτα, και δίχως να τον παραπέμψουν σε στρατοδικείο ως αιχμάλωτο πολέμου, τον τουφέκισαν. Φρόντισαν μάλιστα να εξαφανίσουν και το σώμα του.

Εβδομήντα χρόνια –τον ερχόμενο Απρίλη– απ’ τη δολοφονία του Νίκου Παπακόγκου, κυκλοφόρησε στην ολότητά της η συλλογή του Απλά της Πίνδου λόγια. Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν στο βουνό, κάτω απ’ τις ομοβροντίες των αντάρτικων τουφεκιών την εποχή του πολέμου. Κι ως γράφονταν, συχνά μοιράζονταν γι’ απαγγελία στ’ αντάρτικα τμήματα ή στις λαοσυνάξεις.

Τα πιο πολλά είχαν καθαρά επικό χαρακτήρα, με στίχο δεκαπεντασύλλαβο –είδος οικείο στον πληθυσμό της υπαίθρου, απ’ τα δημοτικά και τα κλέφτικα τραγούδια, αλλά και στους μαχητές που οι περισσότεροι ήταν τσομπάνηδες ή αγροτόπαιδα. Εξυμνούσαν την ομοψυχία στον κοινό αγώνα αρματωμένων και λαού, την αλληλεγγύη και την καλή συνεννόηση μεταξύ τους που γι’ αυτούς αποτελούσε υπέρτατη ετυμηγορία. Δίναν δραματικές σκηνές απ’ την ανείπωτη φτώχεια και τις κακουχίες, αλλά κι απίστευτους ηρωισμούς απ’ τους αδάμαστους πολεμιστές του ΕΛΑΣ που είχαν αποφασίσει να πεθάνουν λεύτεροι παρά να ζήσουν σκλάβοι.

Ύστερ’ απ’ την τετράχρονη γιγάντια πάλη του λαού, τ’ όνειρο γίνεται πια πραγματικότητα. Οι «αήττητες» ορδές της Βέρμαχτ, κατακερματισμένες και ταπεινωμένες υποχωρούν και στη χώρα αχολογούν της λευτεριάς οι καμπάνες. Δυστυχώς όμως όχι για πολύ, γιατί οι «σύμμαχοι» της ελληνικής αντίστασης, οι εγγλέζοι, προτίμησαν ν’ αλλάξουν με τους χιτλερικούς φρουρά στο ρημαγμένο τόπο…

Η εκλογή, η επιμέλεια, οι σημειώσεις και η ταξινόμηση των ποιημάτων έγιναν απ’ το γιο του Νίκου Παπακόγκου, τον Κωστή. Απ’ την κόρη του, τη Φωτεινή, προτάχτηκε μια δεκασέλιδη διεξοδική βιογραφία.

Η συλλογή περιλαμβάνει, εκτός απ’ τα «Απλά της Πίνδου λόγια», εφτά ποιήματα του Νίκου Παπακόγκου απ’ την παιδική του ηλικία με τίτλο «Απ’ τα θρανία». Άλλα δέκα ποιήματα που ‘γράψε με το γυρισμό του στην Αθήνα, τοποθετήθηκαν σε μια τρίτη ενότητα με τίτλο «Μετά τη Βάρκιζα».

Σε αυτά, τα τελευταία ποιήματα, το γράψιμό του από επικολυρικό και συγκερασμένο με το κλέφτικο τραγούδι –όπως το πρώτο αντάρτικο με την κλεφτουριά του Εικοσιένα– πέρασε στον ελεύθερο στίχο. Καινούρια εποχή, καινούριος τρόπος έκφρασης. Πάντα όμως, χωρίς να χάσει απ’ τη ματιά του τ’ όραμα για ένα λεύτερο, δημοκρατικό κι ανθρώπινο αύριο. Όσο βαριά κι αν πλάκωσαν τα «σκοτεινιασμένα σύγνεφα της Δύσης», και την Ελλάδα κύκλωσαν «σίδερα πρωτόγονης φυλακής», η ελπίδα και η απαντοχή δεν έπαψαν να λάμπουν στις καρδιές των αγωνιστών που ξόδεψαν το αίμα τους για την Ελευθερία. Θα το πει κιόλας σ’ ένα ποίημα του ο Νίκος Παπακόγκος:

Μα πώς το φως θα πάψει να φωτίζει

αφoύ έχει το φιτίλι του στην καρδιά μας…

Και πώς τα γόνατά μας θα λυγίσουν

τώρα που μάθαμε να στυλωνόμαστε

στα κυματόδαρτα καράβια

τώρα που μάθαμε το Χάρο να τον ρίχνουμε

κι από το Διγενή παλεύοντας πιο αντρεία!

 

 

«M»