Δημήτρης Τζουμάκας

Δημήτρης Τζουμάκας | Ημερολόγιο

In Λογοτεχνία, Χρονογράφημα by mandragoras


Χρονογράφημα

Δημήτρης Τζουμάκας | Ημερολόγιο

07.04.2016 Προσγειώνομαι στο αεροδρόμιο μίας γνωστής μου πόλης, έχω φτάσει πρώτος στον έλεγχο κι η φωνή του αστυνομικού είναι οικείου προσώπου, λίγο δυσαρεστημένου, λίγο αγχωμένου. Βλέπεις, μου λέει η φωνή, δεν παίρνει τον κωδικό και δεν μ’ αφήνει το σύστημα να μπω, να ξεκινήσουμε. Δεν σε βλέπω. Θα με δεις θα σ’ αφήσει, του λέω. Μπα αυτοί οι κωδικοί είναι μπελάς, λέει. Α νάτο!

–Κοιτάζω για την Μπουμπού είναι μεσημέρι, έπρεπε να είχε έλθει, είναι συνεπής, ο καιρός είναι πετιμέζι κι η γη μπλε σαν πορτοκάλι. Γύρισα με την αίσθηση ότι γλύτωσα από κάτι άσχημο, μια ανακούφιση για το τέλος της διαπλανητικής πτήσης. Όχι, το θέμα είναι ότι ξέφυγα από τη δαγκάνα της Αυστραλίας και τα πολλά θενκς. Αλλά πάλι αυτή η αδημονία, δεν με χωράει ο τόπος, θέλω να γλυτώσω κι από κει κι από δω. O Oυναμούνο τόχει πει ωραιότατα: Κάνουμε τα ταξίδια από τοποφοβία και όχι από φιλοτοπία. Αισθάνομαι κυνηγημένος, κακούργος, φοροφυγάς, υποψήφιος συνταξιούχος, να κρυφτώ. Κρύβομαι στο ημερολόγιο που μου προσφέρει το καλύτερο καταφύγιο. Ηρεμώ στο δικό μου αληθινό, φανταστικό, ερωτομανή κόσμο. Μόνο που δεν έχω πολλές παραστάσεις και ανθρώπους να παίξω, το δε ταξίδι μου ήταν υποχρεωτικό, για λόγους οικογενειακούς, είχα να δω την κόρη μου δύο χρόνια –κακούργα μετανάστευση!

–24ωρη απεργία των ελλήνων δημοσιογράφων για τα ασφαλιστικά μέτρα της κυβέρνησης. Βλέπω στην τηλεόραση τον Παναθηναϊκό στο μπάσκετ με την Εφές στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς φωνή λόγω της απεργίας. Έχουμε τον έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού μέσα στην Πόλη και στο τέλος η ομάδα παθαίνει καθίζηση, κάθεται και χάνει. Φάνηκε ότι είχε τζετ λαγκ όπως κι εγώ. Πριν κοιμηθώ σημειώνω: Έχει έλθει η Αμπράμοβιτς στην Αθήνα πρέπει να τη δούμε.

 

8.4.16 Δεν το αμέλησα καθόλου: μόλις φτάσαμε στην πόλη του Σόλωνος άρχισα να σκέφτομαι το ποίημα που λέγαμε. Μπορώ να το γράψω και στα γαλλικά, ίσως και στα αγγλικά, όπως έκανε ο Κάλας. Μπορεί να είναι κάλεσμα προς την Ευρυδίκη, ένας ύμνος για τον Παναθηναϊκό ή μία προσευχή σαν κι αυτή που βρήκα στην είσοδο της πολυκατοικίας: Με τα χέρια ψηλά/ και τα δάκρυα στα μάτια/ ήλθαμε βασιλιά/ να σε νιώσουμε ξανά./ Ταραγμένη ψυχή από τόσα προβλήματα /ένα χάδι ποθεί τη γαλήνη να βρει. Όχι δεν είναι δικό μου είναι της Εκκλησίας που έγινε και ποιητικά επιθετική, καθώς υπάρχει και δεύτερο προσπέκτους το βρίσκω χύμα μαζί με απλήρωτους λογαριασμούς κάτω από την πόρτα μου! Έμαθαν φαίνεται οι άνθρωποι ότι είμαι άθεος και θέλουν να με πικάρουν ή προσπαθούν να προσηλυτίσουν τον άγνωστο αλβανό. Δεν τα χρειάζεται αυτά ο κλήρος, έχουν ύμνους οι χριστιανοί βαρβάτους, προσευχές άλφα, «ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος».

–«Το 46% των Σύριων που ζουν στη Γερμανία εδώ και πολλά χρόνια επιθυμούν τη θέσπιση πλαφόν στον αριθμό των προσφύγων που θα υποδεχθεί η Γερμανία». Τους καθάρισαν οι γερμανοί από «πάσης κηλίδος».

  • «Δεν είναι πλέον μόνον οι ακροδεξιοί που διαπράττουν ποινικά αδικήματα σε βάρος των προσφύγων. Τώρα ολοένα και περισσότερο, οι δράστες, είναι πρόσωπα προερχόμενα από το κέντρο της κοινωνίας. Αισθάνονται ότι έχουν δίκιο, δηλώνει ο Sebastian Fiedler, αναπληρωτής επικεφαλής της Ομοσπονδίας γερμανών αστυνομικών, προσπαθώντας να εξηγήσει το φαινόμενο. «Η πρόταση του de Maizière είναι το γερμανικό κράτος να ζητήσει: όποιος δεν μαθαίνει γερμανικά, θα πρέπει να πάει πίσω στη χώρα του, όταν αυτό θα καταστεί εφικτό. Καθετί άλλο δεν είναι τίποτε διαφορετικό από ανεξέλεγκτη μετανάστευση».

Δεν διαφωνώ, οι ξενόγλωσσοι δεν χάνονται ποτέ. Τα γερμανικά θα τους χρειαστούν όταν θα κληθούν να διαβάσουν Μαρξ και Νίτσε στο πρωτότυπο.

Να δούμε την Αμπράμοβιτς και όταν με το καλό μπει ο Μάης, να σπεύσω στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης για τον αντικαθεστωτικό Κινέζο καλλιτέχνη, που πήγε στη Λέσβο και μάζεψε σωσίβια ναυαγών μεταναστών για την καλλιτεχνική εγκατάστασή τους στο Βερολίνο. Άρχισα να κάνω το «πολιτιστικό μου πρόγραμμα».

Έκλεισε και το Erotica επί της Αχαρνών, δεν θα ακούμε πυροβολισμούς τη νύχτα. Δίπλα του χρεοκόπησε το φορεματάδικο Romano κι άφησε δύο κούκλες στη βρωμισμένη βιτρίνα, πολύ σέξι, να τις χαζεύουν εγχώριοι και αλλοδαπά. Το μαγαζί που αντέχει απέναντί μου είναι το κουρείο του τεράστιου Αλβανού Κλωντ που περιποιείται την κόμη μου τώρα. Με ρωτάει αν ξέρω ’κανα μάνατζερ ή ιμπρεσάριο ποδοσφαίρου, για τα παιδιά του που παίζουν σε συνοικιακή ομάδα και είναι σαΐνια και θέλει να τα γράψει σε μεγάλο σύλλογο. Είναι πιο ψηλοί από μένα, λέει, ο ένας έχει χρυσό κεφάλι παίζει σέντερ μπακ, Οιδίποδας του λέω, Καμάρας μου λέει ο Κλωντ, που μιλάει φαρσί ελληνικά και παρακολουθεί τα πάντα, αλλά δεν θέλει να τα εγγράψει στον Παναθηναϊκό γιατί περνάει κρίση και δεν πληρώνει. Αλλά και νάχεις λεφτά σήμερα πού να τα επενδύσεις; αναρωτιέται ο πτωχός αλβανός. Στις τράπεζες μπορεί να τα χάσεις, στα σπίτια; έχει ΕΝΦΙΑ.

–Στο Χρηματιστήριο, του λέω.

–Ναι, μου το είπε και κάποιος άλλος αυτό, λέει προβληματισμένος ο Κλωντ.

  • Μην αγοράζεις αμίτα μην αγοράζεις φάντα μην αγοράζεις κόκα κόλα. Περνάει ένα αυτοκίνητο με ντουντούκα και επαναλαμβάνει το σλόγκαν αυτό. Μην αγοράζεις. Δεν αγοράζω.

 

10.04.16 Μέθοδος Αμπράμοβιτς στην Αθήνα. Η ιέρεια των περφόρμανς η φοβερή και τρομερή γιουγκοσλάβα Μαρίνα Αμπράμοβιτς είναι στην Αθήνα κι έχει καπαρώσει το μουσείο Μπενάκη για να διδάξει τη μέθοδό της. Inhale exhale, εισπνεύστε, εκπνεύστε. Η γυναίκα που βασάνισε περισσότερο από κάθε άλλο καλλιτέχνη το σώμα της, που στις πρώτες της εμφανίσεις τράβαγε ξυραφιές, δημόσια στην κοιλιά της, αυτή που βούρτσιζε με τις ώρες τεράστια κόκκαλα θηλαστικών στην Μπιενάλε της Βενετίας εκφράζοντας τον πόνο ενός λαού που βομβαρδίστηκε με έξυπνες βόμβες από όλη τη σοσιαλδημοκρατία της Ευρώπης, παγκοσμίως διάσημη σήμερα, γυρίζει τον κόσμο για να διδάξει το παιχνίδι της λειτουργίας του βλέμματος. Όπως λέει η ίδια θέλει να δουλέψει με «το ευρύ κοινό» σε δημόσιους χώρους. «Δεν χρειάζεται να είναι ένα Μουσείο (διαλέγει όμως όλο το Μουσείο Μπενάκη), μπορεί να είναι ένα άδειο εργοστάσιο, ο δρόμος, κάθε σημείο όπου συγκεντρώνεται κόσμος. Στον κατάλληλο χρόνο, το κατάλληλο μέρος και το κατάλληλο κοινό». Την εμπνέει, όπως λέει, η ρήση του Αλεξάντερ Ντόνερ «ο νέος τύπος τέχνης δεν μπορεί να είναι ένα καλλιτεχνικό μουσείο όπως ήταν μέχρι τώρα. Η νέα μορφή θα είναι ένας σταθμός ενέργειας, μία συνεχής παραγωγή».

Εισερχόμεθα «στη μέθοδο» αφού περιμένουμε στην ουρά αρκετή ώρα. Είναι ένας ολόκληρος μηχανισμός ανθρώπων που υπηρετεί τη μέθοδο Αμπράμοβιτς. Μόνο μεγάλοι καλλιτέχνες μπορούν να σκηνοθετούν με πολύ κόσμο και να στήνουν φιλόδοξα πρότζεκτ, όπως λόγου χάρη ο φωτογράφος Spencer Tunick, που φωτογραφίζει χιλιάδες γυμνά σώματα στην άκρη του ποταμού της Μελβούρνης στα βουνά του Μεξικού, στα χιόνια, στην Όπερα Χάουζ του Σύδνεϋ, όπως ο μακαρίτης ο Ιάννης Ξενάκης που έκανε το Πολύτοπο στις Μυκήνες κ.λπ.

Κατ’ αρχήν αφήνουμε τα προσωπικά μας αντικείμενα σε φοριαμούς και μετά εκτελούμε ασκήσεις αναπνοής και χαρούμενης γυμναστικής κι αφού περάσουμε το στάδιο της χαλάρωσης, μαυροντυμένοι εκπαιδευτές και εκπαιδεύτριες μας κλείνουν τα αυτιά και περνάμε στον κόσμο της απόλυτης Σιωπής και το γυρίζουμε στο meditation. Μία κερδοσκοπία της αισθητικής της σιωπής. Περπατάμε σαν ζόμπι καθόμαστε σε καρέκλες στραμμένες στον τοίχο, μ’ ένα χρωματιστό χαρτί μπροστά στα μάτια μας, σε μία εμφανή προσπάθεια να διερευνηθούν νοητικοί χώροι που σχηματίζονται με το διαλογισμό, την αυτοπειθαρχία και τον περιορισμό. Κάποιοι μπροστά σε τραπέζια ξεχωρίζουν και καταμετρούν κόκκους από ρύζι και στάρι σαν τα καθυστερημένα παιδιά, άλλοι ξεκουράζονται ξαπλωμένοι σε ράντζα, άλλοι κοιμούνται του καλού καιρού. Όταν βαριούνται βγαίνουν έξω και γράφουν στο βιβλίο : «Ήταν μία ακούσια και μαζί εκούσια επαφή με τον εαυτό μου». «Εξαιρετικό. Μουσείο ως εργαστήρι νοημάτων με συμμετοχή του θεατή». «Θαυμάσιο: Όλα είναι σκέψεις». «Κι ο μαλάκας ο Λακάν λέει όλα είναι εικόνα. Μάλλον έχει άδικο».

Στην Έκθεση συμμετείχαν και 29 Έλληνες καλλιτέχνες που παρουσίασαν τα δικά τους projects, πάντα στο πνεύμα Αμπράμοβιτς αυτοτιμωρίας και περιορισμού. Δεν μπορούν βέβαια να αναμετρηθούν με τις ακρότητες και τις αντοχές της Αμπράμοβιτς, η ίδια τους το επισήμανε σε κάποια από τα work shops «μπράβο σας, για την προσπάθεια, αλλά πολύ εύκολα εξαντλείσθε».

–Η δράση «μην κοιτάς κάτω» με έφερε αντιμέτωπο με μία μεγάλη μου φοβία: το ύψος, λέει ο περφόρμερ Θανάσης Ακοκκαλίδης, που έμεινε ώρες πάνω σε ένα ψηλό τοίχο. Ο ήλιος, η βροχή, ο αέρας το κρύο, δυσκόλεψαν πολύ το εγχείρημά μου. Το κοινό με ενθάρρυνε, στεκόντουσαν για ώρα κοιτάζοντας ψηλά, κάποιοι ανησυχούσαν μην αυτοκτονήσω. Η χορεύτρια Νάνσυ Σταματοπούλου στη λευκή σπηλιά (αναφορά στο σπήλαιο του Πλάτωνα) μέσα σε έναν κλειστό χώρο ακολουθεί τις αργές κινήσεις μιας εικονικής χελώνας και η ίδια διερευνά «τον αόρατο εγκλεισμό, τις αόρατες αλυσίδες που οι ίδιοι βάζουμε στον εαυτό μας».

 –Δύο νοστιμούλες γύφτισσες με παιδικό καροτσάκι κοντοστέκονται στην ημιυπόγεια ταπετσαρία της οδού Αλκιβιάδου. Η μικρότερη μπαίνει και χαριεντίζεται με τον ασπρομάλλη ταπετσιέρη. Αυτός της χαϊδεύει τα μαλλιά κι ύστερα χώνει το χέρι του μέσα στην μπλούζα και της πιάνει το βυζί. Αυτή χαχανίζει κι ανεβαίνει απ’ την ταπετσαρία μ’ ένα τάλιρο στο χέρι.

 

 –Από την «αυτογνωσία» και την πορεία στη σιωπή της Αμπράμοβιτς το απόγευμα μόνος στο σινέ Τριανόν για την ταινία της Τζούλια Λόκτεβ Μέρα νύχτα μέρα νύχτα (2006). Κλειστοφοβική, αγοραφοβική και επικαιρική. Το πορτραίτο μιας νεαρής εκπαιδευόμενης καμικάζι που ετοιμάζεται να ανατινάξει τον εαυτό της στην καρδιά της Νέας Υόρκης. Στο πρώτο μέρος τρεις κουκουλοφόροι την προετοιμάζουν στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, με το λεπτομερή και εξουθενωτικό ρεαλισμό ενός Μπρεσόν. Βλέπουμε την ίδια μετά να ετοιμάζεται και να πλένει τα χέρια της και να σαπουνίζεται επί ώρα, με νευρικότητα που αγγίζει την παράνοια. Έτσι κι αλλιώς όλα είναι παρανοϊκά Στο δεύτερο μέρος της ταινίας η υποψήφια καμικάζι, αγνώστου εθνικότητος, περπατάει μέσα στην πόλη. Αν η πορεία μέσα στο πλήθος των σιωπηλών της Αμπράμοβιτς έχει κάτι το φοβικό και μαζί ονειρικό, στο φιλμ, η μοναχική πορεία της κοπέλας, έχει απίστευτη ένταση και την αισθητική του εφιαλτικού, φορτωμένη με είκοσι κιλά εκρηκτικά. Θα ανατιναχτεί ή όχι; 

 

–Το βράδυ παρακολουθώ τα αθλητικά της Κυριακής στην τηλεόραση. Η Αρετή δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά είναι στα όρια της κατάθλιψης, εκεί οδεύω κι εγώ. Τρώω ένα γιαούρτι και κοιτάζω κουρασμένος, απλανώς τους φλύαρους πληρωμένους σχολιαστές. Ευτυχώς υπάρχει η Κ. και θα κάνουμε έρωτα όταν της σταματήσει η αιμορραγία.

–Μήπως έφτασε η ώρα να αυνανιστώ; Χμ μπορώ να πάρω τηλέφωνο τη Ρούλα. Δεν θα πει όχι. Μπορεί να φλερτάρω την Κικίτσα διακριτικά, είναι εξυπνούλα, θα λάβει το μήνυμα. Νο, νο, νο. Όλα αυτά σημαίνουν συναισθηματική εμπλοκή. Εδώ θέλουμε μία γρήγορη ικανοποίηση των ενστίκτων. Να πάρω τηλέφωνο τη Νικόλ; Τα συνδυάζει όλα εκτός από τη διείσδυση, οπότε άστο καλύτερα. Μήπως έφτασε η ώρα να αυνανιστώ; Εκεί το γυρίζω! Μάλλον περισσότερο διανοητικό είναι το ζήτημα, είδα κι ωραίο κόσμο στην Έκθεση Αμπράμοβιτς! Στην εφηβεία διαβάζαμε ένα βιβλίο με καμιά ερωτική σκηνή και καβλώναμε, αγγιζόμαστε και χύναμε, τώρα γίνεται ένα παιχνίδι εγκεφαλικό περισσότερο κι όχι της σάρκας. Α, για να σου πω Τζουμάκοβιτς, ηδονιστής ήσουνα πάντοτε, της σαρκός βεβαίως τα θελήματα, δύο μήνες αγάμητοι είμαστε, δεν έχει ξαναγίνει αυτό, αξίζει μία μαλακία, την οφείλεις στον εαυτό σου. Απ’ την άλλη δεν πρέπει να φοβόμαστε τη σεξουαλική στέρηση.

Θέλω να γράψω, πρέπει και να διορθώσω Μιχελακάκη, δεν έχω αντοχή. Θέλω να δω τι παίζει στην πόλη την ερχόμενη εβδομάδα. Ωραία, θα ζω για τα πολιτιστικά. Θα γίνω Βιντιάδης και Γκιώνης. Τρώω ένα μήλο, λίγο ροκφόρ και πίνω ένα κονιάκ. Ανάποδα τα κάνω. Το μεσημέρι έφαγα στη μητέρα μου σαν ζώον. Κουρασμένος άλλα όχι νυσταγμένος.

Στο κρεβάτι πια, μετά τα μεσάνυχτα, καθώς έχω χάσει κάθε διάθεση για ύπνο διαβάζω ηδονικά την επιφυλλίδα του Ηλία Μαγκλίνη στην Καθημερινή, για τον Γιαν Φαμπρ. Ο Φαμπρ προσλήφθηκε διευθυντής στο Ελληνικό Φεστιβάλ στη θέση του Λούκου και φαίνεται ότι παραιτήθηκε επειδή ξεσηκώθηκαν οι Έλληνες καλλιτέχνες. Κάτι θα πρέπει να έκανε όμως, έχω χάσει επεισόδια ευρισκόμενος εν Αυστραλία, είναι προκλητικός σκηνοθέτης, πρέπει να δω στο διαδίκτυο. Είχαμε δει μία δική του παράσταση στο Παλλάς με την βασίλισσα Ευρυδίκη, γυμνοί ηθοποιοί καπνίζανε. Το κείμενο του Μαγκλίνη είναι όπως πάντα καλογραμμένο και συγκινητικό. Αναφέρεται στην κακοποίηση των ζώων σε κάποια έργα του Φαμπρ. Ο επιφυλλιδογράφος δεν θέλει να δει το βίντεο όπου πετάνε ναρκωμένες γάτες στον αέρα και σκάνε κάτω σαν σακιά, βλέπει για λίγο και δεν βλέπεται, μία αράχνη που υποχρεώνεται να διασχίσει ξυράφια. Ο συγγραφέας σημειώνει και πολύ σωστά, ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχτεί ως τέχνη την κακοποίηση οποιουδήποτε πλάσματος. Στο τέλος καταλήγει κάπως αφοριστικά ότι «ανάμεσα στη ζωή κα στην τέχνη διαλέγω τη ζωή». Ο ίδιος όμως, παραπάνω αναφερόμενος στον Φαμπρ είπε, ότι δεν πιστεύει πως είναι τέχνη η κακοποίηση πλασμάτων οπότε προς τι το δίλημμα και το «διάλεγμα»;

Κάτω από το κείμενο του Μαγκλίνη παρουσιάζεται απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός συγγραφέα ο οποίος επαίρεται στο τέλος για τα 58 βιβλία που έχει γράψει. Το όλο ύφος, εντελώς εξυπνακίστικο, ξεπερνάει και το δικό μου κι αυτό με ενοχλεί.

––Είναι άσχημο να μην έχεις μία γυναίκα δίπλα σου. Η γυναίκα είναι μεγαλείο. Είναι ο τέλειος ακροατής, έπρεπε να είχα φροντίσει, διότι υπάρχει μία έλλειψη. Να μην έχεις έναν άνθρωπο. Να του μιλήσεις , να τον χαϊδέψεις, φυσικά φταίω εγώ. Να του διαβάσεις ένα ποίημα, τώρα που πάμε για πανσέληνο. Τελικά μου φαίνεται ότι παραμέλησα και το ποίημα. Πού θα πάει; θα το γράψω και θα ησυχάσουμε. Αλλά όταν δεν ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις κι αν θα πάρεις ποτέ σύνταξη τα ποιήματα γίνονται πολυτέλεια. Θα μπορούσα να γράψω ένα ερωτικό ποίημα, ένα καθαρά σεξουαλικό, όχι, η ποίηση είναι υπαινιγμοί. Δεν συμφωνεί όμως ο κύριος Μπρεχτ όστις έχει γράψει ποιήματα εντελώς ακατάλληλα για ανηλίκους. Τώρα θέλουμε σεξ. Αλλά θέλουμε και σύνταξη. Θέλουμε και σύντροφο, τα θέλουμε όλα εδώ και τώρα, αλλά κοντεύουν μεσάνυχτα. Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες προδομένη μου αγάπη. Σκέφτομαι τις θηλές της Ελένης ήταν οι καλύτερες «αλλά της μητέρας μου είναι ακόμη πιο μεγάλες» μου έλεγε κι αρχίζω να ερεθίζομαι κανονικά. Μεγάλες μαυριδερές, «η μητέρα μου έχει μεγαλύτερες» επαναλάμβανε η Ελένη. Μεγαλύτερες. Από πότε έχω να μαλακιστώ; Παιδιόθεν. Δεν υπήρχε λόγος. Α, με την Νάνση, της ήρεσε ο αμοιβαίος αυνανισμός. Κάβλωσα πλήρως. Πλήρη σύνταξη παρακαλώ! Τώρα βρήκε και η Κ. να αρρωστήσει! Λοιπόν θα κάνουμε το εξής: υπάρχει μία μεταμεσονύκτια ταινία στην Αλκυονίδα. Θα βγω για να απαγκιστρωθώ από την ακολασία. Θα βάλω τα σανδάλια και την κουκούλα μου, ο καιρός είναι γλυκός. Το ασανσέρ κατεβαίνει φωτισμένο. Ποιος κυκλοφορεί τέτοια ώρα; Ποιος άλλος; το γυφτονυμφίδιον του τετάρτου!

–Πού πάτε δεσποινίς (γυφτοπούλα) τέτοια ώρα;

–Στο περίπτερο.

–Εγώ πάω σινεμά σας προσκαλώ, be my guest.

–Τι είναι αυτό;

–Και μετά ελάτε στο σπίτι μου να σας δείξω κάτι.

–Γιατί δεν πάμε σπίτι σου πρώτα;

–Θα χάσουμε το έργο, λέω.

Μουτσουνιάζει ειρωνικά. Δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν θέλω να την ανεβάσω απάνω, θα της βάλω ιδέες και θα έλθει όλη η γυφτοσυμμορία να σηκώσουν τα πάντα κι εμένα τον ίδιο. Αλλά δεν θέλω να τη χάσω. Έλα της λέω και την πιάνω από το χέρι. Κατεβαίνουμε σαν δυο πουλάκια στο ημιυπόγειο κι ευτυχώς η πόρτα με τα ρολόγια της ΔΕΗ είναι ξεκλείδωτη. Μπαίνουμε και της πιάνω το κεφάλι και τη φιλάω στο στόμα. Ανταποκρίνεται με γλώσσα. Καβλώνω στο έπακρον. Της ανοίγω το πουκάμισο και τη φιλάω στο λαιμό και στα στήθη. Πω πω μικρά και σταθερά βυζιά. Πόσο είναι δεκαπέντε, δεκαέξι, δεκαεφτά, δεν είναι παιδί, δεν είναι παιδί, της ξεκουμπώνω το παντελόνι, με σπρώχνει, δεν κρατιέμαι, βγάζω το πουλί μου έξω το πιάνει, βάζω το χέρι μου στα πόδια της, με σπρώχνει, έλα τώρα, προσπαθώ, με ξανασπρώχνει. Τι κάνουμε τώρα; Αρχίζει να μαλάζει το πέος μου απαλά. Ορίστε η μαλακία που λέγαμε. Είναι μία λύσις κι αυτή, νιώθετε. Ξέρω ότι το νυμφίδιο θα σκύψει, ίσως γονατίσει κιόλας, γονατίζει, τα μαλλιά πετάγονται σαν καλώδια, είναι μέδουσα τουτουτού το τουτού, θα γκρεμίσω τα ρολόγια θα κόψω το ρεύμα της πολυκατοικίας, θα καούμε, χύνω. Τέλος.

Πηγαίνοντας στην Αλκυονίδα μόνος μου, διασχίζω τη Φυλής. Αλλοδαποί, γύφτοι και ’κανας Έλληνας νταής. Δεν έχω δει ποτέ μια πόρνη να βγαίνει μέσα απ’ σπίτια με τα φωτάκια. Τις κρατούν καλά κλεισμένες, πίσω απ’ τα σίδερα.

Φύγε από δω. Πήγαινε να κάνεις κάτι χαζό και γενναίο, ώστε ο κόσμος να νομίζει ότι πήδηξες. Τζέιμς Ελρόυ.

 

11.04.16 Η Λουτσιάνα, ο κέρβερος της πολυκατοικίας με σταματάει στο διάδρομο και μου λέει Δημήτρη είμαστε λίγοι πια, πρέπει να βάλουμε το χέρι στην τσέπη να φτιάξουμε το ασανσέρ, που όπως βλέπεις όλο χαλάει. Εντάξει λέω, αλλά να μη βάλουμε αυτά τα μεταλλικά δίπορτα δεν τα μπορώ, είναι κλειστοφοβικά. Δεν θα φτιάξουμε όλο το ασανσέρ, λέει η Λουτσιάνα, τον πίνακα θα φτιάξουμε γιατί θα σκοτωθούμε καμιά ώρα. Ο τεχνίτης το σφράγισε τις προάλλες, θα σκοτωθείτε είπε. Η Πίτσα στη διπλανή πόρτα δεν μπορεί να σύρει τα πόδια της, την ανέλαβε γυναίκα και ξέρεις Δημήτρη η Πίτσα είναι μικρότερη μου, αλλά την βλέπεις ίσα που σέρνεται πώς θα ανεβεί τις σκάλες; Άσε με, της λέω, πάω σινεμά τώρα. Πρέπει να μιλήσουμε λέει, μιλήσαμε λέω, μου χρωστάς πολλά λεφτά, από πού ρε Λουτσιάνα; Όσο έλειπες φτιάξαμε έξω τον υπόνομο που πλημμύρισε.

Ντουντούκα επί οχήματος στο δρόμο: Καταναλωτή μην αγοράζεις αμίτα, μην αγοράζεις φάντα, μην αγοράζεις κόκα κόλα . Όχι δεν αγοράζω.

Προσφυγικό. «Αλληλέγγυοι και προβοκάτορες στην Ειδομένη και στον Πειραιά δημιουργούν προβλήματα», λέει στις έξι ώρα το πρωί ο κονφερασιέ του συστήματος στην τηλεόραση. Μου θυμίζει τα παλιά δημοσιεύματα της γαλλικής κομουνιστικής εφημερίδας Ουμανιτέ «γκωσίστες (αριστεριστές) και φασίστες επιτέθηκαν….». Στο ίδιο τσουβάλι τότε ο αριστεριστής και ο φασίστας, στο ίδιο τσουβάλι η «αλληλεγγύη» και η «προβοκάτσια» τώρα. Μάλλον έχω χάσει επεισόδια. Οι σταλινικές και οι νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες γαυγίζουν και οι λέξεις μαζεύονται σαν τρομαγμένα παιδιά, χάνοντας το νόημα τους.

  • Τίτλοι εφημερίδων στα μανταλάκια: Πυρά στο ψαχνό από τις ειδικές δυνάμεις της ΠΓΔΜ προς τους μετανάστες που βρίσκονται στα ελληνικά σύνορα (εφ. Συντακτών) Οι Σκοπιανοί πέρασαν τα σύνορα και τα… όρια! Πορώδη σύνορα (Εστία). Σύνορα σουρωτήρι κλπ
  • Η αστυνομία της ΠΓΔΜ έριξε χημικά και σφαίρες καουτσούκ σε ελληνικό έδαφος τραυματίζοντας πολλούς πρόσφυγες. Ο Αχιλλέας Τζέμος, αναπληρωτής συντονιστής της οργάνωσης γιατρών χωρίς σύνορα, τόνισε ότι στους τραυματίες περιλαμβάνονταν περίπου 200 με αναπνευστικά προβλήματα από τα χημικά, 100 άλλοι με πληγές και μώλωπες από τις πλαστικές σφαίρες, ενώ σημείωσε ότι, έξι από τους πιο σοβαρά τραυματισμένους νοσηλεύθηκαν. Η αστυνομία της Μακεδονίας (Σημ. εννοεί ΦΥΡΟΜ) είπε ότι 23 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας της χώρας τραυματίστηκαν, περιλαμβανομένων 14 αστυνομικών και εννέα στρατιωτικών. Πέντε αστυνομικοί υπέστησαν σοβαρά τραύματα. Η Ελλάδα καταδικάζει την χρήση δακρυγόνων και σφαιρών από καουτσούκ από την αστυνομία της ΠΓΔΜ κατά μεταναστών. Reuters.

 

Έσχατον. Στο Γαλλικό Ινστιτούτο στη οδό Σίνα έχει εβδομάδα γαλλικού σινεμά, αλλά κι ένα animation που συνοδεύεται από ηλεκτροακουστική μουσική. Ο ίδιος κόσμος που πάει στο Μπενάκη κυκλοφορεί κι εδώ. Παιδιά της καλής κοινωνίας, καλλιεργημένα, καλοβαλμένα μέσα στα ρούχα τους, αλλά και ανήσυχα. Πριν αρχίσει η παράσταση, τη μεγάλη οθόνη την καταλαμβάνει μία φοβερή κατακόκκινη γλαυξ, με ενδιάμεσες μαύρες πινελιές, σε ένα δάσος σχεδιασμένο με σινική μελάνη. Εντυπωσιακή και υψηλής αισθητικής εικόνα. Ο Στάθης Τσεμπερλίδης σπούδασε animation στο Kingston University του Λονδίνου και η δουλειά που κάνει είναι πρωτότυπη και καλλιτεχνική. Η παράσταση ονομάζεται Έσχατον από το όνομα του διαστημόπλοιου που υποτίθεται ότι μεταφέρει την ανθρώπινη συνείδηση στα πέρατα του σύμπαντος, αλλά το σημείωμα των δημιουργών μας μπερδεύει κάπως. (Κατά σύμπτωση, σαν σήμερα, το 1961 ο Γιούρι Γκαγκάριν γίνεται ο πρώτος άνθρωπος που ταξιδεύει στο διάστημα). «Το σκάφος αυτό», μας λένε, «είναι το τεχνολογικό επίτευγμα της αθανασίας. Σκοπός του ταξιδιού είναι να αποδομήσει το φόβο του απείρου (δεν είναι βέβαιο ότι το πετυχαίνει, αντιθέτως, μάλλον δέος δημιουργεί). Κατά τη διαδικασία συνάντησης με το όριο, η μνήμη εκφράζεται σαν πληροφορία από το μέλλον. Η κατάρρευση της συνείδησης του ταξιδιώτη απέκτησε την ένταση ενός ονείρου. Η συσκευή απορρόφησε το χωροχρόνο κλπ. Αυτό είναι το τελευταίο σήμα που εκπέμπεται κλπ Το Έσχατον επηρεασμένο από τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας είναι μία αλχημιστική προσέγγιση κ.λπ

Εμείς πάντως είδαμε άλλα στοιχεία στο σινέ κονσέρτο. Είδαμε μια οικολογική ανησυχία και την αγωνία για την τύχη του ανθρώπου– ζωύφιου, ένα ζοφερό μέλλον, μία δυστοπία περισσότερο, ένα σύμπαν ασφυκτικό. Η υποβλητική μουσική συντέλεσε σε αυτό, το δέσιμο των ήχων με το ηλεκτρονικό γκράφιτι αρμονικό. Στην αρχή ακούσαμε ήχους πουλιών, κουκουβάγιας κυρίως, κι είχα την εντύπωση ότι ήμουν στο πάρκο του Σύδνεϋ με την Έρικα και τον Εμ Τζέι. Η συνεχής όμως επανάληψη ήχων ηλεκτρονικής μουσικής με κούρασε και προς το τέλος εγκαταλείψαμε ακροποδητί την αίθουσα του Ινστιτούτου.

  • Aγία Κατανάλωση στάζεις αίμα. (Στους τοίχους κάπου κοντά στο Κολωνάκι)

Μπήκα όπως όλο το κοπάδι, που νομίζει ότι κάτι είναι, στο LinkedIn, το δίκτυο των ειδικευμένων επιστημόνων και τρώω στη μάπα μία μαύρη με γυαλιά ηλίου, μισοκαθισμένη στον αέρα και ανοιχτά πόδια που επιδεικνύει τα διπλώματά της: “I’m 57, I’m a woman, I’m a power walker, I’m determined, I’m confident, I’m fearless, I like challenges, I like breaking records and I wasn’t put on this earth to be normal. I am an Endurance Athlete stepping out of my comfort zone, Ι m..” YOU ARE

 

12.4 Πήγα στη δουλειά να μου γράψει ο γιατρός μια συνταγή και να τυπώσω τα αριστουργήματά μου, επωφελήθηκα να μοιράσω τα γνωστά συμπαθητικά αρκουδάκια. Τα γελοία. Εκεί δέχτηκα μία επίθεση φιλίας και αγάπης που ξεπερνάει τα όρια του φυσιολογικού. «Κύριε διευθυντά μου» κ.λπ. Μάλλον γλύτωσαν από μένα και πανηγυρίζουν.

Kαταναλωτή μην αγοράζεις αμίτα, μην αγοράζεις φάντα, μην αγοράζεις κόκα κόλα. Τελικά είναι μια κούρσα σκονισμένη που περιηγείται συνέχεια την Αχαρνών, κάποιων εργαζομένων που ακόμη διεκδικούν τα δεδουλευμένα.

 

13.4.16 Σχεδόν 6.000 προσφυγόπουλα εξαφανίστηκαν πέρυσι, σύμφωνα με το γερμανικό Υπουργείο Εσωτερικών. Αυξάνεται η ανησυχία για την εκμετάλλευση τους από εγκληματικά κυκλώματα και δουλεμπόρους.

  • Η Ελλάδα αψηφά εκ νέου τους δανειστές της. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και δανειστών διακόπηκαν και θα ξεκινήσουν από βδομάδα. Η Ελλάδα είναι μια κυρίαρχη χώρα, είπε στη συνέντευξη τύπου ο υπ. Οικονομικών Ευκ. Τσακαλώτος (Το λέει για να ακούσει τον εαυτό του να το λέει. Οι συμφωνίες που έχουν υπογράψει οι έλληνες πολιτικοί είναι επονείδιστες, επαχθείς και μη αναστρέψιμες). Ο Τσακαλώτος θα καταθέσει νομοσχέδια στη Βουλή για τις συντάξεις και το φορολογικό χωρίς την έγκριση των δανειστών. «Ο πόλεμος κηρύχθηκε και πάλι». Λεονταρισμοί μέχρι να βγει η ψυχή.

 

Ρακέτες στο Καβούρι με Κ. ωραία γυμναστική. Η θάλασσα είναι έλαιον. Μια χαρά η μέση μου. Μία Φιλιππινέζα κάνει μασάζ σε μία υστερική ύπαρξη για πέντε ευρώ επί είκοσι λεπτά. Έξι ευρώ μισή ώρα.

 

Ντοκιμαντέρ στο σινέ Αλκυονίδα: Ludlow, οι Έλληνες στους πολέμους του άνθρακα (2016) του Λεωνίδα Βαρδαρού. To χρονικό της σύγκρουσης των αμερικανών μεταλλωρύχων (United Mine Workers of America) το 1913 με τις Εταιρείες του Ροκφέλερ. Τα ορυχεία Ροκφέλερ ήταν κολαστήρια ψυχών. Μέσα στο σκοτάδι, με ένα φως ασετιλίνης για στεφάνι στο κεφάλι, χωρίς ωράριο, στα έγκατα της γης, οι σκλάβοι μεταξύ των οποίων και πεντακόσιοι έλληνες, χωρίς χρήμα αληθινό, πληρωνόντουσαν με κουπόνια, για να ψωνίζεις μόνο από τις εταιρείες Ροκφέλερ. Δεν έβλεπαν το φως της ημέρας και τα πνευμόνια τους γέμιζαν ανθρακόσκονη. Παιδιά ανήλικα δουλεύανε εκεί. Ο ηγέτης των ελλήνων απεργών Λούης Τίκας δολοφονήθηκε άγρια μαζί με άλλους δύο συντρόφους, του καθώς και είκοσι γυναικόπαιδα! Η ιστορία της Αμερικής έχει πολλές μαύρες σελίδες, μεταξύ αυτών είναι και η σφαγή των εργατών στα ορυχεία του Ludlow που επιτηδείως αποσιωπήθηκε από το καθεστώς Ροκφέλερ. Οι γραμμές των τρένων στην Αμερική πέρασαν πάνω από τα πτώματα των μεταναστών–σκλάβων. Ο νορβηγός Νέσμπο περιγράφει σε ένα από τα αστυνομικά του τη φρίκη που έζησαν οι κινέζοι σκλάβοι στην Αμερική, που έφτιαξαν μαζί με άλλους μετανάστες, το σιδηροδρομικό δίκτυο στο Νότο.

 

14.4. Τη Λέσβο θα επισκεφτεί ο Πάπας. Όλοι οι επαγγελματίες ανθρωπιστές, οι γαλαζοαίματοι και οι σταρ θεωρούν καθήκον τους πλέον να περάσουν από τους καταυλισμούς των προσφύγων να κοινοποιήσουν το δράμα στα πέρατα της γης, μέσω των μίντια, σαν υπενθύμιση, ότι είμαστε με τους «κατατρεγμένους», αλλά προσέξτε κι εσείς, ω Θεατές, να είστε καλά παιδιά, να ακούτε το Σύστημα που είναι τόσο δυνατό, βομβαρδίζει τους κακούς και ξεσπιτώνει του καλούς.

Και ο Πατριάρχης στο νησί της Σαπφούς. Ωλαλά! Το (χριστιανικό) σπεκουλάρισμα στα ύψη.

–Κι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Πάμε για καρέ του Πάπα.

 

H θάλασσα λάμπει κι ένας ελληνοχριστιανός κομπάζει ότι είναι χειμερινός κολυμβητής «κι έχω φτάσει 60 χρονών». «Μπράβο σου να πας στα εκατό», λέω. «Βλέπεις που καταντήσαμε λέει, «θα έλθει ο Πάπας και από το 2017 θα ξυρίσουν τους παπάδες για να μην ενοχλούνται οι καθολικοί και οι μουσουλμάνοι. Το έχουν βάλει μέσα στο σχέδιο και φέρανε λεφούσι τους ξένους, να μας τελειώσουν. Ποιος κάνει παιδιά; Ποιος μπορεί με τόσα χρέη; Ο ξένοι αναπαράγονται σαν τα κουνέλια κι έτσι θα σου πάρουν τη χώρα».

 

 Καταναλωτή μην αγοράζεις αμίτα, μην αγοράζεις φάντα, μην αγοράζεις κόκα κόλα, φωνάζει κάτω από το παράθυρό μου η ντουντούκα από το αμάξι των απολυμένων που γυρίζει σαν διάβολος κάθε μέρα.

 

  • Σαν σήμερα βούλιαξε ο Τιτανικός στο παρθενικό του ταξίδι όταν συγκρούστηκε με ένα παγόβουνο στο βόρειο Ατλαντικό.

 

15.4. Προσευχήθηκε προετοιμαζόμενος για τη Λέσβο ο Πάπας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος είναι ήδη εκεί από το πρωί. Ο Πάπας και ο Πατριάρχης θα μιλήσουν για τα δεινά των προσφύγων στην επίσκεψή τους στη Λέσβο.

–«Κυνηγοί προσφύγων», αυτό είναι μία καινούρια δουλειά, ανθεί στη Βουλγαρία το επάγγελμα, συλλαμβάνουν πρόσφυγες και τους στέλνουν πίσω στα σύνορα.

  • Σαν σήμερα πεθαίνει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ (1905–1980) ο φιλόσοφος του υπαρξισμού, της «κόλασης που είναι οι άλλοι», ο άνθρωπος που αρνήθηκε το Νόμπελ που πολέμησε το γκωλικό σύστημα και μας γαλούχησε με τις Λέξεις και τις Καταστάσεις του. «Αν αισθάνεσαι μοναξιά όταν είσαι μόνος, έχεις κακή παρέα». Δεν φανταζόμουν ότι θα πεθάνει, ήταν ο ήρωας των νεανικών χρόνων και οι ήρωες είναι αθάνατοι.
  • Idomeni Cultural Center. Αυτοσχέδιο σχολείο για προσφυγόπουλα στα σύνορα από δασκάλους Σύριους και άλλους. Συνελήφθησαν και μερικοί αλληλέγγυοι. Τι διάβολο εγκληματίες είναι; Μου θυμίζει το νοσηρό σενάριο του «Αστακού» του Λιβαθινού. (Α propos, αυτό το έργο δεν καταλαβαίνω σε ποιους και γιατί αρέσει. Ο Λιβαθινός είχε κάνει ένα πρωτότυπο έργο τον Κυνόδοντα που πραγματεύεται άριστα την αποξένωση της οικογένειας από την κοινωνία και το παράλογο των ενδοοικογενειακών σχέσεων με τον πατέρα–τύραννο, αλλά ο Αστακός είναι απάνθρωπος ως σύλληψη. Αν μας αρέσει η δυστοπία, ας δούμε πάλι την Αλφαβίλ του Γκοντάρ. Τουλάχιστον στον Γκοντάρ υπάρχουν στιγμές τρυφερότητας δεν αποπνέει τη δυσανθρωπίλα του Λιβαθινού).

 

16.4 Σάββατο. Απίστευτη λιακάδα καρμπόν με τη χτεσινή. Γι αυτό και μόνο αξίζει να είσαι στην Ελλάδα. Αλλά δεν ξέρω πώς να τις χειριστώ αυτές τις μέρες. Να πάρω το παπόρι και να πάω στην Αίγινα, να προσκυνήσω στον άθλιο άγιο Νεκτάριο να μας γλιτώσει απ’ τα μνημόνια; Αστείο. Ανεβαίνοντας στην αρχαίο ναό της Αφαίας καταλαβαίνεις το κάλλος και την αισθητική των Ελλήνων, αφήνοντας πίσω σου τους δόλιους χριστιανούς με τις εκκλησίες του χρήματος και της ξιπασιάς. Η δικτατορία κκ ακολούθως η μεταπολιτευτική επέλαση των «εκδημοκρατισμένων» κατάπιε τα μικρά εκκλησάκια του Σεφέρη, χάθηκαν η ταπεινότητα και η αυτοσυγκράτηση. Τουλάχιστον αυτές οι λιακάδες είναι καλές μέρες για τους σκηνίτες πρόσφυγες και τους άστεγους.

Υπάρχει μήνυμα από την κόρη μου στο κινητό στις τρεις το πρωί. Ανησυχώ. Πάντα το μυαλό πάει στο κακό, νιώθω την απόσταση σαν Αποστάτης πατέρας.

Δεν ξέρω τι να κάνω, δεν έχω με ποιον να μιλήσω και να πω τι; Να γιατί οι συνταξιούχοι παθαίνουν κατάθλιψη. Αλλά αυτοί έχουν και τις οικογένειές τους και τις σχέσεις τους. Εγώ διαβάζω και γράφω, μη μ’ ενοχλείτε. Τι γράφω; Σχολιάζω γεγονότα. Μ’ αυτό το κάνουν όλοι, Τι κάνω δηλαδή; Παίρνω κείμενα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο και από τη Γραμματεία και βάζω ερωτηματικό ή θαυμαστικό! Είναι άσχημο να νιώθεις εκτός παραγωγής, άχρηστος τη στιγμή που ο κόσμος καίγεται, που οι γυναίκες παλεύουν με την ανεργία, την κατάθλιψη, με τον ίδιο τους τον εαυτό.

 

Θα πάω στο πάρτι των κόμικς που γίνεται στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Οι νεολαίοι του καλού κόσμου, ασφαλείς εντός των τειχών, ντυμένοι μηχανικά ρομπότ, σούπερμαν και αραχνάνθρωποι λες κι έχουμε καρναβάλι. Καρφίτσα δεν πέφτει στην οδό Μασσαλίας. Στο μυαλό μου έρχονται στίχοι από τη θαυμάσια ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Βούζη: Η γλώσσα των υπερηρώων απ’ όπου απαγγέλλω παραλλαγμένους στίχους: «Θα ’θελα να αποφύγω συγκεκριμένες μετενσαρκώσεις. Δεν θα ’θελα για παράδειγμα ποτέ να ’μαι ο Τζουμάκας Δημήτρης που έζησε από το 1945 μέχρι το δύο χιλιάδες δέκα και βάλε, συλλέγοντας μαύρο (βυθισμένος στο μελάνι)».

Περπατάω πηδώντας πάνω από άστεγους. Στο Σύδνεϋ έχει πάνω από 30.000. Εδώ δεν ξέρω, τους μισούς ίσως. Αυξάνονται γεωμετρικά όμως. Όταν θα αρχίσουν και οι πλειστηριασμοί και οι βίαιες εξώσεις, τότε θα βρεθούμε ξαπλωμένοι όλοι στους δρόμους.

 

17.4.16 Κυριακή στο γυφτοπάζαρο του Ελαιώνος. Βγαίνω απ’ το μετρό και μαθαίνω ότι «ο Θεός έχει καλά νέα για σένα». Οι ιεχωβάδες έχουν στήσει στέντ και πουλάνε αέρα χριστιανικό. Είπα κι εγώ μήπως εννοούσαν την επίσκεψη του Πάπα στη Λέσβο. Πήγε ο Ποντίφηξ, είδε και απήλθε, παίρνοντας μαζί του και 12 άτομα στο αεροπλάνο, εκ των οποίων τα έξι είναι παιδιά. Είναι αρχηγός κράτους, απελευθερωτής.

Ολική εναντίωση στους φράχτες, στο κράτος και στον πολιτισμό. Τα παζάρι στον Ελαιώνα αναπτύσσεται μπροστά από το Κέντρο Φιλοξενίας των προσφύγων, κατ’ επίφαση φιλοξενία, κέντρο κράτησης καλύτερα. Δίπλα στα φράχτη λοιπόν, του στρατοπέδου συγκεντρώσεως αλλοδαπών, μπορείς να πάρεις μπαταρίες, σαγιονάρες μεταχειρισμένα βιβλία, μεταχειρισμένα ρούχα, κλεμμένα ποδήλατα, πατίνια και κινητά τηλέφωνα, σαβούρα όλων των ειδών, σάπιες ντομάτες, κολοκύθια ρολόγια μαϊμού, τώρα έχουνε και ζωντανά μικρά κοτοπουλάκια. Ένα γυφτάκι εκπαιδεύει ένα κοτοπουλάκι να περπατάει ρυθμικά στο δάπεδο. Με λίγη υπερβολή μπορεί να πούμε πως όσο στοιχίζει μία ώρα γιαπωνέζικου μασάζ κι ένα σάντουιτς με κρέας από «αληθινό αυστραλέζικο αρνί», στο γιάπικο παζάρι του Σύδνεϋ, αξίζει όλο το γυφτοπάζαρο του Ελαιώνος. Σε μια στιγμή θέλω να πάω στην τουαλέτα και δεν βλέπω λύση. Υπάρχει τόσος λαός τριγύρω! Πάω στην είσοδο του «Κέντρου Φιλοξενίας» και λέω σε ένα χοντρό μπάτσο το πρόβλημά μου. Ο μπάτσος με κοιτάζει ηλίθια, είναι ο ολόιδιος ο Σπίθας του Μικρού Ήρωος. Μπες μέσα και ρώτα. Ρωτάω δυο φύλακες, δεν ξέρουν. Εσείς πού κατουράτε ρε παιδιά; Ρώτα την υπεύθυνη, μου λένε με ξενική προφορά. Περνάω από άλλους δύο τρεις φύλακες, που μοιάζουν μπράβοι νυχτερινών κέντρων και φτάνω στην υπεύθυνη. Δυστυχώς δεν έχουμε κοινόχρηστες τουαλέτες, μου λέει, είναι προσωπικές. Δηλαδή; Είναι ατομικές, σε κάθε δωμάτιο φιλοξενίας. Δώστε παρακαλώ καταφύγιο και σ’ ένα πτωχό και πένη δημοσιογράφο, εν ανάγκη ευρισκόμενο, λέω. Δεν γίνεται κύριε. Δεχτείτε με ως έκτακτη ανάγκη, ως ρεπορτάζ απελπισίας. Δεν μπορούμε, υπάρχουν κανόνες. Περπατάω μέσα στο ανθρώπινο λεφούσι ως υποψήφιος τρομοκράτης και ετοιμάζομαι να κατουρηθώ απάνω μου σαν «κύριος», όταν επιτέλους βλέπω ένα ακατοίκητο σπίτι με σχετική πρασιά. Αρχίζω στο τσακ, ένα μυθικό κατούρημα, με βαθιές εισπνοές–εκπνοές, όταν αντικρίζω στην εξωτερική γωνία του κτίσματος, ένα μισοξαπλωμένο ναρκομανή, να με κοιτάζει χωρίς να με βλέπει. Την άλλη φορά στο παζάρι θα φοράω πάνες. Δεν γίνεται αλλιώς.

–Καταναλωτή μην αγοράζεις αμίτα, μην αγοράζεις φάντα, μην αγοράζεις κόκα κόλα. Α έχουν πολύ θυμό και τις Κυριακές πάνε πάνω κάτω με το όχημα.

–Εμείς στο ραχάτι μας! Καθισμένοι σε ένα μπαλκόνι, Κυριακάτικα στο Θησείο, πίνουμε καφέ, ίσως στο καλύτερο μέρος του κόσμου, απολαμβάνοντας τον απριλιάτικο ήλιο. Χαζεύουμε τους ρωμιούς, τους χαμάληδες και τους τουρίστες, όπως ο Αγάς στο άνοιγμα του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Το γιουσουφάκι υποδύεται η Κ. Της λέω την περιπέτειά μου με τη νεαρά αθίγγανο, τα παίρνει στο κρανίο, σηκώνεται να φύγει.

Share this Post

Περισσότερα στην ίδια κατηγορία